Ο τίτλος του θέματος της παρούσας συνδιάσκεψης, όπως και πολλών άλλων αντίστοιχων εκδηλώσεων σε όλο τον κόσμο, περιλαμβάνει τον όρο «παγκοσμιοποίηση». Πρόκειται για μια έννοια που θα έλεγε κανείς ότι είναι κυρίαρχη, τα τελευταία χρόνια, στις θεωρητικές συζητήσεις και στην τρέχουσα ιδεολογική και πολιτική διαπάλη. Στο πλαίσιο του πολύμορφου αντιιμπεριαλιστικού κινήματος ενάντια στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, και ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αποτελεί την έννοια-κλειδί, μέσω της οποίας μέρος του κινήματος αυτού αυτοπροσδιορίζεται ως «κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση». Η χρήση νέων όρων δε συνιστά βέβαια κάτι κακό από μόνη της. Ωστόσο, όταν όλοι, αριστεροί και δεξιοί, εκπρόσωποι του εργατικού κινήματος και διευθυντές μονοπωλιακών επιχειρήσεων και ομίλων, όπως και αστοί πολιτικοί παράγοντες, σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αλλά και διακεκριμένοι αστοί θεωρητικοί και ιδεολόγοι χρησιμοποιούν αυτό τον όρο, τότε, κατά τη γνώμη μου, είναι αναγκαίο να αναρωτηθούμε στα σοβαρά τόσο για το τι εννοεί ο καθένας απ’ αυτούς, όσο και για το ίδιο το περιεχόμενο της έννοιας και το πόσο αντιστοιχεί με την πραγματικότητα που περιγράφει και ερμηνεύει. Πολύ περισσότερο, που πρόκειται για έναν όρο που έχει επινοηθεί έξω και ανεξάρτητα από τις μαρξιστικές αναλύσεις του σύγχρονου καπιταλισμού. Πρόκειται για μια έννοια, η οποία, σε ό,τι αφορά τη διάδοση και την ιδεολογική της χρήση και επίδραση, είναι συγγενική με αυτή του «νεοφιλελευθερισμού». Για το κομμουνιστικό κίνημα και τους μαρξιστές, το ζήτημα τίθεται ως εξής: η υφιστάμενη θεώρηση, αντίληψη και ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης είναι συμβατή με την ανάλυση της σύγχρονης κατάστασης σύμφωνα με τη λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, ή, έστω, την αίρει (υπερβαίνει) διαλεκτικά, την αναπτύσσει περαιτέρω; Ζούμε όντως σε μια εποχή όπου ο καπιταλισμός έχει υποστεί ουσιώδη ποιοτική αλλαγή, έχοντας περάσει σε μια νέα φάση ή βαθμίδα ανάπτυξης - αναιρώντας, σε αυτή την περίπτωση, τη λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, που ορίζει το μονοπωλιακό καπιταλισμό σαν το ανώτερο και τελευταίο στάδιο του καπιταλιστικού κοινωνικο-οικονομικού σχηματισμού;
Κατά τη γνώμη μας κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί. Νέα φαινόμενα υπάρχουν βέβαια, αλλά νέα φαινόμενα εμφανίζονται συνεχώς στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, δίχως να αλλάζουν την ουσία του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος ούτε τις θεμελιακές αντιφάσεις στις οποίες αυτό το σύστημα βασίζεται. Η διαδικασία της αυξανόμενης διεθνοποίησης και «παγκοσμιοποίησης» ως συστατικό στοιχείο της ιστορικής ανάπτυξης του καπιταλισμού τίθεται ήδη στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» των Μαρξ και Ενγκελς. Η ύπαρξη και δράση των καπιταλιστικών διεθνικών μονοπωλίων δεν είναι βέβαια καινούργιο φαινόμενο, έστω κι αν την τελευταία εικοσαετία έχει όντως επεκταθεί σημαντικά, σε συνδυασμό με πολύ γνωστούς μας παράγοντες, όπως η ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, η υποχώρηση του διεθνούς κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος, η εξασθένιση της μερικά ανεξάρτητης θέσης και κυριαρχίας πρακτικά όλων των νεοαπελευθερωμένων από την αποικιοκρατία αναπτυσσόμενων χωρών και ιδιαίτερα αυτών που είχαν «σοσιαλιστικό» ή «λαϊκο-δημοκρατικό» προσανατολισμό (εναλλακτική λύση και εξωτερική βοήθεια πλέον δεν υπήρχε, οπότε το μονοπωλιακό κεφάλαιο των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών έσπευσε να καταλάβει το νεοδημιουργημένο κενό χώρο)[1]. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς ότι ισχύει και σε ό,τι αφορά τη διόγκωση του πλασματικού χρηματικού κεφαλαίου και την κίνησή του, καθώς και τη διεθνή κερδοσκοπία που συνοδεύει αυτή την κίνηση. Πρόκειται για ποσοτική αύξηση, για ενίσχυση μιας ήδη σημαντικής από τα πριν τάσης, στο πλαίσιο της αυξανόμενης συσσώρευσης του κεφαλαίου και της ενίσχυσης των παρασιτικών στοιχείων του και όχι για καθοριστική ποιοτική αλλαγή στο ίδιο το οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού, που αλλάζει το χαρακτήρα του τελευταίου. Το ίδιο ισχύει και για τις αλλαγές στην κατεύθυνση του διεθνούς εμπορίου και στη σύγχρονη οργάνωση του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας. Επίσης δε στοιχειοθετείται επαρκώς, από τους θεωρητικούς της «παγκοσμιοποίησης», η αντίληψη περί της υποκατάστασης του ρόλου του σύγχρονου καπιταλιστικού κράτους από τα ίδια τα ιδιωτικά μονοπώλια.
Ποιοι χρησιμοποιούν κατ’ εξοχήν και κατά κόρον την έννοια της παγκοσμιοποίησης;
Οι διεθνείς ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου κ.ά. (οι οποίοι παρεμπιπτόντως αντανακλούν και αναπαράγουν τον υφιστάμενο συσχετισμό δύναμης και τη δυναμική ισορροπία μεταξύ των σημαντικότερων καπιταλιστικών κρατών και των συνασπισμών τους), οι εκπρόσωποι των καπιταλιστικών κυβερνήσεων («νεοφιλελεύθεροι» και σοσιαλδημοκράτες) και των μονοπωλίων, φορείς όπως οικολογικές οργανώσεις (με βάση την παλιά -των δεκαετιών του 1960 και 1970- «οικουμενική» κατανόηση του πλανήτη ως ενός τεράστιου βιότοπου-ενιαίου οικολογικού συστήματος, όπως απεικονίζεται σχηματικά στην αντίληψη «διαστημόπλοιο Γη»), κάθε είδους Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις (ΜΚΟ) και οριζόντιες «άτυπες ενώσεις πολιτών» (που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανατροπή της σοσιαλιστικής εξουσίας στην ΕΣΣΔ και στην υπονόμευση των συνδικάτων και των άλλων εργατικών οργανώσεων στις καπιταλιστικές χώρες) που στηρίζονται σε μια α-ταξική και υπερ-ταξική κατανόηση της σύγχρονης κοινωνίας ως μιας φανταστικής «κοινωνίας των πολιτών» (βλ. λ.χ. οργανώσεις και «κινήματα» καταναλωτών κλπ.), οι τεχνοκράτες και θεωρητικοί των διάφορων ιδιωτικών και κρατικών καπιταλιστικών «δεξαμενών σκέψης».
Πώς εμφανίστηκε αυτή η έννοια;
Μπορούμε να θυμηθούμε από πολύ παλιά τη θεωρία της «βιομηχανικής κοινωνίας», δίχως κοινωνικο-ταξικά χαρακτηριστικά (στο πλαίσιο της οποίας είχε αναπτυχθεί και η θεωρία της «σύγκλισης των δύο συστημάτων», του καπιταλιστικού και του σοσιαλιστικού), που αντικαταστάθηκε από τη θεωρία της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας» (Ντ. Μπελ, κατά κύριο λόγο) ή της «τεχνοτρονικής κοινωνίας» (Ζ. Μπρζεζίνσκι), ας θυμηθούμε τις τεχνοκρατικές αντιλήψεις περί «παγκόσμιου χωριού» του Τόφλερ κλπ. Ας θυμηθούμε το πώς και πόσο γρήγορα και άκριτα αυτές οι μεταφυσικές τεχνοκρατικές αντιλήψεις έγιναν δεκτές από τη σοσιαλδημοκρατία και τις αναθεωρητικές αποκλίσεις στο κομμουνιστικό κίνημα και τους μαρξιστές της Ευρώπης (ευρωκομμουνισμός, θεωρία του δημοκρατικού σοσιαλισμού και του σοσιαλισμού «με ανθρώπινο πρόσωπο»). Ας θυμηθούμε τον «οικουμενισμό» του Γκορμπατσόφ και της πολιτικής πλατφόρμας της «Περεστρόικα» στην ΕΣΣΔ, στην οποία θεωρούμε ότι οφείλει πάρα πολλά ο σύγχρονος αφηρημένος οικουμενισμός («globalism») και η ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης (όπως και οι συγγενικές της αντιλήψεις της «αντι-παγκοσμιοποίησης» και της «εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης»).
