Η επέτειος των 85 χρόνων από την ίδρυση του ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ), που τιμήθηκε το Νοέμβρη από την ελληνική εργατική τάξη, συνδυάζεται τα τελευταία χρόνια με την όξυνση της πολύμορφης επίθεσης εναντίον της ιστορίας του Κόμματος αλλά και συνολικά του λαϊκού κινήματος. Η επίθεση αυτή πήρε τη μορφή συντονισμένης εκστρατείας, στην οποία πρωτοστάτησαν έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αυτή η εκστρατεία δε φαίνεται να είναι άσχετη -κάθε άλλο μάλιστα- από τη συνολικότερη επίθεση που δέχεται η σοσιαλιστική-κομμουνιστική ιδεολογία και πράξη από φορείς και μηχανισμούς της άρχουσας τάξης. Κορυφαία της εκδήλωση, το τελευταίο διάστημα, ήταν η κατάθεση πρότασης, από την πλευρά του Λαϊκού Ευρωπαϊκού Κόμματος, στην κοινοβουλευτική συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταδίκη του κομμουνισμού, ως ιδεολογίας και πολιτικής πράξης ταυτόσημης με το ναζισμό και το φασισμό.
Τα γεγονότα αυτά μας έδωσαν το έναυσμα για έναν ευρύτερο προβληματισμό, σχετικά με το πώς η άρχουσα τάξη αντιμετωπίζει την ιστορία και την ιστορική μνήμη, πώς την ακυρώνει ή σε άλλες περιπτώσεις την ενσωματώνει στις επιδιώξεις της.
Ας θέσουμε ένα κεντρικό ερώτημα, που θα βοηθήσει να γίνει κατανοητός ο τίτλος του παρόντος άρθρου. Τι είναι η ιστορία, ως μορφή της ανθρώπινης δραστηριότητας και ως επιστήμη; Η ιστορία δεν είναι άλλο από τη διαρκή εξέλιξη του ανθρώπου προς τα εμπρός, από τη βαρβαρότητα στον πολιτισμό, από την κατώτατη βαθμίδα του πολιτισμού προς τις ανώτερες. Η εξέλιξη αυτή -η οποία, σύμφωνα με τον ιστορικό υλισμό, δεν είναι ευθύγραμμη αλλά σπειροειδής, όπου κάθε κύκλος της σπείρας αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου, είναι όμοιός του αλλά και ανώτερός του- συντελείται με κινητήρια δύναμη την πάλη ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις.
Η ιστορία, ως επιστήμη -κάτι αυτονόητο όχι πια μόνο για τους μαρξιστές, αλλά και για πολλούς σοβαρούς αστούς μελετητές- οφείλει να αναδεικνύει αυτήν ακριβώς την κίνηση, αυτήν ακριβώς τη διαπάλη, να διακρίνει το κάθε φορά επαναστατικό υποκείμενο και την κάθε φορά κίνηση και κατεύθυνση της ανθρωπότητας. Οχι μηχανιστικά ή μεταφυσικά, αλλά λογικά, με βάση τη γνώση των νομοτελειών που διέπουν την ανθρώπινη δραστηριότητα. Νομοτέλεια, για την ανθρώπινη ιστορία, είναι η ένταξη του ανθρώπου σε ευρύτερα κοινωνικά σύνολα, στις κοινωνικές τάξεις, μέσω της εργασίας και της σχέσης του με τα μέσα παραγωγής. Νομοτέλεια είναι η πάλη που αναπτύσσεται ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και η μετάβαση από τον ένα κοινωνικό-οικονομικό σχηματισμό στον επόμενο. Νομοτέλεια είναι η τελική ανατροπή όλων των εκμεταλλευτικών συστημάτων από την εργατική τάξη και το κόμμα της και η μετάβαση στο σοσιαλισμό. Από αυτή την άποψη, από την άποψη της γνώσης και διατύπωσης των νομοτελειών, η επιστήμη της ιστορίας είναι η «μητέρα» των ανθρωπιστικών επιστημών, με τον ίδιο τρόπο που η φυσική είναι η «μητέρα» των επιλεγόμενων θετικών.
