ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΛΗΝΟΣ: 60 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ


της Αννεκε Ιωαννάτου

Ο Δημήτρης Γληνός, τον οποίο η Ρόζα Ιμβριώτη χαρακτήρισε «προμηθεϊκή προσωπικότητα», είναι μία από αυτές τις αρκετά σπάνιες περιπτώσεις διανοουμένων, που η πορεία τους προς τα αριστερά δεν ήταν στιγμιαία και πρόσκαιρη, αλλά βαθιά και καθοριστική, τόσο που δεν έκανε ποτέ πια πίσω ακόμα και μπροστά στις πιο επώδυνες συνέπειες της επιλογής του. Σε γράμμα του προς νέους φοιτητές το 1932 θα πει: «Οι δρόμοι που ανοίγονται σήμερα μπροστά σας δεν είναι πολλοί, είναι δύο. Είτε θελήσετε να τους αναγνωρίσετε είτε όχι είτε προσπαθήσουν να σας τους κρύψουν μέσα στην ομίχλη ιδεαλιστικών σοφισμάτων, οι δρόμοι, που ανοίγονται μπροστά σας, είναι και μένουνε δύο: ή θα πάτε με το μέρος της συντήρησης και της αντίδρασης ή θα πάτε με το μέρος της επανάστασης. Tertium non datur (τρίτος δεν υπάρχει)».

Οπως βλέπουμε, το θέμα των δύο γραμμών και το δελεαστικό τρικ της λεγόμενης τρίτης επιλογής ήταν πάντα εκεί και πάντα απευθυνόταν στο αίσθημα πολλών ανθρώπων να μη θέλουν τα «άκρα». Η πραγματικότητα μπορεί κατά καιρούς να τρέφει την ψευδαίσθηση του «μεσαίου χώρου», τόσο ταιριαστού στη μικροαστική νοοτροπία, σε κάποια χρονικά διαστήματα, σε κάποιους, αλλά ποτέ αυτή η ψευδαίσθηση δεν ήταν μια γενικευμένη κατάσταση. Η αστική προπαγάνδα τη θέλει γενικευμένη, γιατί με αυτόν τον τρόπο πλάθει φιλήσυχους πολίτες που δε θέλουν να επαναστατήσουν ενάντια στην κοινωνική ανισότητα, ενάντια στους άδικους πολέμους.

Ο Δημήτρης Γληνός (1882-1943) διάλεξε το μέρος της επανάστασης, της μαρξιστικής ιδεολογίας μετά από μια βαθμιαία πορεία συνειδητοποίησης των κοινωνικών καταστάσεων, ξεκινώντας από τον τομέα του, την εκπαίδευση.

Στους πνευματικούς αγώνες του τόπου εμφανίζεται γύρω στα 1910 και έμεινε εκεί εξέχουσα μορφή μέχρι το θάνατό του το 1943. Ανάμεσα σε αυτές τις δύο χρονολογίες όμως συντελείται μια μεγάλη, ριζική αλλαγή. Αφήνει το χώρο της αστικής δημοκρατικής διανόησης και περνάει στην άλλη όχθη, στη μαρξιστική-λενινιστική κοσμοθεωρία: ένα βήμα με σοβαρές συνέπειες εκείνη την εποχή: διώξεις, φυλακίσεις, εξορίες, σακάτεμα της υγείας του, τελικά και η αιτία του πρόωρου θανάτου του.

Από το 1910 μέχρι το 1925 περίπου ο Γληνός είναι ένας δημοκράτης αστός διανοητής που συμμετέχει ενεργά στους αγώνες μιας μερίδας της αστικής τάξης για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας. Από το 1917 ήδη (Οκτωβριανή Επανάσταση) έχουμε τα πρώτα σημάδια μιας μεταστροφής, που από το 1924 αρχίζει να φανερώνεται πλέον πιο καθαρά. Μπροστά στο κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός, που έδωσε μια τεράστια ώθηση στο παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα, αλλά και έχοντας επιλύσει, προς όφελός της, τη διαπάλη με τα όποια πολιτικά κατάλοιπα προηγούμενων οικονομικο-κοινωνικών σχηματισμών, η αστική τάξη της χώρας δείχνει τον πραγματικό της εαυτό, τη συντήρηση. Την απασχολεί πριν απ’ όλα η εδραίωση του καθεστώτος της, η επιβίωσή της στο παγκόσμιο γίγνεσθαι και η κάθε προοδευτικότητά της είναι πια πολυτέλεια. Από τη συντήρηση περνάει σύντομα στο πισωγύρισμα, στην αντίδραση, στα κατασταλτικά μέτρα για να δαμάσει το νέο κίνδυνο για την ίδια την ύπαρξή της. Ετσι οι δύο δρόμοι χωρίζουν πολύ πιο καθαρά απ’ ό,τι πριν. Αυτό σημαίνει μια μεγάλη ευκαιρία για καθαρές επιλογές. Και ο Γληνός υπάκουσε σε αυτό το κέλευσμα της εποχής του. Στον Εκπαιδευτικό Ομιλο, εκείνη την περίοδο, γίνονται έντονες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Ο συντηρητικός αστός δημοτικιστής Δελμούζος με τους ομοϊδεάτες του (κάποτε πρωτοπόροι στον τομέα της παιδείας) θέλουν να αναθεωρήσουν την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση στην κατεύθυνση ενός «υπερταξικού», «υπερκομματικού» σχολείου περιορίζοντας την «προοδευτικότητά» τους στο αίτημα της καθιέρωσης της Δημοτικής (μέχρι και ο Μεταξάς ήταν δημοτικιστής!). Υπερτόνιζαν ταυτόχρονα τη σημασία της διδασκαλίας των Θρησκευτικών και των λεγόμενων εθνικών μαθημάτων και μάλιστα με απομνημόνευση. Αυτό ήταν το περιεχόμενο της υπερταξικότητας και της υπερκομματικότητας! Το ίδιο ιδεολόγημα έχει επαναληφθεί και επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα, άλλοτε πιο προβεβλημένα, άλλοτε πιο συγκαλυμμένα, ανάλογα με τις ανάγκες της επικράτησης των αστικών ιδεών. Πάντα το αστικό αίτημα για υπερταξικότητα, υπερκομματικότητα ή και για αποϊδεολογικοποίηση είναι ιδιαίτερα ταξικό, κομματικό και ιδεολογικό. Εννοούν, βεβαίως, την επικράτηση της δικής τους ιδεολογίας, αυτής του καπιταλισμού και την εξαφάνιση της μαρξιστικής. Την επιθυμία τους αυτή τη συγκαλύπτουν με τους γενικούς όρους για να μην κατονομαστεί ανοιχτά αυτό που θέλουν, κάτι που θα προκαλούσε περισσότερες αντιδράσεις.

Οι αστοί δημοτικιστές κήρυξαν λοιπόν τη θεωρία της «Νεοελληνικής πραγματικότητας». Ποια πραγματικότητα όμως; Ο Δημήτρης Γληνός είπε, ότι επρόκειτο για «ένα είδος ξαναγυρισμού στα στοιχεία του ποιμενικογεωργικού πολιτισμού της Τουρκοκρατίας». Οταν η άρχουσα τάξη ενός τόπου νιώθει την ανάγκη να ανατρέξει, να βρει καταφύγιο σε στείρες συντηρητικές μορφές από το παρελθόν, σημαίνει ότι βρίσκεται σε αδιέξοδο. Το 1927 διασπάται ο Εκπαιδευτικός Ομιλος και οι δύο κόσμοι χωρίζονται. Στις αρχές του 1928, ο Γληνός έκανε την ανοιχτή του εξομολόγηση σε μια ιστορική συζήτηση στον Εκπαιδευτικό Ομιλο: «Η ψυχή μου είναι με τους αδικημένους». Και, πριν από το θάνατό του το 1943, ερωτώμενος από φίλους του για τη διάσπαση τότε στον Εκπαιδευτικό Ομιλο, απαντάει: «Δε γινόταν πια τίποτε. Δυστυχώς ο φίλος μου ο Αλέκος (εννοούσε το Δελμούζο, που τον εκτιμούσε και πάντα με πίκρα αναφερόταν στην ιδεολογική τους διαμάχη) ήταν αδιάλλακτος! Εβλεπα πια καθαρά πως κυλούσα την πέτρα του Σίσυφου. Ετσι χώρισαν οι δρόμοι μας»!

