Οι αναθεωρήσεις της ΚΑΠ που έγιναν στη δεκαετία του 1990 μαζί με τη συμφωνία της ΓΚΑΤΤ (1995) διατήρησαν μια στασιμότητα στην αγροτική οικονομία της χώρας μας και βοήθησαν να γίνουν σημαντικά βήματα στη συγκέντρωση της παραγωγής σε λιγότερα χέρια, με σοβαρές αρνητικές συνέπειες για τους μικρομεσαίους αγρότες.
Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνεται από όλους τους βασικούς δείκτες που καταγράφουν την κατάσταση και την εξέλιξη της αγροτικής οικονομίας, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία διαφόρων κρατικών οργανισμών και υπηρεσιών για την ακρίβεια των οποίων υπάρχει επιφύλαξη και ειδικότερα αυτών που αφορούν στην αγροτική απασχόληση και εκείνων που δεν είναι οριστικά αλλά προσωρινά, για τα οποία συνήθως υπάρχει μια υπερεκτίμηση.
Στην περίοδο 1995-2003 η μέση ετήσια αύξηση της συνολικής ακαθάριστης αξίας της αγροτικής παραγωγής (όγκος αγροτικής παραγωγής επί τιμές παραγωγού συν επιδοτήσεις) ήταν μηδενική, με αποτέλεσμα η συμμετοχή του Ακαθάριστου Εθνικού Αγροτικού προϊόντος στο συνολικό ΑΕΠ της χώρας να μειωθεί από 9,1% το 1995 στο 6% του 2003 (Πίνακας 1).
Πρώτη βασική αιτία αυτής της στασιμότητας ήταν οι άμεσες και έμμεσες χαμηλές ποσοστώσεις που επιβλήθηκαν με τις αναθεωρήσεις της ΚΑΠ σε όλα σχεδόν τα αγροτικά προϊόντα, ακόμα και σε αυτά που η χώρα μας ή η ΕΕ είναι έντονα ελλειμματική, με αποτέλεσμα να εμποδιστεί η αύξηση του όγκου της αγροτικής παραγωγής, παρά το γεγονός ότι από χρονιά σε χρονιά έγιναν ορισμένες ευκαιριακές αυξομειώσεις στον όγκο παραγωγής διαφόρων αγροτικών προϊόντων (Πίνακας 2). Οι ποσοστώσεις μαζί με άλλα μέτρα, όπως πρόστιμα συνυπευθύνοτητας, κίνητρα ξεριζώματος καλλιεργειών, υποχρεωτικών και προαιρετικών αγραναπαύσεων, δασώσεων καλλιεργουμένων εκτάσεων, καταστροφή αλλιευτικών σκαφών κ.ά. είχαν στόχο να προσαρμόσουν την κοινοτική γεωργία στις ανάγκες της αγοράς και όχι στις ανάγκες της ανθρωπότητας σε τρόφιμα. Και αυτό γιατί η παραγωγή τροφίμων πριν τις αναθεωρήσεις της ΚΑΠ της δεκαετίας του 1990 αυξανόταν με διπλάσιο ρυθμό σε σχέση με τις ανάγκες της αγοράς.
Δεύτερη βασική αιτία ήταν η κατάργηση, ο εκφυλισμός, η μείωση και το πάγωμα των θεσμικών τιμών που διασφάλιζαν ένα ελάχιστο αγροτικό εισόδημα, τις περισσότερες -αν όχι όλες- φορές μη ικανοποιητικό για τους μικρομεσαίους αγρότες και η μερική αντικατάσταση μέρους των τιμών με επιδοτήσεις με τη δικαιολογία να εξισωθούν οι κοινοτικές τιμές με τις διεθνείς. Οι αλλαγές αυτές που έγιναν με τις αναθεωρήσεις της ΚΑΠ στη δεκαετία του 1990 είχαν στόχο το άνοιγμα της κοινοτικής γεωργίας στο διεθνή ανταγωνισμό.
Τρίτη βασική αιτία που προωθήθηκε με τη συμφωνία της ΓΚΑΤΤ ήταν η μείωση των εξαγωγικών επιδοτήσεων και των δασμών στις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων, με αποτέλεσμα να δυσκολέψει η διάθεση της αγροτικής παραγωγής ακόμα και στην εγχώρια αγορά που κατακλύσθηκε από εισαγόμενα προϊόντα και να συμπιεσθούν οι τιμές των παραγωγών.
Παρόμοια σχεδόν πορεία με αυτή του Ακαθάριστου Αγροτικού Εθνικού Προϊόντος είχε και το συνολικό καθαρό αγροτικό εισόδημα, του οποίου η μέση ετήσια αύξηση σε σταθερές τιμές στην περίοδο 1995-2003 ήταν μόλις 0,45%. Αν ληφθεί υπόψη ότι το καθαρό γεωργικό εισόδημα διαφοροποιείται ανάλογα με το μέγεθος της αγροτικής εκμετάλλευσης, τότε για τα μικρομεσαία αγροτικά νοικοκυριά η εξέλιξη του καθαρού αγροτικού εισοδήματος ήταν μικρότερη του 0,45% και τις περισσότερες -αν όχι όλες- φορές αρνητική, ενώ για τις μεγάλες αγροτικές εκμεταλλεύσεις ήταν πολλαπλάσιο του 0,45% (Πίνακας 1).
Η εξέλιξη του καθαρού αγροτικού εισοδήματος αποδεικνύει ότι οι κοινοτικές αγροτικές επιδοτήσεις, παρά το σχετικά υψηλό μέγεθός τους σε σχέση με το συνολικό αγροτικό εισόδημα δεν απέτρεψαν τη μείωση του εισοδήματος των μικρομεσαίων αγροτών και, κατά συνέπεια, το ξεκλήρισμά τους και τη μαζική τους χρεοκοπία. Ετσι στην περίοδο 1980-2000 182.000 αγροτικά νοικοκυριά ξεκληρίστηκαν και άλλα 70.000 είναι υπερχρεωμένα στην ΑΤΕ, η οποία έχει ξεκινήσει διαδικασίες κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων.
Τόσο η εξέλιξη του Ακαθάριστου Εγχώριου Αγροτικού Προϊόντος, όσο και του καθαρού αγροτικού εισοδήματος δείχνουν ότι όταν εφαρμόζονται αντιαγροτικές πολιτικές, το αγροτικό εισόδημα δε θα βελτιώνεται, παρά την αύξηση των επιδοτήσεων οι οποίες λειτουργούν πυροσβεστικά και καθορίζουν το ρυθμό ξεκληρίσματος των μικρομεσαίων αγροτών, έτσι ώστε να προλαμβάνονται ανεπιθύμητες κοινωνικές εντάσεις και παρενέργειες. Εξυπακούεται ότι η αντικατάσταση μέρους των τιμών με επιδοτήσεις δίνουν τη δυνατότητα στους εμποροβιομηχάνους να κερδοσκοπούν σε βάρος των αγροτών και των καταναλωτών, επειδή τους εξασφαλίζουν φθηνή πρώτη ύλη.