Ο επιστημονικός κομμουνισμός, χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία του ιστορικού υλισμού, αναδεικνύει το κάθε φορά επαναστατικό υποκείμενου, καθορίζει και περιγράφει τους στόχους και τη στρατηγική του. Δε σταματά στην ανάλυση του παρελθόντος, αλλά προχωρά βαθιά στο μέλλον, προτείνει και προβάλλει τους νέους δρόμους που θα ακολουθήσει η ανθρωπότητα. Αυτό ακριβώς φοβίζει την αστική τάξη, η οποία επιτίθεται σήμερα στα κομμουνιστικά κόμματα, επιχειρώντας να ακυρώσει τόσο το ιστορικό τους παρελθόν, όσο και τη σημερινή πολιτική τους πρόταση και στρατηγική, ακυρώνοντας την ίδια την έννοια της ιστορικής νομοτέλειας.
ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΗΤΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η ιστορία του 20ού αιώνα δεν μπορεί να νοηθεί - και, αναμφίβολα, η ιστορία του 21ου πολύ περισσότερο - αποσπασμένη από την ιστορία των κομμουνιστικών κομμάτων, των αγώνων τους, των νικών, ακόμα και των λαθών και των ηττών τους. Για να έρθουμε στα καθ’ ημάς, πώς μπορεί να νοηθεί και να γραφτεί η ιστορία της Ελλάδας τον 20ό αιώνα, χωρίς να αναδειχτεί η παρουσία και η δράση του ΚΚΕ, της καθοδηγητικής δύναμης της εργατικής τάξης στην ταξική πάλη, αφού η ιστορία είναι ιστορία της πάλης των τάξεων; Το «ώριμο τέκνο της οργής» του 1918, πρωτοστάτησε στην πάλη για την ανάδειξη των εργατικών και ευρύτερα λαϊκών προβλημάτων από την πρώτη στιγμή της ίδρυσής του. Στους αγώνες και στις πολυαίμακτες θυσίες των κομμουνιστών, που καθοδήγησαν όλους τους μεγάλους εργατικούς και ευρύτερα λαϊκούς αγώνες, οφείλονται οι μεγαλύτερες κατακτήσεις του ελληνικού λαού, τόσο σε επίπεδο αστικών-δημοκρατικών θεσμών, όσο και στο επίπεδο της βελτίωσης των όρων και των συνθηκών ζωής. Οι ιστορικές εμπειρίες του ελληνικού λαού, η ίδια η πορεία συγκρότησής του ως έθνος, που ολοκληρώθηκε με τη μεγάλη επανάσταση του 1821, έχουν μπολιάσει τη συνείδηση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων με ορισμένα πολύ έντονα εξεγερσιακά στοιχεία. Η εμφάνιση και η ωρίμανση της εργατικής τάξης και η συγκρότηση του κόμματός της, του ΚΚΕ, βοήθησαν ώστε τα στοιχεία αυτά να περάσουν σε ανώτερο επίπεδο και να αποκτήσουν προλεταριακά χαρακτηριστικά.
Η παρουσία και οι παρεμβάσεις των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στην Ελλάδα αναλύθηκαν από το ΚΚΕ, το οποίο, στη βάση αυτών των αναλύσεων, χάραξε επί μακρόν την αντιιμπεριαλιστική πολιτική του. Οπωσδήποτε, δεν μπορεί να νοηθεί η εθνική αντίσταση ενάντια στην ιταλογερμανική φασιστική κατοχή, χωρίς τη μαζική δράση, αλλά και τον πρωτοπόρο καθοδηγητικό ρόλο των κομμουνιστών. Αμέσως μετά, η εποποιία του ΔΣΕ σηματοδότησε το πέρασμα από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα σε έναν αγώνα με πολύ πιο έκδηλα ταξικά αλλά και αντιιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά, που αντιστάθηκε διαδοχικά σε δύο μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.