Η παγκοσμιοποίηση ως έννοια και ως ιδεολογική αντίληψη, κατά τη γνώμη μας, περισσότερο συσκοτίζει παρά διαφωτίζει, ενώ στο επίπεδο του κινήματος υποκαθιστά τον εργατικό, τον προλεταριακό διεθνισμό με το σύγχρονο κοσμοπολιτισμό της καπιταλιστικής χρηματιστικής ολιγαρχίας (κάτι που εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς σαν χαρακτηριστικό της σκέψης πολλών εκ των οπαδών αυτής της ιδεολογίας-ερμηνευτικού σχήματος, τόσο δεξιών, όσο και «αριστερών», στα ήθη και πρότυπα πολιτισμού και τρόπου ζωής που προκρίνουν και διαδίδουν). Επομένως, η άκριτη και επιπόλαιη αποδοχή και χρήση αυτού του όρου από τους μαρξιστές συνιστά ήδη μια πραγματική και σημαντική πολιτική και ιδεολογική υποχώρηση γιατί, άμεσα ή έμμεσα, καταλήγουμε με αυτό τον τρόπο να ετεροπροσδιοριζόμαστε θεωρητικά και πολιτικά (και αυτή η ιστορία ετεροπροσδιορισμού έχει διαδραματιστεί πολλές φορές ήδη στο παρελθόν και πάντα με καταστροφικά αποτελέσματα για το κίνημα)[2]. Πίσω από την έννοια της «παγκοσμιοποίησης» βρίσκεται μια αντίληψη που δεν ξεκινά από την πάλη των τάξεων, μια αντίληψη μεταφυσική-αντιδιαλεκτική, που δεν κατανοεί την εσωτερική αντιφατική λογική της ανάπτυξης του καπιταλισμού, μια αντίληψη που αφοπλίζει το εργατικό, το αντιιμπεριαλιστικό και -αν γίνεται αποδεκτή και από τους μαρξιστές- το κομμουνιστικό κίνημα.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον όρο «νεοφιλελευθερισμός», ενάντια στον οποίο μας καλούν να συμπαραταχθούμε πολλοί εκ των «αριστερών» κηρύκων της «αντι-παγκοσμιοποίησης». Το θέμα είναι ότι αν ορίσουμε τη σύγχρονη κοινωνικοοικονομική και πολιτική πραγματικότητα ως ιμπεριαλισμό, η εναλλακτική λύση που προβάλλει είναι ο σοσιαλισμός. Αν, αντίθετα, την ορίσουμε ως «νεοφιλελευθερισμό» ή «κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης πολιτικής», τότε η εναλλακτική λύση είναι οι κρατικομονοπωλιακές, κεϋνσιανού ή άλλου τύπου, ρυθμίσεις, σαν συνέπεια της χρεοκοπίας και του ξεπεράσματος των οποίων έχουμε φτάσει εδώ που φτάσαμε.