ΟΙ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ

Μέχρι το 1927 όλοι μιλούσαν για το μεγάλο δάσκαλο, εννοώντας το Δημήτρη Γληνό. Από τότε, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Ανάλογα με τη θέση, το φρόνημα ή την εμπάθεια του καθενός, ανάλογα επίσης με το βαθμό προοδευτικότητας αλλά και τόλμης του καθενός, κρινόταν η αξία του Γληνού. Αν δεν τον αποσιωπούσαν εντελώς! ΄Η χώριζαν τον ανανεωτή εκπαιδευτικό Γληνό από το λαϊκό αγωνιστή Γληνό σε μια προσπάθεια να μην αναδειχτεί ο κίνδυνος, που αποτελούσε η πορεία του προς τα αριστερά, για τις κατεστημένες αστικές δυνάμεις, όπως κάνουν εκείνοι που καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν να αποσιωπήσουν κάποια μεγέθη και γι’ αυτό φωτίζουν μόνο μια πλευρά τους, την πιο «ακίνδυνη». Αλλοι προσπάθησαν να αποδώσουν τη διάσπαση του Εκπαιδευτικού Ομίλου στο διχασμό διανοουμένων και όχι στη σύγκρουση δύο ιδεολογιών.

Δύσκολο, όμως, πράγμα ο χωρισμός του Γληνού στα δύο, διότι τοποθετούσε το δημοτικισμό και όλη την παιδεία μέσα στον όλο αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση και τη δημιουργία ενός νέου, λαϊκού πολιτισμού τονίζοντας πάντα το ενιαίο της γλώσσας και της παιδείας.

Ο Αλέξανδρος Σβώλος στο «Ο πνευματικός άνθρωπος» γράφει: «Η αστική τάξη δεν του το συγχώρεσε, μα και δεν έπαψε να του αναγνωρίζει το υπέρτερο κύρος και να τον σέβεται όσο κι αν τον εμίσησε. Και ο αστικός κόσμος κατάλαβε και ομολόγησε πως με το θάνατο του Γληνού, χάθηκε από την Ελλάδα μια εθνική δύναμη. Τόση ήταν η πνευματική του επιβολή και τέτιος ο ίσκιος της προσωπικότητάς του».

Ο Γληνός ωστόσο έθιξε τα «ιερά δόγματα» και κατέδειξε τα πιο τρωτά σημεία της αστικής παιδείας. Αποκάλυπτε και τόνιζε και τις ψυχοκοινωνικές ζημιές που είχαν επιφέρει στην ελληνική κοινωνία η «αρχαιομανία, ο ψευτοκλασικισμός, ο εθνικός μυστικισμός, η ελληνοκεντρικότητα και... ο πρωτόγονος λαϊκισμός» και που έριξαν τον τόπο στην «προγονοπληξία, στο μεγαλοϊδεατισμό, στην πολιτιστική αθλιότητα».

Η πρότασή του ήταν να «μετουσιώσουμε σε σπέρματα ζωής τα ζωντανά στοιχεία από τον πολιτισμό μας, να γονιμοποιήσουμε με αυτά το νέο ελληνικό σοσιαλιστικό πολιτισμό. Ετσι θα βρούμε την αληθινή μας εθνική ταυτότητα». Δημιουργικός ιστορισμός και όχι άγονος ιστορισμός, όπως ονόμασε αυτή του την πρόταση, που φυσικά περιέκλειε μια ολόκληρη εκπαιδευτική θεωρία. Εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει η στροφή του Γληνού προς τα αριστερά, (χωρίς όμως να γνωρίζουμε κατά πόσο είχε προχωρήσει η από μέρους του μελέτη και αφομοίωση της μαρξιστικής - λενινιστικής κοσμοθεωρίας). Αντιπαραβάλλουμε στην άποψη που διατύπωσε ο Γληνός το 1920, για τον «εθνικό πολιτισμό», την αντίστοιχη θέση του Λένιν (1913): «Σε κάθε εθνικό πολιτισμό υπάρχουν, έστω και όχι αναπτυγμένα, στοιχεία δημοκρατικού και σοσιαλιστικού πολιτισμού, επειδή σε κάθε έθνος υπάρχει η εργαζόμενη και εκμεταλλευμένη μάζα, που οι συνθήκες της ζωής της γεννούν αναπόφευκτα τη δημοκρατική και τη σοσιαλιστική ιδεολογία. Σε κάθε έθνος όμως υπάρχει και αστικός πολιτισμός και μάλιστα όχι απλώς σαν «στοιχεία» πολιτισμού, αλλά σαν κυρίαρχος πολιτισμός. Γι’ αυτό ο «εθνικός πολιτισμός» γενικά είναι ο πολιτισμός των τσιφλικάδων, των παπάδων και της αστικής τάξης». Θα επανέλθουμε παρακάτω σε αυτό το θέμα.

Η έναρξη της μεταστροφής του Γληνού σήμανε και την απόλυσή του από τη δημόσια θέση που κατείχε το 1925. Αργότερα και ο Παπαναστασίου και ο Βενιζέλος του πρόσφεραν σπουδαίες θέσεις, αλλά δε δέχθηκε. Πολλοί έλεγαν: «Κρίμα ο Γληνός, ένα τέτιο μυαλό να χαθεί! Σήμερα θα ήταν πρύτανης, ακαδημαϊκός κλπ.». Αλλά εκείνος με τη σειρά του, ιδιαίτερα μιλώντας για τη «μεταστροφή» παλαιών συνοδοιπόρων του, έλεγε: «Τους βλέπετε; Κλάψτε τους! Βάλανε φόρα να γίνουν καθηγητές. Θα συρθούν, θα γονατίσουν, θα προσκυνήσουν, θα εξευτελιστούν τόσο, ώστε όταν φτάσουν στην έδρα, θα ντρέπονται τους φοιτητές τους και θα σιχαθούν τον εαυτό τους...», αποδίδοντάς τους, καθώς φαίνεται, κάποια ηθική διάσταση ωστόσο, υποθέτοντας ότι είχαν τη δυνατότητα της ντροπής ακόμα! Επίσης επισημαίνει το ειδικό ηθικό πρόβλημα των διανοούμενων, στους οποίους -ιδιαίτερα αν πρόκειται για σπουδαία κεφάλαια- η αστική κοινωνία προσφέρει ενδεχομένως δελεαστικές ψηλές θέσεις και η άρνηση απαιτεί ιδιαίτερη ψυχική δύναμη. Το ίδιο πρόβλημα δεν τίθεται με την ίδια ένταση στους εργάτες, μια και δε θα τους προσφερθούν εύκολα θέσεις, εκτός αν πάλι κάποιοι πρωτοπόροι ξεχωρίζουν.