Το ΚΚΕ είναι λοιπόν οι παρακαταθήκες του, οι θυσίες του, η ιστορία του. Εξ άλλου, το ίδιο το Κόμμα είχε και έχει ιδιαίτερη σχέση με τη μελέτη της ιστορίας, τόσο της δικής του όσο και της ελληνικής και παγκόσμιας. Το γεγονός ότι ιστορικά στελέχη του ΚΚΕ -πολλές φορές χωρίς να έχουν πίσω τους τις αντίστοιχες εγκύκλιες σπουδές- καταπιάστηκαν με την ιστοριογραφία, επιχειρώντας να εισαγάγουν τη μαρξιστική μεθοδολογία και ανάλυση στην ελληνική ιστορία είναι μια χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της σχέσης. Αναφέρουμε ως τέτια παραδείγματα το Γιάννη Κορδάτο και το Γιάννη Ζεύγο. Αλλά το ΚΚΕ είναι και το μόνο κόμμα που μελετά την ιστορία του, διαθέτει πλούσιο αρχείο, εκδίδει τα ντοκουμέντα του. Η μελετητική, συγγραφική και εκδοτική αυτή δραστηριότητα αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις για τη χάραξη της στρατηγικής του Κόμματος, καθώς συντελεί στην άντληση συμπερασμάτων για την ιστορική πορεία της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και για την ιστορική πορεία του ίδιου του ΚΚΕ, την ιστορική εξέλιξη της πολιτικής και της στρατηγικής του.
Η ΑΣΤΙΚΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Το ΚΚΕ ωστόσο δεν είναι μόνο η ιστορία του. Είναι κυρίως η ίδια του η υπόσταση και ο χαρακτήρας του, ως κόμμα της εργατικής τάξης, είναι η σημερινή πολιτική και στρατηγική του. Μια πολιτική όχι διαχειριστική του συστήματος, αλλά που έρχεται σε ρήξη με τον ιμπεριαλισμό και το καπιταλιστικό σύστημα, μια στρατηγική που αποσκοπεί στην ανατροπή και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Με αυτό τον τρόπο, το ΚΚΕ τιμά όχι μόνο τη δική του ιστορία, αλλά δοκιμάζει την ικανότητά του να διαβάζει το ιστορικό γίγνεσθαι, να αξιοποιεί τις ιστορικές νομοτέλειες και να δίνει επιστημονικά τεκμηριωμένες πολιτικές απαντήσεις στις ιστορικές αναγκαιότητες.
Εδώ λοιπόν επικεντρώνεται και η επίθεση της άλλης πλευράς, η οποία είναι πολύμορφη και πολύτροπη: άλλοτε εξειδικεύει τα όπλα της και τα στρέφει κατ’ ευθείαν ενάντια στην ιστορία των κομμουνιστών, άλλοτε πάλι παίρνει γενικότερη μορφή, στρεφόμενη κατά της έννοιας της εξέλιξης και της νομοτέλειας στην ανθρώπινη ιστορία.
Η πρώτη μέθοδος γνωρίζει μέρες θλιβερής δόξας. Σε αυτήν, επιστρατεύονται -φευ- πρόσωπα των οποίων κάποτε οι δρόμοι διασταυρώθηκαν με την πορεία του λαϊκού κινήματος και τα οποία χρησιμοποιούν ανενδοίαστα και ανερυθρίαστα την κάποτε στράτευσή τους ως εγγύηση «ειλικρίνειας» και «αντικειμενικότητας» στην αποτίμηση της ιστορικής αλήθειας. Θλιβερή ανθρώπινη και πολιτική περίπτωση, ο συγκατηγορούμενος του Νίκου Μπελογιάννη, που έστειλε στο σύνολο του αστικού τύπου, επιστολή με την οποία επέρριπτε τις ευθύνες για τον εμφύλιο πόλεμο στο ΚΚΕ, λοιδορούσε τον εαυτό του και τους τέως συντρόφους του γιατί «πάλεψαν να επιβληθεί στην Ελλάδα η δικτατορία των Ζαχαριάδη - Ιωαννίδη» και εγκαλούσε το κόμμα για τις «αγριότητες» που διέπραξε στον πόλεμο (μεταξύ άλλων επικαλούμενος την περίπτωση της μητέρας του εγνωσμένου πράκτορα Γκατζογιάννη). Παρά λίγο δε να ζητήσει από το σύνολο των αγωνιστών της αντίστασης και του ΔΣΕ, από το σύνολο των κομμουνιστών και των προοδευτικών ανθρώπων, να ζητήσουν συγγνώμη από τον ιμπεριαλισμό και από τους βασανιστές τους, σε μια «γιορτή πραγματικής εθνικής συμφιλίωσης».