Ενα ακόμη παράγωγο των προσπαθειών αντικατάστασης, στο πλαίσιο του αντιιμπεριαλιστικού κινήματος, της έννοιας του ιμπεριαλισμού (μονοπωλιακού καπιταλισμού) από τις έννοιες της παγκοσμιοποίησης και του νεοφιλελευθερισμού είναι ότι συχνά επιχειρείται να αναχθούν όλα τα δεινά στην ηγεμονική θέση των ΗΠΑ στο σύγχρονο κόσμο[3]. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα του ιμπεριαλισμού συνιστά ένα γεγονός εξαιρετικής σημασίας. Ωστόσο θα ήταν εγκληματική παράλειψη για μαρξιστές το να «αθωώνουμε» - δια του υπερτονισμού του ρόλου των ΗΠΑ αποκλειστικά - τις χρηματιστικές ολιγαρχίες των άλλων καπιταλιστικών χωρών και των ξεχωριστών εθνικών κρατών, να μην αναγνωρίζουμε ή να υποβαθμίζουμε την ευθύνη και το ρόλο τους στα σύγχρονα προβλήματα των λαών, να μη βλέπουμε ότι αυτό που συχνά ορίζεται ως «εξαμερικανισμός» (στην οργάνωση της εργασίας και της εκμετάλλευσης και στις πρακτικές των μονοπωλίων, στην κρατική πολιτική, στον πολιτισμό και τον τρόπο ζωής) αποτελεί συνειδητή επιλογή και αναγκαία επιδίωξη (ουσιαστικά όρο επιβίωσης!) κάθε μονοπωλιακής αστικής τάξης, κάθε καπιταλιστικού κράτους, σε κάθε χώρα του κόσμου. Στην περίπτωση που χάνουμε από τα μάτια μας αυτό το τελευταίο, μετατρεπόμαστε σε μέρος του παιχνιδιού της σοσιαλδημοκρατίας, του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, της μονοπωλιακής αστικής τάξης της κάθε ξεχωριστής καπιταλιστικής χώρας. Επίσης, κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό σήμερα, σε αυτή την περίπτωση, εξουδετερωνόμαστε -και εξουδετερώνουμε και όλο το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα - απέναντι στις φανερές πλέον επιδιώξεις και των άλλων, πλην ΗΠΑ, ιμπεριαλιστικών κέντρων και κρατών για οικονομική, πολιτική και στρατιωτική αυτονόμηση και ενίσχυση, γεγονός που μας φέρνει όλο και πιο κοντά σε έναν τρίτο μεγάλο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Αυτός είναι και ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την ανθρωπότητα και δυστυχώς λίγοι είναι αυτοί που τον παίρνουν στα σοβαρά, ακόμη και μεταξύ των αριστερών, αφού, όπως υποστηρίζεται συχνά, «δεν υπάρχει πλέον ιμπεριαλισμός» και τον κόσμο τον διοικούν όχι πια τα καπιταλιστικά κράτη, αλλά απευθείας τα «πολυεθνικά» μονοπώλια. Πρόκειται για ένα δίλημμα ανάλογο με εκείνο που είχε προκαλέσει η θεωρία περί «υπεριμπεριαλισμού» του Κ. Κάουτσκι (τίθονταν από τον κυριότερο ηγέτη του εργατικού κινήματος της εποχής το ζήτημα ότι ίσως ήταν δυνατό να υπάρξει παγκόσμια ιμπεριαλιστική κυβέρνηση και σταθερά ειρηνική ανάπτυξη του καπιταλισμού και αυτό στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου!) και που είχε τεράστιες ιστορικές επιπτώσεις στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα. Βεβαίως πολλά άλλαξαν από τότε. Ωστόσο ο ιμπεριαλισμός συνεχίζει να υπάρχει και μαζί με αυτόν και οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, με όλους τους κινδύνους τους για τους λαούς. Τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις οφείλουμε βέβαια να τις μελετάμε και να τις αξιοποιούμε στη δράση μας και στο σχεδιασμό της ανάπτυξης του κινήματος και της τακτικής του, οφείλουμε όμως επίσης να μην υποτασσόμαστε σε αυτές. Κάτι τέτοιο θα είχε σαν αποτέλεσμα την υποταγή του κινήματός μας στην αστική ιδεολογία και στις ξεχωριστές αστικές τάξεις, τα κράτη τους και τους συνασπισμούς τους.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη μας, η σύγχρονη συγκυρία και κατάσταση στον κόσμο επιβεβαιώνει και αναδεικνύει τα γενικά συμπεράσματα της λενινιστικής θεωρίας του ιμπεριαλισμού και μας «υποχρεώνει» - ακόμη πιο πολύ απ’ ό,τι πριν το 1989 - να ξεκινάμε από αυτή, ως θεμελιακή θεωρητική αφετηρία, για την έρευνα και την κατανόηση του σύγχρονου καπιταλισμού και των αντιφάσεών του, για τη διαμόρφωση της στρατηγικής και της τακτικής των κομμουνιστικών κομμάτων.