Ενα παλαιό διοικητικό στέλεχος του Υπουργείου Παιδείας, ο Χρήστος Λέφας, έγραφε στην «Ιστορία της Εκπαιδεύσεως»: «Ο Δ. Γληνός υπήρξεν η ψυχή του Εκπαιδευτικού Ομίλου και το κέντρον της δημοτικής κινήσεως. Είναι μέγα ατύχημα ότι ώθησεν τας προοδευτικάς του γνώμας μέχρι του σημείου να εξέλθει του κοινωνικού πλαισίου και να ασπασθεί ανεπιφυλάκτως τον κομμουνισμόν. Δεν είναι μόνον ότι εστέρησαν την ελληνικήν κοινωνίαν και επιστήμην από έναν των πλέον ζωντανών παραγόντων των, αλλά έδωκεν επιχειρήματα εις τους συγχίζοντας τον δημοτικισμόν με τον κομμουνισμόν».

Το 1927 η πλειοψηφία στον Εκπαιδευτικό Ομιλο πήγε με το μέρος του Γληνού και αυτό τον έκανε ακόμα πιο ασυγχώρητο για τους αντιπάλους του. Ο Κώστας Βάρναλης, φίλος και συναγωνιστής του Γληνού γράφει για τον καιρό που ήταν μαθητής του στη μέση εκπαίδευση: «Αυτόν τον αέρα της δημιουργικής πίστης και της γόνιμης δράσης, μας τον εμφυσούσε ο Γληνός. Μόνη η αυτοκυριαρχημένη παρουσία του, η γαλήνη του, ασκούσαν μια ακαταμάχητη γοητεία σε όλους, και στους φίλους και στους αντίθετους, γιατί ανάμεσά μας υπήρχαν κάμποσοι φανατικοί καθαρευουσιάνοι παλαιού τύπου και αμετακίνητοι οπαδοί του στείρου εκπαιδευτικού ιδανικού των λογιοτάτων. Ομως κανένας δεν αμφισβητούσε την επιβλητική προσωπικότητα του Γληνού, τη ζωντανή παιδαγωγική του κατάρτιση, καθώς και την ακεραιότητα του ήθους του και την ειλικρίνεια της πίστης του».

Μια ενδιαφέρουσα άποψη είναι και αυτή του Φ. Βώρου, που το 1982 θα γράψει στο περιοδικό «Νέα Παιδεία», φυλ. 20 και στο άρθρο του «Ιστορία που δεν διδάσκεται» ανάμεσα στ’ άλλα και το εξής, μιλώντας για τη διάσπαση στον Εκπαιδευτικό Ομιλο: «...Οι πρωταγωνιστές του Δελμούζος - Γληνός βρέθηκαν αντιμέτωποι πάνω σε θέμα εκπαιδευτικής ιδεολογίας. Η θέση του πρώτου μπορεί να συνοψιστεί: Εκπαίδευση χωρίς πολιτική, απολιτική. Η θέση του δεύτερου μπορεί να συνοψιστεί: Η εκπαίδευση (και η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση) είναι πράξη πολιτική και ενεργείται με πολιτικές δυνάμεις και αποφάσεις. Αρα, εκπαιδευτική αλλαγή προϋποθέτει κοινωνική-πολιτική αλλαγή. Βαθμιαία ο Γληνός άγεται στο συμπέρασμα ότι χρειάζεται κοινωνική μεταρρύθμιση για να γίνει και ουσιαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Οι δεκαετίες που ακολούθησαν τον δικαίωσαν. Απολιτική Παιδεία ουσιαστικά σημαίνει παιδεία συντηρητική, στάσιμη».

Κάτω από την καθοδήγηση του Γληνού ο Εκπαιδευτικός Ομιλος θα μετονομαστεί από το 1927 «Σωματείο μελέτης εκπαιδευτικών προβλημάτων και κοινωνικού Διαφωτισμού». Το 1929 θα αυτοδιαλυθεί.

Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Ο ίδιος ο Γληνός συνόψισε την ιδεολογική πορεία ή την πνευματική διαδρομή του στην εξής έκφραση: «Από το Μιστριώτη στο Λένιν», δηλαδή από τον καθαρευουσιάνο δάσκαλο με τις αστικές αντιλήψεις στο μαρξιστή της σύγχρονης εποχής.

Ήδη αναφερθήκαμε στους όρους «δημιουργικός και άγονος ιστορισμός», που εκφράζουν την προσπάθεια του Δ. Γληνού να διατυπώσει, με πρωτότυπο τρόπο, το θεωρητικό-ιδεολογικό πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης. Ο ίδιος το περιγράφει ως εξής: «...Η Ιστορία... έχει... διακοσμητική και έμμεση αξία για τη ζωή, ουσιαστική σημασία έχει ο ιστορισμός, η συνειδητή δηλαδή προσπάθεια για να διατηρηθούν οι αξίες του παρελθόντος ως απόλυτες ή για να μετουσιωθούν και να γίνουν σπέρματα νέας ζωής... (και) συστηματοποιώντας τις μορφές του μπορούμε να διακρίνουμε δύο είδη του: Το πρώτο χαρακτηρίζεται ως αυτούσια μεταφορά και μίμηση αξιών. Το δεύτερο είδος μετουσίωση αξιών...». Το πρώτο είδος λοιπόν, το ονόμασε άγονο ιστορισμό, το δεύτερο δημιουργικό ιστορισμό. Οι διατυπώσεις αυτές είναι, θα λέγαμε, χαρακτηριστικές του ιδεολογικού και θεωρητικού μεταίχμιου, στο οποίο βρισκόταν ο Γληνός το 1920, ανάμεσα στο δημοκράτη αστό και στο μαρξιστή.

Από πολύ νωρίς, πολύ πριν από την αριστερή του στροφή, διατύπωσε τις απόψεις του για την ασφυκτική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην ελληνική εκπαίδευση. Στο «Ενας άταφος νεκρός», εισηγητική έκθεσή του για τα εκπαιδευτικά νομοσχέδια του 1913, δίνει μια παραστατική εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε στην παιδεία: «Τι έπραξεν εν συνόλω η παιδεία απέναντι των δεδομένων τούτων; Τον μεν λαόν τον πολύν, τον εργάτην της γης, τον κτηνοτρόφον, τον χειρώνακτα, τον τεχνίτην, το ομολογούν όλοι ομοφώνως, τον άφησεν εις το σκότος, εις την πρόληψην, εις την αμάθειαν. Του ενίσχυσε την περιφρόνησιν της γης, δεν τον εβοήθησε να προαχθή εις τας τέχνας, του ενίσχυσε την τάσιν προς την εύκολον ανάδειξιν και το ταχύ κέρδος, δηλαδή προς τον μεταπρατισμόν και τον έστειλεν εις την Αμερικήν. ΄Η τον άφησεν εδώ ταπεινωμένον, γυμνητεύοντα, καλλιεργούντα πρωτογόνως, κτηνοτροφούντα πρωτογόνως, προτιμώντα την γητειά, δια να θεραπεύση τα ζώα του από το φως της επιστήμης. Γλώσσαν δεν του έδωκε, πραγματικάς δεξιότητας δεν του εκαλλιέργησε, χρησίμους γνώσεις δεν του μετέδωκε. Του παρέσχεν όμως την ευκολίαν να υπάγη εις το ελληνικόν σχολείον και να μάθη ότι ο παρακείμενος του άγω είνε αγήσχα... Μάτια ελληνικά, μάτια έξυπνα και ακτινοβόλα, οσάκις σας αντικρύζω μέσα εις την τάξιν σχολείου υποδουλωμένα εις το άγονον αυτό κυνήγημα, πόσον σας συμπονώ, ω αθώα θύματα της εκπαιδευτικής μας λεξιμανίας!... Δεν θέλω να ρίψω το βλέμμα εις εικόνας θλιβεράς, δεν θέλω να ψάλω ιερεμιάδας. Ολοι τα γνωρίζετε, όλοι τα αισθάνεσθε, όλοι τα βλέπετε, όλοι τα εζήσατε τα θλιβερά πράγματα. Ολοι το εγνωρίσατε το σχολείον φυλακήν και το σχολείον υπνωτήριον, το σχολείον των λόγων, των γραμματικών τύπων και των κενών φράσεων, το σχολείον το σκοτεινόν εσωτερικώς και εξωτερικώς, το σχολείον του ευρώτος και του ψυχικού αποπνιγμού, το σχολείον οδοστρωτήρα και προκρούστην των ψυχών, το σχολείον το αφρονημάτιστον, το σχολείον που δίδει «χαρτιά» και τίποτε άλλο, το σχολείον το περιφρονούμενον από μαθητάς, από γονείς, από κοινωνίαν και πολιτείαν. Ολοι εγνωρίσατε το περιφρονητικόν μειδίαμα και την προσωνυμίαν «δάσκαλος» σημαίνουσαν τον φορέα πάσης πνευματικής μικρότητος, κοινωνικής πενιχρότητος και ατέλειας».