Στο ίδιο κλίμα - αλλά με μία πιο «εκλεπτυσμένη», πιο θεωρητική προσέγγιση, ο φέρελπις νέος συγγραφέας κύριος Τάκης Θεοδωρόπουλος γράφει στο «Βιβλιοδρόμιο» της απογευματινής του συγκροτήματος Λαμπράκη, στις 13/9 του τρέχοντος, με αφορμή τη συναυλία στη Μακρόνησο[1]:
«Σήμερα, μισόν αιώνα μετά το τέλος και δύο τουλάχιστον γενιές παρακάτω, ο εμφύλιος πόλεμος εξακολουθεί να αιωρείται στο φαντασιακό μας ορίζοντα σαν άκαμπτο ταμπού. Δε μας ενδιαφέρει πώς ξεκίνησε, πώς τέλειωσε, ποιος φέρει την ευθύνη και τι κόστισε. Εμάς το μόνο που μας ενδιαφέρει να κάνουμε είναι να τραγουδάμε για να κρατήσουμε τη μνήμη του ζωντανή. Μια μνήμη εξίσου αυτονόητη με την παραδοχή ότι ηττημένοι έχουν όλο το δίκιο με το μέρος τους μόνον και μόνον επειδή ηττήθηκαν, γεγονός που τους απαλλάσσει από κάθε ευθύνη. (…)
Ο πομπώδης ηρωισμός των στίχων, με τις μεταφορές που θυμίζουν χάλκινους ανδριάντες και κάνουν τη μουσική να προχωράει σαν να σηκώνει ένα βάρος το οποίο πάση θυσία οφείλεις να μοιραστείς μαζί της, (σ.σ.: Αναφέρεται στο έργο του Γιάννη Ρίτσου «Ρωμιοσύνη» και στη μελοποίησή του από το Μίκη Θεοδωράκη) μοιάζει να εξορίζει την οποιαδήποτε προσωπική ευαισθησία. Η «Ρωμιοσύνη» είναι ένα έργο «συλλογικό» κι αν σήμερα δείχνει τις ρυτίδες της ηλικίας του, είναι επειδή ακριβώς η συλλογικότητα την οποία διεγείρει είναι οριστικά και αμετάκλητα παρωχημένη.
Ή μήπως ήσαν οι βαρύγδουπες δηλώσεις πριν και μετά τη συναυλία που έκαναν τη μουσική να ακούγεται παράταιρη, σαν να ξεπηδάει άκαμπτη και αγαλμάτινη από το μουσείο του χρόνου; Τι ήσαν όλ' αυτά τα περί μνήμης που πρέπει να κρατηθεί ζωντανή και να περάσει στις επόμενες γενιές για να μάθουν κι αυτές να υπερασπίζονται την ελευθερία τους, για να μην ξαναϋπάρξουν Μακρονήσια Για ποια μνήμη μιλάμε; Αν μη τι άλλο οφείλουμε να μάθουμε από ποια υλικά είναι φτιαγμένη η συγκίνησή μας, κατά συνέπεια και τα αισθήματά μας. Κι όσο δεν τολμάμε να τ' αγγίξουμε, από φόβο μη μας διαψεύσουν, εμείς θα είμαστε οι χαμένοι».
