Αστοί οικονομολόγοι και πολιτικοί, νεοφιλελεύθερης ή σοσιαλδημοκρατικής κατεύθυνσης, συχνά-πυκνά παραπέμπουν στο παράδειγμα της οικονομικής ανάπτυξης της Ιρλανδίας για να υποστηρίξουν την ορθότητα των πολιτικών του ΔΝΤ, της Παγκόσμιας Τράπεζας, της ΕΕ, του ΟΟΣΑ και άλλων διεθνών οργανισμών που επεξεργάζονται και προωθούν οικονομική πολιτική προς όφελος του κεφαλαίου στην κάθε φάση εξέλιξης των καπιταλιστικών οικονομιών διεθνώς. Μετά τη διεύρυνση της ΕΕ με 10 νέα κράτη-μέλη εξελίσσεται μια εκτεταμένη προπαγάνδα για να πειστούν οι νεοεισερχόμενες χώρες ότι θα συγκλίνουν με την ΕΕ, αν μεγιστοποιήσουν την ελευθερία του εμπορίου, ακολουθήσουν μια αυστηρή δημοσιονομική πολιτική και προωθήσουν την «ευλυγισία» της εργασίας. Και στη χώρα μας, οι πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης προβάλλουν το παράδειγμα της Ιρλανδίας για να υποστηρίξουν τη δυνατότητα της σύγκλισης, να εμφυσήσουν στη συνείδηση των εργαζομένων την αναγκαιότητα συνέχισης και έντασης της πολιτικής των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων (βλ. παλιότερες δηλώσεις του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και τις δηλώσεις Καραμανλή στη Γενική Συνέλευση του ΣΕΒ).
Ποια είναι όμως η ζοφερή πραγματικότητα της Ιρλανδίας πίσω από τις υποτιθέμενα αυταπόδεικτες αλήθειες της αστικής τάξης;
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο ιρλανδικός λαός αντιμετώπιζε μια επίσημα καταγραμμένη ανεργία της τάξης του 20% και το ιρλανδικό κράτος είχε ένα από τα υψηλότερα δημόσια χρέη ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η νότιο-ιρλανδική οικονομία, που ο εγχώριος βιομηχανικός τομέας της βρισκόταν σε συνεχή και γρήγορη πτώση από την εποχή της ένταξης της Ιρλανδίας στην ΕΟΚ το 1972, πάντα εξαρτιόταν σε σημαντικό βαθμό από τις επενδύσεις των διεθνικών μονοπωλίων. Ενα από τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ιρλανδία τη δεκαετία του ’80 ήταν η τάση για εκτεταμένη απομάκρυνση των δραστηριοτήτων των διεθνικών μονοπωλίων.
Καθώς η «φυγή» των υπαρχόντων μονοπωλιακών επιχειρήσεων και η έλλειψη νέων επενδύσεων συνδυάζονταν με την πτώση της εγχώριας βιομηχανικής παραγωγής, οι ρυθμοί ανάπτυξης στην Ιρλανδία μειώθηκαν και τα ποσοστά ανεργίας αυξήθηκαν. Την εποχή εκείνη σε αστικούς κύκλους υπήρχαν εκτιμήσεις ότι περιοχές στην περιφέρεια των ιμπεριαλιστικών κέντρων, όπως η Ιρλανδία, θα αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, καθώς οι «νέες» επενδύσεις της δεκαετίας του ’90 εμφανίζονταν να βασίζονται σε ευλύγιστες σχέσεις, όπως τα συστήματα υπεργολαβιών, και όχι στις παλαιότερες πρακτικές της επένδυσης μεγάλων ποσών κεφαλαίου σε θυγατρικές εταιρείες.
Παρ’ όλα αυτά, από το 1994 ήταν ήδη φανερό ότι η ιρλανδική οικονομία θα εξελισσόταν σε ένα σημαντικό χώρο για τη νέα φάση ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας, στην οποία κεντρικό ρόλο έπαιζε η οικονομική ανάπτυξη στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα στους κλάδους της πληροφοριακής τεχνολογίας (information technology). Σαν αποτέλεσμα μιας τεράστιας αύξησης στις ιρλανδικές εξαγωγές που παράγονταν από θυγατρικές πολυεθνικών εταιρειών, στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες, το ιρλανδικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) αυξήθηκε κατά 5,8% το 1994 και ακολούθησε ανάλογους αυξητικούς ρυθμούς όλα τα επόμενα χρόνια (Πίνακας 1). Μεταξύ 1994 και 2000, το ΑΕΠ αυξανόταν με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό 9%. Το ιρλανδικό κατά κεφαλήν εισόδημα, που το 1988 βρισκόταν στο 60% του μέσου όρου της ΕΕ, έφθασε το μέσο όρο της ΕΕ στα τέλη της δεκαετίας του ’90 και εκτινάχθηκε στο 120% του κοινοτικού μέσου όρου το 2003. Η ιρλανδική οικονομία, που αποκλήθηκε ο «κέλτικος τίγρης» (σε αναλογία με τις «ασιατικές τίγρεις» της Απω Ανατολής), εμφανιζόταν πια σαν το παράδειγμα για άλλες χώρες που ήθελαν να γίνουν «οικονομικά πετυχημένες».
Ποια ήταν η βάση αυτής της αναστροφής στην οικονομική κατάσταση της Ιρλανδίας; Οι περισσότεροι αστοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι η Ιρλανδία κατάφερε να επιτύχει γρήγορη οικονομική ανάπτυξη εξαιτίας των συγκεκριμένων πολιτικών που ακολούθησε. Δίνεται έμφαση στους ακόλουθους παράγοντες:
«Οι διαδοχικές ιρλανδικές κυβερνήσεις είχαν επιμείνει σε μια πολιτική εκπαίδευσης των εργαζομένων στις νέες τεχνολογίες, ακόμα και στα δύσκολα χρόνια που η τοπική οικονομία δεν τους είχε ανάγκη. Η στρατηγική αυτή απέδιδε καρπούς τώρα που το κεφάλαιο ζητούσε τέτοιους εργαζόμενους».
«Οι συμφωνίες κοινωνικού εταιρισμού εξασφάλισαν μισθολογικούς περιορισμούς και ένα ευέλικτο εργατικό δυναμικό, σημαντικούς παράγοντες για τις πολυεθνικές και, πολύ περισσότερο, για τις μικρότερες επιχειρήσεις στο χώρο των υπηρεσιών».
«Η Ιρλανδία κατάφερε να εξασφαλίσει ένα σταθερό μακροοικονομικό περιβάλλον, διαμέσου των περιοριστικών δημοσιονομικών πολιτικών, των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών κλπ.».