Αφήσαμε τον ίδιο τον Γληνό να μιλάει μέσα από αυτό το κάπως μεγάλο απόσπασμα, γιατί και με την καθαρεύουσα, που τότε ακόμα χρησιμοποιούσε, δίδεται θαυμάσια το κλίμα της εποχής του, καθώς και η απέχθεια η δική του για την πνευματική στειρότητα που επικρατούσε στην παιδεία και που κραύγαζε για αλλαγή. Επίσης το απόσπασμα, πέρα από δείγμα της λογοτεχνικής γραφής του Γληνού, δείχνει καθαρά το ήδη έντονα υπαρκτό αίσθημα του Γληνού για την τύχη των λαϊκών στρωμάτων(χωρίς όμως ακόμη ταξικό - θεωρητικό υπόβαθρο), κάτι το οποίο θα λειτουργούσε μέσα του σαν ισχυρό κίνητρο για το δρόμο που διάλεξε έπειτα και που θα τον οδηγούσε, στα δυσκολότερα χρόνια, μέχρι το Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, του οποίου υπήρξε μέλος. Δείχνει, επομένως, την τεράστια πνευματική-ιδεολογική διαδρομή του, την εντυπωσιακή πορεία του στον ακανθώδη δρόμο του αγώνα.

Για την κατάσταση στην αίθουσα της διδασκαλίας στα σχολεία υπάρχουν επίσης εξαιρετικά γλαφυρά μέχρι και σατιρικά κείμενα του Δ. Γληνού.[1]

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ

Το κείμενο «Δημιουργικός Ιστορισμός» (1920) είναι πλέον γραμμένο στη Δημοτική. Η πορεία του Γληνού προς το λαό και την κοσμοθεωρία που δίνει στο λαό τη δικαιωματική του θέση στο προσκήνιο της ιστορίας, το μαρξισμό-λενινισμό, έχει ως αφετηρία τη γλωσσική επιλογή, που είναι και το εκφραστικό μέσο των λαϊκών στρωμάτων ή, όπως το εξέφρασε ο ίδιος ο Γληνός, «η καθαρή και ανόθευτη πηγή της νεοελληνικής ψυχής και του νεοελληνικού λόγου».

Ο Γληνός αρχίζει να εκφράζεται στη Δημοτική, μια Δημοτική όμως που δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα για να αποτελέσει το άρτιο όργανο έκφρασης για έναν επιστήμονα. Εξακολουθεί λοιπόν να χρησιμοποιεί όρους που προέρχονται από την καθαρεύουσα. Στο ως άνω κείμενό του στρέφεται με διεισδυτική ματιά στο ευαίσθητο και ανεξερεύνητο τομέα της ψυχοκοινωνικής κατάστασης του ελληνικού λαού, στις ανισορροπίες που έχουν δημιουργηθεί από μια ιστορία με ένα πολύ μακρινό, μεγάλο παρελθόν και ένα βασανιστικό, ταπεινωτικό πολλές φορές για τη χώρα παρόν. Νομίζουμε, πως οι αναλύσεις του Γληνού δίνουν μια πολύ σημαντική διάσταση του προβλήματος. Οι σκέψεις του δεν έχουν συνεχιστεί μέχρι σήμερα, σε αυτόν τον τομέα τουλάχιστον, και το θέμα έμεινε ανεξέταστο.

Τα εξής αποσπάσματα από το «Δημιουργικό Ιστορισμό» βοηθούν, νομίζουμε, στη διαμόρφωση μιας εικόνας της σκέψης του Γληνού: «Μόνο ένα δυνατό εγώ, στηριγμένο σε αυτεπίγνωση και αυτοπεποίθηση μπορεί να γνωρίσει το παρελθόν και να ζητήσει σε αυτό τα γόνιμα και χρήσιμα σπέρματα, γιατί και αυτή η κατανόηση του παρελθόντος προϋποθέτει επίγνωση του παρόντος και ορμή δημιουργική. Γιατί αλλιώς λείπει και αυτό το μέτρο για να κριθούν τα περασμένα. Ολα θεωρούνται καλά ακόμα και τα τιποτένια και τ’ ασήμαντα και τα κακά... Λαοί, που δεν έχουν συνείδηση του εγώ τους και αυτοπεποίθηση, λατρεύουν κάθε τι ξένο και το μεταφέρουν αυτούσιο στον εαυτό τους. Ετσι η ψευτοκλασική Ελλάδα του ΙΘ’ (19ου) αιώνα είνε ταυτόχρονα και ξενολάτρισσα.

Σε κάθε εκδήλωση της κοινωνικής και πνευματικής ζωής της βρίσκει κανείς τις δύο αυτές κύριες γραμμές, τυφλή αρχαιομανία και τυφλή ξενομανία, όπου και οι δυο εννοείται τάσεις στρέφονται στον εξωτερικό τύπο και όχι στην ουσία. Η προσπάθειά μας λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε το πρόβλημα του ιστορισμού, να βρούμε τα βαθύτερα αίτια που καθορίζουν την εμφάνισή του με ορισμένη μορφή σ’ εποχές ολόκληρες ή και σε άτομα, μας έδειξε, πως ο σημαντικότερος όρος που γεννά τις διαφορές είνε η σχέση με το παρόν, η επίγνωσή του, η πεποίθηση σε αυτό. Αυτεπίγνωση και αυτοπεποίθηση ατομική, αυτεπίγνωση και αυτοπεποίθηση εθνική, υψηλή συνείδηση του εγώ και δύναμη που πηγάζει από αυτά, ειλικρίνεια, πόθος του νέου και ορμή δημιουργική είνε οι όροι που γεννούν το γόνιμο ιστορισμό. Καταφρόνηση της πραγματικότητας, απομάκρυνση από αυτή, αρχοντοχωριατιά και ψεύτισμα του αληθινού εγώ, ιδεολογία οπισθοδρομική, προσκόλληση σε ξένες αξίες αυτούσιες, συνοδευμένη μ’ ένα τυφλό και άκριτο θαυμασμό γι’ αυτές, άκοπη μίμηση, αυταπάτη δημιουργική είνε οι όροι που γεννούν το στείρο και νοσηρό ιστορισμό».