Ο εμφύλιος πόλεμος λοιπόν και η προσέγγισή του είναι συναισθηματικό γεγονός. Εξ άλλου, για ποια μνήμη μιλάμε, σύμφωνα με το ρέκτη λόγιο; Τι σημαίνει άραγε μνήμη, τι σημαίνει αναγκαιότητα να υπερασπιζόμαστε την ελευθερία, τι σημαίνει πάλη και αγώνας για να μην ξαναϋπάρξουν Μακρονήσια; Τι σημαίνει «συλλογικότητα»; Παρωχημένη έννοια, μπροστά στην αποκάλυψη του «υλικού από το οποίο είναι φτιαγμένα τα συναισθήματά μας»(!). Ωσάν τα ανθρώπινα συναισθήματα, και τα πιο προσωπικά ακόμη, να μην είναι άρρηκτα δεμένα με τη συλλογική, συνειδητή ή ασύνειδη δράση του ανθρώπου, ωσάν οι συμπεριφορές να διαμορφώνονται σε ιστορικό και κοινωνικό κενό, ωσάν ο άνθρωπος να μην πραγματώνεται ως τέτιος μόνο μέσα από τη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους, μέσα από την εργασία, την παραγωγή, την ένταξή του σε κοινωνική τάξη, τη συνακόλουθη συνειδητοποίησή του.
Το θαυμάσιο αυτό πόνημα εμπλουτίζεται βέβαια και από έκδηλα αντικομμουνιστικές νότες, καθώς και από μία απόλυτα απαξιωτική αναφορά στον ελληνικό λαό, το συναισθηματικά προσκολλημένο στο παρελθόν, που δεν μπορεί να καταλάβει ότι ο κόσμος αλλάζει. Ουδείς βέβαια -και πολύ λιγότερο οι κομμουνιστές- αρνείται ότι ο κόσμος αλλάζει. Κάτι τέτιο θα ήταν ριζικά αντίθετο με την κοσμοθεωρία μας και την πείσμονα διάθεσή μας για αγώνα. Στον τρόπο όμως με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αλλαγή, εκεί βρίσκεται η διαφορά μας με τους αστούς: για τους αστούς (να εξηγούμαστε, τους αστούς της παρακμής, γιατί το 18ο αιώνα ο μεγάλος Βολτέρος χλεύαζε τους απολογητές της φεουδαρχίας που ισχυρίζονταν ότι ο κόσμος τους είναι «ο καλύτερος δυνατός των κόσμων) αλλαγή στην ιστορία σημαίνει αυθαίρετη και, εν πολλοίς, αναιτιολόγητη ρήξη με το παρελθόν, άρνηση της συνέχειας, άρνηση της κίνησης και της διαλεκτικής. Δε σημαίνει ανατροπή και ρήξη, αλλά ακύρωση που προέρχεται από ανεξέλεγκτες δυνάμεις και δε διέπεται από καμία νομοτέλεια. Σε έναν τέτιο, άτακτο και χαοτικό κόσμο, όπου δεν υπάρχει σχέση αιτίου και αποτελέσματος, η μνήμη δεν έχει καμία σημασία, η ιστορία δεν διδάσκει, η ανθρωπότητα δεν μπορεί να διαγνώσει νομοτέλειες -αφού δεν υπάρχουν- και να τις αξιοποιήσει προς όφελός της. Η κίνηση προς τα εμπρός της ανθρωπότητας ή δεν υπάρχει ή είναι εντελώς τυχαία. Και, στο κάτω-κάτω -λένε, απευθυνόμενοι στους κομμουνιστές- «νικηθήκατε. Πειραματιστήκατε και το πείραμά σας κατέληξε σε τραγωδία. Μείνετε λοιπόν ως έκθεμα σε ένα μουσείο απολιθωμάτων, η μόνη θέση που μπορείτε να έχετε, σε αυτόν τον «καλύτερο δυνατό» των κόσμων».