Ο Δ. Γληνός αποδείχνεται, πιστεύουμε, τολμηρός «ψυχαναλυτής» της ελληνικής πραγματικότητας, όχι μόνο της πολιτικής, της οικονομικής και ιδεολογικής, αλλά και της ψυχοκοινωνικής και δε φοβάται να πονέσει. Εδώ οφείλουμε, ωστόσο, να προσθέσουμε, ότι οι δύο προαναφερόμενες βασικές τάσεις -της αρχαιομανίας και της ξενομανίας, σύμφωνα με την ορολογία του Γληνού- έχουν τις ιστορικές ρίζες τους στην εποχή που η ντόπια αστική τάξη έπρεπε να διαμορφώσει μια ιδεολογία, που θα την κάλυπτε στη νέα της πορεία, στη διαμόρφωση του κράτους της. Μια ιδεολογία που θα έδειχνε ότι είχε έρθει σε ρήξη με τα στοιχεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτή η ανάγκη την οδήγησε από τη μία πλευρά να υπερτονίσει το μεγάλο, ένδοξο αρχαίο παρελθόν της χώρας, που άφησε την ανεξίτηλη σφραγίδα του στους μετέπειτα πολιτισμούς. Από την άλλη πλευρά, η ιστορική καθυστέρηση και αδύναμη σχετικά ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων στον ελλαδικό χώρο, την έστρεψαν να αναζητήσει ξενικά, δυτικοευρωπαϊκά κυρίως πρότυπα, ήδη επεξεργασμένες ιδεολογικοπολιτικές μορφές από τις αστικές τάξεις παλαιότερων, πιο ανεπτυγμένων και βεβαίως ισχυρότερων καπιταλιστικών χωρών, από τις οποίες και εξαρτήθηκε το νεοελληνικό κράτος. Οπως είναι γνωστό σοβαρές ιδεολογικές επιδράσεις είχαν δεχτεί οι πρωτοπόροι αστοί από τις αστικές επαναστάσεις της Ευρώπης και τα αστικά κοινοβουλευτικά πολιτεύματα. Από αυτή την άποψη, σε μια πρώτη τουλάχιστον φάση, η τέτια «ξενομανία» της ελληνικής αστικής τάξης δεν είχε αντιδραστικό χαρακτήρα[2].

Αυτές οι πλευρές της αστικής ιδεολογίας ενσωματώθηκαν εν μέρει και στη συνείδηση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, αφού οι κυρίαρχοι κάθε εποχής παρουσιάζουν τη δική τους ιδεολογία και το δικό τους Είναι και συνείδηση σαν τα κυρίαρχα φαινόμενα, που αφορούν το σύνολο της κοινωνίας. Ωστόσο, τα λαϊκά στρώματα, η εργατική τάξη, μιλώντας για την εποχή μας, κουβαλούν μέσα τους ταυτόχρονα και τα φύτρα ενός άλλου πολιτισμού (βλ. παραπάνω την παράθεση από τη σχετική εργασία του Λένιν ο οποίος χαρακτηριστικά προσθέτει τη θέση για την ύπαρξη «δύο εθνών» μέσα σε κάθε «έθνος»).

Μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές των αρχών της δεκαετίας του ’90, η προσωρινή υποχώρηση του σοσιαλιστικού και εργατικού κινήματος και των σοσιαλιστικών ιδεών βοήθησαν ορισμένα από τα παλαιότερα ιδεολογήματα να ανακάμψουν, με την αναμφισβήτητη συνδρομή και προπαγάνδα των αστών. Πλευρές της επίσημης ιδεολογίας, που περνούν εν μέρει στα λαϊκά στρώματα στρέφονται ξανά στο αρχαιοελληνικό παρελθόν (την «τυφλή αρχαιομανία» του Γληνού ή στην «ορθόδοξη θρησκευτικότητα») ή από την άλλη, στον άκριτο θαυμασμό στοιχείων του εποικοδομήματος των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών. Το πρόβλημα επιτείνεται στο βαθμό που οι ισχυρότερες χώρες στο ιμπεριαλιστικό σύστημα έχουν και την υλική, αντικειμενική δυνατότητα να διακινούν από καλύτερες θέσεις το πολιτιστικό τους εμπόρευμα, απ’ ό,τι οι μικρότερες και πιο αδύναμες. Ωστόσο, η παρουσία του επαναστατικού υποκειμένου, καθώς και η εμπειρία των λαών (του ελληνικού λαού, εν προκειμένω) από την ιστορική του διαδρομή και την ταξική πάλη, αποτελούν και μία ασφαλιστική δικλείδα για τη συνέχιση και την ανάπτυξη του «άλλου» πολιτισμού, ο οποίος βέβαια μόνο μέσα σε όρους σοσιαλιστικής εξουσίας θα μπορέσει πραγματικά να ανθίσει.

ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗ

Ο Δ. Γληνός γνώρισε διωγμούς, εξορίες, φυλακίσεις (Ανάφη, Ακροναυπλία, Αη-Στράτη και αλλού). Το 1936 έγινε βουλευτής του Παλλαϊκού Μετώπου. Είναι ο συγγραφέας της μπροσούρας «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ;», του ιδεολογικού και θεωρητικού μανιφέστου του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Στη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, επιστρατεύει όλες του τις δυνάμεις στους αγώνες του λαού ενάντια στο φασισμό και για τη λαοκρατική δημοκρατία («Λαϊκή δημοκρατία σημαίνει να είνε ο εργαζόμενος λαός αληθινός και μόνος κυρίαρχος στον τόπο του», θα πει στο βιβλιαράκι «Τα σημερινά προβλήματα του Ελληνισμού»). Ακόμη, ασχολείται εκτενέστατα με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όπως το σταφιδικό ζήτημα, μια αγροτικο-οικονομική μελέτη. Οι εργασίες του καταπιάνονται με πολλά θέματα, αλλά γι’ αυτό δεν είναι και λιγότερο βαθιές. Γράφει εξόριστος την «Τριλογία του Πολέμου» (1938), κάνει μαθήματα διαλεκτικού υλισμού στις φυλακές. «Ο μόνος δρόμος για να καταπολεμηθεί αποφασιστικά η αντίδραση είνε ο κομμουνισμός, η εφαρμογή των αρχών του μαρξισμού-λενινισμού στη θεωρία και στην πράξη», έλεγε. Και αλλού (στο «Οδηγός στη μόρφωση» - Ακροναυπλία, 1937), θα δώσει τις εξής οδηγίες: «Η έκφραση των στοχασμών και των συναισθημάτων, για να φέρει το επιδιωκόμενο κοινωνικό αποτέλεσμα, πρέπει να βρει την πιο κατάλληλη μορφή. Αυτή η αντιστοιχία μορφής και περιεχομένου αποτελεί την προϋπόθεση της επιτυχίας του σκοπού, τη δημιουργία συγκίνησης, ή τη γένεση στοχασμών στον αναγνώστη».

Μόλις εξελέγη βουλευτής του Παλλαϊκού Μετώπου το Γενάρη του 1936 δήλωσε σ’ ένα φίλο του τα εξής: «Το Κόμμα με ετίμησε πολύ. Ξαίρω πως δεν έχει άδικο το Κόμμα να δυσπιστεί προς τους διανοούμενους. Οι διανοούμενοι του έχουν κάνει πολλά. Εγώ όμως, δεν πρόκειται ποτέ να κάνω του κεφαλιού μου. Ακόμη και στην περίπτωση, που διαφωνώ σ’ ένα ζήτημα με μια άποψη του Κόμματος, θα ζητήσω από το Κόμμα να με πείσει για την ορθότητα της γνώμης του. Στην περίπτωση, που δεν θα πειστώ, δε θα βγω ποτέ έξω να πω την προσωπική μου γνώμη, αλλά θα πειθαρχήσω στη γνώμη και την απόφαση του Κόμματος και στην πορεία της εφαρμογής τους, μέσα στην κομματική πράξη, θα προσπαθήσω να πείσω είτε να πειστώ από τα πράγματα τα ίδια, ότι έχω δίκιο είτε ότι έχω άδικο, δουλεύοντας πάντα πάνω στη γραμμή του Κόμματος, όπως απαιτεί το συμφέρο του λαού μας».

Ανθρωποι πολύ μικρότερης ολκής από το Δ. Γληνό έχουν δείξει πολύ λιγότερη κομματικότητα.

Τα βάσανα, που ήταν η συνέπεια των ιδεολογικών επιλογών του, σακάτεψαν την υγεία του, αλλά όχι το πνεύμα και το ηθικό του. Ο Κώστας Βάρναλης τον ξανασυναντάει, μετά από πολλά χρόνια, από την εποχή που ήταν μαθητής του, στον Αη-Στράτη. Τον περιγράφει: «Το Γληνό τον ξαναβρήκα δάσκαλο και στα 1935, στον Αη-Στράτη. Εκεί μας είχε στείλει δεμένους να πάρουμε τον αέρα μας ο θρυλικός κεραυνός Κονδύλης, όσο να τελειώσει το θρυλικό του δημοψήφισμα για την επαναφορά του Γλύξμπουργκ (με τη δικαιολογία που έδωσε στη Βουλή, πως η Ελλάδα είνε χώρα καθυστερημένη κι επομένως δεν της κάνει το καλύτερο πολίτευμα της δημοκρατίας, παρά το χειρότερο της βασιλείας!...). Εκεί στην εξορία ο Γληνός ξανάγινε δάσκαλος όχι πια των δασκάλων παρά των αγωνιστών του λαού. Εκανε σειρά ενδιαφέρουσες ομιλίες για πολλά ζητήματα (για την υλική και την πνευματική απολύτρωση των λαών της Σοβιετικής Ενωσης, για το πώς πρέπει να γράφουμε κλπ.). Αλλά το ρόλο του δασκάλου δεν τον περιόριζε μονάχα σε αυτές τις ομιλίες παρά έκανε και δουλειά διαφωτιστή. Ητανε ο δάσκαλος μιανής από τις πολλές ομάδες των εξόριστων, αλλά δυστυχώς εγώ δεν ανήκα στην ομάδα του.

Πάντως ο Γληνός, όσο ζούσε, στάθηκε ο συμβουλάτοράς μου -ο δάσκαλός μου- σε ό,τι βιβλίο έγραφα. Την «Απολογία του Σωκράτη» και το «Φως που καίει» (δεύτερη έκδοση), αυτός πρώτος τα διάβασε δαχτυλογραφημένα κι είπε τη γνώμη του. Τη γνώμη του και για την τεχνική τους αξία και για την καλή (ή κακή) γραμμή τους».

Και ο Βάρναλης δίνει μια εύστοχη προσωπογραφία του Γληνού: «Τέτιος παιδαγωγός, σαν το Γληνό, με την άρτια θεωρητική του κατάρτιση, με τη μοναδική του διδακτική ικανότητα, με το εξαίσιο τάλαντο του λόγου και με τη σωστή κοινωνική του τοποθέτηση ήταν φυσικό, πως θα τρόμαζε τη «νεοελληνική πραγματικότητα», την πανίσχυρη ακόμα αντίδραση του καιρού εκείνου: το κοτζαμπασίδικο αρνητικό πνεύμα στην οικονομία, στην πολιτική, στην επιστήμη, στην παιδεία και στον τύπο, το στείρο και τυχοδιωκτικό μεγαλοϊδεατισμό των εκμεταλλευτών του λαού. Και ξεσηκώθηκε σε λίγα χρόνια (στα 1924) ενάντιά του. Σ’ έναν τόπο, που η μαυρίλα μονοπωλεί τις «αλήθειες» και φρουρεί την «ηθική» και υπερασπίζεται το «έθνος» και την «αγνή ελληνική οικογένεια» και τις «εθνικές παραδόσεις», ήτανε φυσικό η μαυρίλα να «βασιλεύει» και να κλείνει το φως στα μπουντρούμια».

Ο Δ. Γληνός ανήκει, μαζί με παρά πολλούς ακόμα διανοουμένους της εποχής του και μαζί με τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού, σε κείνο το κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας του τόπου που, αφού προσπάθησε και δεν κατάφερε να το εξαφανίσει από την ιστορική μνήμη, επιχειρεί σήμερα η αντίδραση, όλων των αστικών πολιτικών αποχρώσεων (τόσο της επιλεγόμενης «δεξιάς», όσο και της «κεντροαριστεράς») να το απονευρώσει κι ενσωματώσει, εξαφανίζοντας το επαναστατικό μήνυμα που περικλείει. Προπάντων για να μη συνειδητοποιήσει ο ελληνικός λαός ότι «θα απαλλαγεί από τα δεσμά και τις συνέπειες της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, της ιμπεριαλιστικής καταπίεσης και εξάρτησης, όταν η εργατική τάξη με τους συμμάχους της, πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση και προχωρήσει στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού»[3]. Η ακεραιότητα, ανιδιοτέλεια, αγωνιστικότητα και τόλμη, που ο Γληνός ήταν η προσωποποίησή τους, δεν είναι οι αρετές που οι κυβερνώντες της κάθε χροιάς αντίδρασης θέλουν να καλλιεργήσουν στη νεολαία της χώρας, αλλά θέλουν μια πλειοψηφία με διάφορους τρόπους ναρκωμένη και μια μειοψηφία πιστών και ευτελών υπηρετών του κατεστημένου και γι’ αυτό φροντίζουν να μη γνωριστεί αυτή η νεολαία με τους «Γληνούς» της ιστορίας του τόπου τους. Είναι «το φως που καίει» και που πρέπει να «κλειστεί στα μπουντρούμια» και αν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν στις κατεστημένες δυνάμεις της εποχής να κάνουν το τελευταίο, τότε κλείνει το φως στο σκοτάδι της νάρκωσης, του συμβιβασμού, της αδράνειας. «Για τον αγώνα μας», θα πει ο Γληνός στο περιοδικό «Αναγέννηση» και μάλιστα στο πρώτο τεύχος του, το Σεπτέμβρη του 1926, «είχαμε ένα όπλο: το μάτι που βλέπει και το νου που ξεδιαλύνει και συνθέτει», τονίζοντας το ανώτερο στάδιο που αποτελεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος και που πρέπει να το συνδυάσει με «θερμή καρδιά και ακοίμητη φλόγα».

Ταιριάζει, πιστεύουμε, να αναφέρουμε και ένα απόσπασμα από αυτό το κείμενο, που εκφράζει τόσο χαρακτηριστικά το πέταγμα της ψυχής του Δ. Γληνού, που θα τον οδηγούσε έπειτα στην συνεπέστατη, όσο και οδυνηρή, πολιτική-ιδεολογική επιλογή της κοσμοθεωρίας που αντιπροσωπεύει το ανώτερο ιστορικό στάδιο της ανθρωπότητας, το κομμουνιστικό.

Στο περιοδικό «Αναγέννηση», το 1926: «...Κι αν πέρασαν οι καιροί και άλλαξαν τα πρόσωπα και ήρθαν άλλοι διαλεχτοί και οραματίστηκαν αυτοί την Ελλάδα, η επίκληση μένει ακέραια, η λαχτάρα ολόθερμη, ο πόθος άσβεστος, το όραμα πάντα μακρινό και άπιαστο και πάντα νέο.

Και όσοι νοιώθουν μέσα τους να ζει του λαού των ο πόνος, έχουν μπροστά τους ένα σκοπό ζωής πλούσιο, μεγάλο, γεμάτον αγώνα και δημιουργική χαρά.

Η Αναγέννηση είνε ένα σύμβολο ενέργειας και ζωντάνιας. Ας το ακολουθήσουν όλοι όσοι πιστεύουν και όσοι ελπίζουν, όσοι θέλουν να αγωνιστούν, όσοι έχουν στα στήθη θερμή καρδιά και στο νου μιαν ακοίμητη φλόγα».

Και το 1927, στο ίδιο περιοδικό: «Για τον αγώνα μας είχαμε ένα όπλο: το μάτι που βλέπει και το νου που ξεδιαλύνει και συνθέτει, την όσο μπορεί καθαρότερη επιστημονική διάθεση.