Η ευρύτερη επίθεση των λογίων απολογητών της αστικής τάξης, απέναντι στην κομμουνιστική ιδεολογία και στην αναγκαιότητα ύπαρξης κομμουνιστικών κομμάτων έχει λοιπόν θεωρητικό υπόβαθρο, αλλά και πρακτικές εκδηλώσεις και εφαρμογές. Κατά την προηγούμενη δεκαετία και αμέσως μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές, κυριάρχησαν επί μακρόν στην αστική προπαγάνδα τα φληναφήματα περί «τέλους της ιστορίας» του προκλητικά ανιστόρητου Φουκουγιάμα. Η ιστορία λοιπόν, σύμφωνα με τις θεωρίες αυτές, τελείωσε, με την έννοια ότι η ανθρωπότητα έφτασε στο ανώτατο δυνατό σημείο που θα μπορούσε να φτάσει: στην κυριαρχία της αστικής τάξης, του καπιταλισμού, της αγοράς. Η αστική τάξη παριστάνει εαυτήν ως αιώνια και το σύστημά της ως «τον καλύτερο δυνατό κόσμο». Βεβαίως, η ίδια η πραγματικότητα έχει καταφανώς ακυρώσει αυτές τις θεωρίες: η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, η έξαρση των ιμπεριαλιστικών πολέμων, η ογκούμενη - αν και ακόμη ελλειμματική, ως προς τον προσανατολισμό και την καθοδήγηση δυσφορία των λαών, επιβεβαιώνουν τόσο το κλασικό έργο του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, όσο και την αναγκαιότητα ανατροπής ενός συστήματος που επιχειρεί να παρασύρει την ανθρωπότητα μαζί του στον όλεθρο.
Είναι εξόφθαλμα λοιπόν φανερό ότι η ιστορία δεν τέλειωσε: ένα επόμενο βήμα είναι ή να παρουσιαστεί χαοτική (με τον τρόπο που προηγουμένως αναφέραμε) ή να μετατοπιστούν οι αιτίες των αντιθέσεων από την ταξική αντιπαράθεση σε στοιχεία του εποικοδομήματος. Σε αυτή τη λογική εντάσσονται θεωρίες όπως αυτή του Χάντιγκτον, για τη λεγόμενη «σύγκρουση των πολιτισμών».
Η προσφιλέστερη όμως επιλογή είναι να λοιδορηθεί, να χλευαστεί, να υβριστεί το επαναστατικό υποκείμενο των καιρών μας. Η ρεβανσιστική τάση στην επίσημη ιστοριογραφία έχει γίνει έκδηλη μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές της δεκαετίας του ’90. Είναι λίγος καιρός που κυκλοφόρησε και στη χώρα μας η διαβόητη «Μαύρη Βίβλος του κομμουνισμού», ένα πόνημα που πρωτοκυκλοφόρησε στη Γαλλία και που κατά παράβαση κάθε επιστημονικής μεθοδολογίας, με ελλειμματικότατη αρχειακή τεκμηρίωση και στήριξη κατά το μεγαλύτερο μέρος σε αδιασταύρωτες προσωπικές μαρτυρίες, φορτώνει στους κομμουνιστές αδιανόητα εγκλήματα.
Στην Ελλάδα, υπάρχει μια πολλαπλή παραλλαγή αυτών των ιδεολογημάτων. Ενα αρκετά παλιό, αλλά πάντα ανανεούμενο ιδεολόγημα, προσφιλές κυρίως στους πολιτικούς χώρους της σοσιαλδημοκρατίας και του οπορτουνισμού, είναι εκείνο των «λαθών» του ΚΚΕ. Η τραγική κατάληξη της δεκαετίας ’40-’49, αποδίδεται εξ ολοκλήρου στο ΚΚΕ: η κλασική «εθνικοφροσύνη» στηλιτεύει το ΚΚΕ, επειδή «θέλησε να καταλάβει την εξουσία», «στασιάζοντας»(!) κατά της «νόμιμης κυβέρνησης». Η σοσιαλδημοκρατική απόχρωση της άρχουσας τάξης «θρηνεί» διότι τα «λάθη» του ΚΚΕ, κατά τη διεξαγωγή των δύο ένοπλων αγώνων της δεκαετίας του ’40, οδήγησαν στην ήττα, στις διώξεις των αγωνιστών, στην άγρια καταστολή.