Με το όπλο αυτό, που εμείς το πιστεύουμε αληθινή ρομφαία, που σκίζει τα σκοτάδια και που έφερε τον άνθρωπο από τις σπηλιές και τα βαλανοφόρα δάση στο σημερινό πολιτισμό, θέλουμε να ιδούμε γύρω μας και να βρούμε τη θέση μας στη ζωή, και ν’ αγωνιστούμε μαζί με όλους εκείνους που στοχάζονται και πονούν κι αγωνίζονται και λαχταράνε, όπως και μεις, ριζωμένοι στον τόπο μας και στο χώμα μας, στη γη που ρούφηξε τον ιδρώτα και το αίμα των προγόνων μας και ρουφάει τον ιδρώτα και το αίμα των αδελφών μας, χωρίς να δίνουμε σε κανένα το δικαίωμα να πιστεύει πως οι δικές του ιδέες και οι δικοί του αγώνες τον δένουν αμεσότερα με τη γη αυτή».

Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο Δ. Γληνός έχει γράψει άρθρα και για το «Ριζοσπάστη» και για την «Κομμουνιστική Επιθεώρηση. Τον Ιούλιο του 1942, αρθρογραφεί ανώνυμα και υπό μορφήν ανταπόκρισης από τη Θεσσαλονίκη, στην παράνομη «ΚΟΜΕΠ» (αριθμός φύλλου 2, σελ. 6 - 13). Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας επέβαλαν στο Γληνό, όπως και σε άλλους στρατευμένους σε αυτό, το «φοβερότερο από τους αγώνες», διανοούμενους μια άλλη πέννα, άλλα εκφραστικά μέσα, άμεσα, αγωνιστικά, σκληρά. Μια σύγκριση με το παραπάνω απόσπασμα από το 1926-1927 μας δίνουν δύο, μέσα στην εκφραστική διαφορά τους, πολύ ενδιαφέρουσες εικόνες. Το άρθρο, με τίτλο «Εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας» θίγει ένα θέμα, που είναι και σήμερα επίκαιρο, που και σήμερα το συναντούμε. Αναφερόμαστε στην πολύ διαδομένη προσπάθεια να περάσει στην εργατική τάξη και στα υπόλοιπα λαϊκά στρώματα η λογική της μοιρολατρείας, μια προσπάθεια που, σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, υποχώρησης του επαναστατικού κινήματος -κάτι που συμβαίνει και στις μέρες μας- μπορεί να έχει και αποτελέσματα. Πιστεύουμε ότι είναι σωστό να κλείσουμε το αφιέρωμά μας με ένα απόσπασμα από αυτό το τεύχος της παράνομης Κομμουνιστικής Επιθεώρησης: «Μέσα στη σκληρότατη και απάνθρωπη σκλαβιά, την πείνα, την αρρώστεια και την εξαθλίωση, όπου έρριξαν τον ελληνικό λαό οι βάρβαροι καταχτητές του, υπάρχει κι ένας ακόμα εχθρός, ίσως ο πιο επικίνδυνος απ’ όλους. Ο εχθρός αυτός είνε κείνος, που καλλιεργεί τη μοιρολατρεία και την ψυχική νάρκωση, όπου έχουνε συμφέρο να μας ρίξουν οι καταχτητές μας και οι κάθε λογής σύμμαχοί τους, φανεροί και κρυφοί. Η μία μορφή της μοιρολατρείας είνε κείνη, που ψιθυρίζει στον καθένα μας πως είμαστε πολύ μικροί και αδύνατοι για ν’ αντισταθούμε στην κολοσσιαία υπεροχή της δύναμης που έχουν απέναντί μας οι εχθροί οπλισμένοι με φοβερά όπλα, οργανωμένοι, σκληροί και ανελέητοι. Ο,τι έγινε λοιπόν, έγινε. Νικηθήκαμε, χάσαμε τα πάντα. Ας υποταχθούμε στη μοίρα μας και ας κοιτάζει ο καθένας τον εαυτούλη του.

Η δεύτερη μορφή της μοιρολατρείας είνε εκείνη, που ψιθυρίζει στ’ αυτί του καθενός μας, πως κάθε αντίσταση και κάθε αγώνας ενάντια στον εχθρό είνε άσκοπος και κάθε θυσία μάταιη (…)».

Ετσι, ο Δημήτρης Γληνός δίνει με γλαφυρή συντομία μια πλευρά της προπαγάνδας της άρχουσας τάξης. Ιστορικά, κάθε αστική τάξη έχει χρησιμοποιήσει ως συμμάχους της τα λαϊκά στρώματα, για να έρθει στην εξουσία και να συγκροτήσει το κράτος της. Η ωρίμανση όμως της εργατικής τάξης, η συνειδητοποίησή της, σηματοδοτούν την οριστική ρήξη ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Η αστική τάξη φοβάται και προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποτρέψει την εκδήλωση των εξεγερσιακών στοιχείων της λαϊκής συνείδησης. Με το σύνθημα του «εθνικού πολιτισμού» η αστική τάξη όλων των εθνών ασκεί στην πράξη πολιτική διαίρεσης της εργατικής τάξης και ενίσχυσης του καθεστώτος της, όπως είχε παρατηρήσει ο Λένιν στην εργασία του για το εθνικό ζήτημα, πριν από 90 χρόνια. Στην πράξη, διαπιστώθηκε πολλές φορές ακόμα, καθώς επίσης και η διαφθορά που προκαλεί ο φιλελεύθερος αστικός εθνικισμός, με τα ιδεολογήματα περί «εθνικού πολιτισμού» και «εθνικής ομοψυχίας», στη συνείδηση της εργατικής τάξης.

Ωστόσο, ακόμη και σε συνθήκες κατοχής της επικράτειας (και αυτό έγινε ιδιαίτερα φανερό κατά την περίοδο της γερμανοϊταλικής φασιστικής κατοχής στην Ελλάδα), η αστική τάξη επιδιώκει πρωτίστως να εδραιώσει το καθεστώς της. Γι’ αυτό και (παρά τις κορώνες περί «εθνικής ομοψυχίας) προσπαθεί να αποτρέψει την εργατική τάξη και τα σύμμαχά της λαϊκά στρώματα από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Στις σημερινές συνθήκες όξυνσης της επιθετικότητας του ιμπεριαλισμού, προσπαθεί να αποτρέψει το λαό από τον αντιϊμπεριαλιστικό αγώνα, ώστε μέσα από μια γενικώτερη ηττοπαθή στάση να μην οδηγηθεί ποτέ στο να θέσει επί τάπητος το κεντρικό πολιτικό ζήτημα, το ζήτημα της εξουσίας. Από το «Βασίλη, κάτσε φρόνιμα να γίνεις νοικοκύρης» του ’21, μέχρι το «πώς να τα βάλουμε με τους μεγάλους;» που το ακούμε και σήμερα συχνά γύρω μας -καλλιεργείται από τα πάνω με τη βοήθεια των ΜΜΕ, συνήθως «ψιθυριστά» και έμμεσα με υπονοούμενα, αλλά καμιά φορά και πιο μεγαλόφωνα, το αστικό, ηττοπαθές «ψιθύρισμα στ’ αυτί» τα βάζει με την ίδια την ιστορία των ηρωικών λαϊκών αγώνων ενάντια στους πιο δυνατούς. Γι’ αυτό, δεν τους διδάσκει και δεν τους βάζει στα σχολικά βιβλία, εκτός αν η χρονική απόσταση από κάποια εξέγερση είτε επανάσταση είτε μαζικό λαϊκό αγώνα είναι τόσο μεγάλη, που μπορεί πια χωρίς κίνδυνο να τα γιορτάζει σαν μνημόσυνο. Ομως, την εποχή του «Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γίνεις νοικοκύρης» εμφανίστηκε και το «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», ενός Κολοκοτρώνη. Και, μέσα στη δεκαετία του 1940, ο ελληνικός λαός, με την πρωτοπορία και την καθοδήγηση των κομμουνιστών, τα έβαλε διαδοχικά με τέσσερις κραταιές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Στο ίδιο κείμενο στην «Κομμουνιστική Επιθεώρηση», από το οποίο παραθέσαμε παραπάνω, ο Γληνός δίνει με πληρότητα το φαινόμενο δίνοντας πλευρές της διαλεκτικής του σκέψης: «(...) οι πολιτικοί εκείνοι ηγέτες από τ’ αστικά κόμματα, (…) φοβούμενοι το λαϊκό παράγοντα και μη κουνώντας ούτε το μικρό δαχτυλάκι τους για τον απελευθερωτικό αγώνα, περιμένουνε νάρθει η στιγμή, που με δόξες και τιμές θα ξανακαθήσουν πάλι αυτοί και οι συμμορίες τους στο σβέρκο του ελληνικού λαού. Και είνε προδοσία και τούτη, όπως κι’ η άλλη, γιατί όποιος περιμένει να του δώσουν οι άλλοι τη λευτεριά του, είνε κιόλας δούλος για πάντα...