Αλλα σενάρια που ενεργοποιούνται τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, είναι η «ανεκτικότητα», η «συμφιλίωση», η «αποδοχή», αλλά και η διαβόητη «κατάργηση των διαχωριστικών γραμμών». Μετά την πολιτειακή αλλαγή του 1974 και τη μετάβαση από μία αμιγή δικτατορία σε αστική - κοινοβουλευτική δημοκρατία, το αίτημα για τη λεγόμενη «εθνική συμφιλίωση» διατυπώθηκε από πολλούς καλοπροαίρετους, προοδευτικούς ανθρώπους και αφορούσε κυρίως την κατάργηση του άγρια κατασταλτικού θεσμικού πλαισίου που το αστικό κράτος διαμόρφωσε εναντίον των κομμουνιστών μετά την ήττα του ΔΣΕ. Σήμερα, την ίδια διατύπωση χρησιμοποιούν οι αστοί και οι απολογητές της αστικής τάξης, τόσο για να βοηθήσουν την επανένταξη, στην ενεργό πολιτική, προσώπων και πολιτικών μορφωμάτων που συνεργάστηκαν με τη χούντα, όσο και -το κυριότερο- για να εξασφαλίσουν την ευρύτερη δυνατή συναίνεση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στις επιλογές της ελληνικής άρχουσας τάξης, τη συναίνεση και συμμόρφωσή της με τις επιδιώξεις και τους σχεδιασμούς του ιμπεριαλισμού.
Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, ως το ανώτερο δυνατό πολίτευμα (όπου η ανωτερότητα καθορίζεται με αμιγώς ηθικούς όρους, αποσπασμένη από τις κοινωνικές συνθήκες και τους όρους ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής) μπορεί και οφείλει να ανέχεται τα «άκρα»: την «άκρα δεξιά» και την «άκρα αριστερά», που βαρύνονται με τα ίδια εγκλήματα. Εξ άλλου, κάτω από τον όρο «ολοκληρωτισμός» (έναν όρο ταξικά αποφορτισμένο) τίθενται εδώ και δεκαετίες στην ίδια μοίρα τα φασιστικά και ναζιστικά καθεστώτα, με το σοσιαλισμό (ιδιαίτερα με την εποχή κατά την οποία ΓΓ του ΚΚΣΕ ήταν ο Στάλιν), τη δικτατορία του προλεταριάτου. Στον «καλύτερο δυνατό των κόσμων», το «καλύτερο δυνατό των πολιτευμάτων», εν τη μεγαλοθυμία του μας ανέχεται όλους…
Σε αυτή τη λογική, η πολιτική αποσπάται από την οικονομία, οι κοινωνικές τάξεις δεν υπάρχουν, τα κόμματα δεν εκφράζουν ταξικά συμφέροντα. Σε παγκόσμιο επίπεδο, υποβαθμίζεται ή αγνοείται το γεγονός ότι ο φασισμός και ο ναζισμός υπήρξαν οι αγριότερες εκφάνσεις, σε πολιτειακό επίπεδο, του καπιταλισμού και αποσιωπάται το ότι η Σοβιετική Ενωση σήκωσε το κύριο βάρος της πάλης εναντίον τους. Σε επίπεδο Ελλάδας, εξομοιώνεται η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, που συμμετείχε στην εθνική αντίσταση, μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και την καθοδήγηση του ΚΚΕ, με την αστική τάξη και τα πολιτικά της μορφώματα, που βυσσοδομούσαν εναντίον του ελληνικού λαού στο Κάιρο, σε όλη τη διάρκεια της κατοχής. Εξομοιώνεται η εποποιία του ΔΣΕ με την μάχη της αστικής τάξης να διασώσει το κράτος και την εξουσία της (που είχαν ισχυρά κλυδωνιστεί και λόγω της ανοιχτά προδοτικής της στάσης κατά την περίοδο της κατοχής), με την ανοιχτή στήριξη των ισχυρότερων συμμάχων της στο σύστημα του ιμπεριαλισμού, των βρετανών και στη συνέχεια των αμερικάνων. Εξομοιώνεται η σημερινή πολιτική των αστικών κομμάτων που μεριμνούν για τη στήριξη και τη διαιώνιση του καπιταλιστικού συστήματος, με εκείνους που παλεύουν για την ανατροπή του, που αντιτίθενται σθεναρά και τελεσφόρα, στο βαθμό τουλάχιστον που το επιτρέπει ο σημερινός συσχετισμός δυνάμεων, στον ιμπεριαλισμό και στους σχεδιασμούς του. Εξομοιώνει, σε τελευταία ανάλυση, τους θύτες με τα θύματα.
ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Οι κομμουνιστές ωστόσο δεν επικαλούνται την ιδιότητα του θύματος, αν και υπήρξαν σε όλες τις κρίσιμες ιστορικές στιγμές του 20ού αιώνα, ούτε για να επισύρουν τη λύπη και τη συμπάθεια ούτε για να γίνουν ανεκτοί ως νικημένοι και κυνηγημένοι. Αντίθετα, με ταξική υπερηφάνεια θυμούνται και επικαλούνται τις θυσίες τους - που, άλλωστε, αν χρειαστεί θα επαναλάβουν στη νέα όξυνση της ταξικής πάλης που αναπόφευκτα θα έρθει. Για τους κομμουνιστές, η ιστορική μνήμη έχει σημασία και αξία όχι μόνο -και όχι κυρίως- συναισθηματική, αλλά και επιστημονική και πολιτική. Το ΚΚΕ θυμάται και αναλύει το παρελθόν ακριβώς γιατί αντλεί διδάγματα για το μέλλον.
Αντίθετα, ο ιμπεριαλισμός και οι απολογητές του απεχθάνονται βαθύτατα την ιστορία. «Αυτό είναι ιστορία», αποφαίνονται απαξιωτικά οι αμερικανοί πολιτικοί, για να αναφερθούν σε κάτι ξεπερασμένο, αραχνιασμένο, αδιάφορο και ανάξιο λόγου. Ισως και επίφοβο: αν διαβάσουμε τους αμερικανούς συγγραφείς τρόμου (που είναι αναμφίβολα αξιόλογοι) θα δούμε ότι η παλαιότητα ενός πράγματος, υλικού ή πνευματικού, είναι πηγή τρόμου και ανησυχίας, κυοφορεί τη διασάλευση της τάξης, «του κόσμου όπως τον ξέρουμε».
Είναι λογικός αυτός ο φόβος απέναντι στο ιστορικό γίγνεσθαι και στα υλικά του κατάλοιπα: η ιστορία, ως επιστήμη, αλλά και ως συλλογική μνήμη του ανθρώπινου γένους, διδάσκει την εξέλιξη και την πρόοδο, μέσα από την ατομική και συλλογική, την ασύνειδη και τη συνειδητή δράση του ανθρώπου. Διδάσκει την πίστη στο ανθρώπινο γένος, στο μυαλό και στα χέρια του, στην ικανότητά του να επιδρά στη φύση και να αλλάζει την κοινωνία. Διδάσκει ότι κινητήρας των ταξικών κοινωνιών είναι η πάλη των τάξεων που κορυφώνεται με τις κοινωνικές επαναστάσεις. Αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που καθιστά το ΚΚΕ ταυτόχρονα φορέα της ιστορικής μνήμης και υποκείμενο πολιτικής πάλης για την ανατροπή και την οικοδόμηση της νέας, σοσιαλιστικής κοινωνίας. Και όταν αυτή η κοινωνία οικοδομηθεί, η νικηφόρα εργατική τάξη του μέλλοντος θα έχει κάθε δικαίωμα να απευθύνει στους αρνητές της εξέλιξης και της ιστορικής μνήμης τούτη την αποστροφή, που απηύθυνε στον καιρό του στους αντιδραστικούς γάλλους διανοουμένους, ο μεγάλος επαναστάτης Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος: «Μικροί και μάταιοι άνθρωποι, κοκκινίστε, αν μπορείτε. Τα θαύματα που απαθανάτισαν αυτή την εποχή της ανθρώπινης ιστορίας έγιναν χωρίς εσάς και παρά τη θέλησή σας». Κάπως έτσι θα γίνει με τα μελλοντικά σοσιαλιστικά θαύματα… Η πΗΗηη