Παρ’ όλα αυτά ο ελληνικός λαός έδειξε κιόλας πώς δεν εννοεί να συμβιβαστεί με τη σκλαβιά. Πώς όμως θα ενεργήσει, πώς θα οργανωθεί, πώς θα καθοδηγηθεί στην πάλη του για να πετύχει το αποτέλεσμα; Σ’ αυτό δείχθηκε ο δρόμος και το δρόμο τον έδειξε το ΚΚΕ υποστηρίζοντας από την πρώτη στιγμή, με όλη τη δύναμή του την πολιτική του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου. Η πολιτική αυτή έδωσε κιόλας τους καρπούς της αρκετά πλούσιους και ενθαρρυντικούς».

Και παρακάτω ο Γληνός τονίζει, ότι ο κάθε Ελληνας πρέπει να γράψει με πύρινα γράμματα στην ψυχή του, ότι η λευτεριά είναι το υπέρτατο αγαθό και για τον καθένα και για όλους, διότι είναι κομμάτι και προϋπόθεση της ζωής μας.

Το πώς αντιλαμβανόταν ο Δημήτρης Γληνός εκείνες τις ιστορικές στιγμές τη σύνδεση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα με την προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης, φαίνεται, πιστεύουμε, από το ακόλουθο απόσπασμα από το ίδιο άρθρο: «Επειτα, πρέπει να κατανοήσουμε βαθειά την έννοια του εθνικού αγώνα. Σήμερα μιλάμε για Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, για εθνικό εργατικό απελευθερωτικό μέτωπο, για εθνικόν αγώνα. Μα την έννοια εθνικός την έχουνε κατατρίψει και της έχουνε δώσει άλλη σημασία στα περασμένα. Σήμερα με την έννοια εθνικός, δεν σκεπάζουμε τα συμφέροντα μιας ολιγαρχίας, μιας μικρής μερίδας του λαού, που εκμεταλλευότανε την έννοια αυτή για να προσδώσει γενικό χαρακτήρα σ’ εκείνο που ανταποκρινότανε μόνο στα προνόμια και τα συμφέροντά της. Σήμερα, η έννοια εθνικός σημαίνει παλλαϊκός. Σήμερα, που συνειδητοποιούνται όλα τα στρώματα του λαού, έθνος και λαός τείνει και πρέπει να συμπέσουν. Δεν μπορεί να είνε εθνικό ό,τι δεν είνε παλλαϊκό. Και εθνικό απελευθερωτικό μέτωπο σημαίνει παλλαϊκό απελευθερωτικό μέτωπο. Και εθνικός αγώνας για τη λευτεριά σημαίνει παλλαϊκός αγώνας για τη λευτεριά και για σήμερα και για αύριο και για πάντα».

Ο Δημήτρης Γληνός, ο αστός διανοητής των αρχών του αιώνα που οι δρόμοι του διασταυρώθηκαν με τους δρόμους του λαϊκού κινήματος, έγινε κομμουνιστής και ως κομμουνιστής έζησε και πέθανε, δεν υπόκυψε ποτέ στις δελεαστικές προτάσεις της άρχουσας τάξης να συμφιλιωθεί μαζί της, αποδεχόμενος καμιά από τις ψηλές κοινωνικές θέσεις που του προσφέρθηκαν σαν διανοούμενου μεγάλης εμβέλειας και ολκής. Τις απαρνήθηκε με αρετή και τόλμη.

Αντί αυτού η ζωή του ήταν ένα παράδειγμα υψηλότατου ήθους, ασυμβίβαστης ακεραιότητας, η ζωή ενός κομμουνιστή με όλη την έννοια της λέξης.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Η Αννεκε Ιωαννάτου είναι μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της ΚΟΜΕΠ.

[1] Μια ενδιαφέρουσα πλευρά της εκπαιδευτικής ιδεολογίας του Γληνού, που εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς, είναι το ενδιαφέρον του για την παιδεία των γυναικών. Μια απόδειξη του ότι ο Γληνός κοιτούσε την ανθρωπότητα στο σύνολό της και όχι τη μισή, αποτελεί η ομιλία του στις 11 Οκτώβρη 1921, στον «Παρνασσό», με τίτλο «Γυναικείος Ανθρωπισμός». Ο Γληνός είχε ιδρύσει στα 1921 ένα είδος λαϊκού πανεπιστημίου, την «Ανωτέρα Γυναικεία Σχολή». Σε αυτή την ομιλία, για τη ρηξικέλευθη αυτή πρωτοβουλία του, θα πει: «Θα ήταν ίσως αρκετό ν’ ανεβώ στο βήμα και να σας δείξω με φωτεινά, αν ήταν δυνατό, γράμματα, όχι το πρόγραμμα και τα μαθήματα που θα διδαχθούν εκεί, όχι καν τα ονόματα εκείνων που θα διδάξουν, παρά μόνο τις καταλήξεις των ονομάτων των. Τότε θα βλέπατε ότι μέσα στα δώδεκα πρόσωπα τα έντεκα είναι άνδρες. Και η αντινομία θα σας ήταν ολοφάνερη. Να λοιπόν ο σκοπός της «Ανωτέρας Γυναικείας Σχολής» εικονικά εκφρασμένος. Να λείψει και αυτή και κάθε ανάλογη αντινομία. Να πάρει η γυναίκα τη θέση της, την αντίστοιχη με την αξία της θέση, στις ανώτερες εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής … Και αληθινά προβάλλομε ένα νέο ιδανικό παιδείας για τη γυναίκα, βγαλμένο από ένα νέο ιδανικό ζωής.

[2] Αυτή πάντως -η στροφή προς την κλασική αρχαιότητα και τα πρότυπα της Δυτικής Ευρώπης- είναι η μία πλευρά της ιδεολογίας της αστικής τάξης. Την εποχή της συγκρότησης του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» και της όξυνσης της διαπάλης ανάμεσα σε δημοτικιστές και καθαρολόγους, υπήρξε και μία δεύτερη απόχρωση, αυτή που εκφράστηκε κυρίως από τους εθνικιστές δημοτικιστές. Είναι αυτή που ο ίδιος ο Γληνός, σύμφωνα με απόσπασμα που παραθέσαμε προηγουμένως, θεωρεί ως επιστροφή «στον ποιμενογεωργικό πολιτισμό της Τουρκοκρατίας». Κύριος εκφραστής της τάσης αυτής υπήρξε ο Ιων Δραγούμης.

[3] Από το «Πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας». Εκδοση ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα 1996, σελ. 25.