Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2007
Η «Κομμουνιστική Διεθνής» (ΚΔ), που ιδρύθηκε το Μάρτιο 1919, υπήρξε γέννημα της ιδεολογικής και πολιτικής ανάπτυξης του επαναστατικού εργατικού κινήματος στις ιστορικές συνθήκες της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα.
Το ιδρυτικό συνέδριο της ΚΔ πραγματοποιήθηκε στη Ρωσία ενώ ακόμη βρισκόταν σε εξέλιξη η επιθετική ιμπεριαλιστική περικύκλωσή της και η εσωτερική αντεπανάσταση. Σε αυτές τις συνθήκες, 50 αντιπρόσωποι από 21 χώρες κατόρθωσαν να φθάσουν στη Μόσχα σπάζοντας τον αποκλεισμό που επέβαλαν οι λευκοί μισθοφόροι και οι ιμπεριαλιστές εισβολείς.
Οι αποφάσεις των συνεδρίων της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» και άλλα ντοκουμέντα της εκδίδονταν, υποχρεωτικά, από τα Κομμουνιστικά Κόμματα (μέλη της ΚΔ) στις χώρες τους και διαδίδονταν στην εργατική τάξη και τα καταπιεσμένα λαϊκά στρώματα. Στοιχείο και αυτό της ενιαίας δράσης για την ενιαία διάδοση της επαναστατικής στρατηγικής.
Το Εκδοτικό Τμήμα του «Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδας (Κομμουνιστικού)» εξέδωσε το 1921, σε μπροσούρα, τις αποφάσεις του Δεύτερου Συνεδρίου και το Καταστατικό της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Αυτή η ιστορική έκδοση περιλαμβάνεται στο «Αρχείο ΚΚΕ».
Η έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής», πιστή επανέκδοση της αντίστοιχης του 1921, είναι αφιερωμένη στα 90 χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία και στα 90 χρόνια του ΚΚΕ.
Λόγω της αρχειακής σημασίας της έκδοσης βασικά διατηρήθηκε η μετάφρασή της (έγιναν ελάχιστες διορθώσεις) καθώς και η αναγραφόμενη (παλαιά) ημερομηνία διεξαγωγής του Β΄ Συνεδρίου, που σύμφωνα με το διορθωμένο ημερολόγιο οι εργασίες του διεξήχθησαν από 19 Ιουλίου έως 7 Αυγούστου 1920.
Ιστορική και εκδοτική σημασία έχει το γεγονός ότι σημαντικά τμήματα της έκδοσης δεν περιλαμβάνονται στα ΑΠΑΝΤΑ ΛΕΝΙΝ, είτε με αυτή τη μορφή τους (π.χ. «Οροι για την παραδοχή των κομμάτων στην Κομμουνιστική Διεθνή») είτε καθόλου (π.χ. «Ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Προλεταριακή Επανάσταση», «Τα συνδικάτα και οι Επιτροπές των εργοστασίων», «Πότε και με ποιούς όρους μπορούν να ιδρυθούν σοβιέτ εργατικών αντιπροσώπων», «Τα Κομμουνιστικά Κόμματα και ο κοινοβουλευτισμός».
Αξεπέραστη είναι η σημασία θέσεων που περιέχονται σε κεφάλαια αυτής της έκδοσης που περιλαμβάνονται και στα ΑΠΑΝΤΑ ΛΕΝΙΝ, όπως «Η ουσία της δικτατορίας του προλεταριάτου και της εξουσίας των Σοβιέτ», «Οι όροι εισδοχής των κομμάτων στην Κομμουνιστική Διεθνή».
Η ανάγνωση του βιβλίου δίνει ζωντανά αυτή την περίοδο ισχυρής ανάπτυξης του Κομμουνιστικού Κινήματος, διαμόρφωσης ενιαίας στρατηγικής του επαναστατικού κινήματος της εργατικής τάξης απέναντι στο διεθνή καπιταλισμό που είχε ήδη περάσει στο ιμπεριαλιστικό στάδιό του. Αν και είχε τελειώσει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, δεν είχε σταθεροποιηθεί το μοίρασμα των αγορών. Ολα έδειχναν νέα όξυνση των αντιθέσεων που θα οδηγούσε σε επαναστατική κατάσταση. Η «Κομμουνιστική Διεθνής», γνωστή και ως Τρίτη Διεθνής, με τις αποφάσεις του 2ου Συνεδρίου της, επεδίωκε να προετοιμάσει το κίνημα σε κάθε καπιταλιστικό κράτος για την περίοδο που θα έμπαινε στην ημερήσια διάταξη ο στόχος για την κατάληψη της εξουσίας.
Είναι χαρακτηριστικές οι διακηρύξεις που υπάρχουν στην εισαγωγή του Καταστατικού της «Κομμουνιστικής Διεθνούς»:
«Μη ξεχνάς τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο!».
«Μη ξεχνάς ότι αν δεν γκρεμιστεί ο καπιταλισμός, η επανάληψη των εγκληματικών αυτών πολέμων είναι όχι μόνο δυνατή, αλλά και αναπόφευκτη!».
«Η Κομμουνιστική Διεθνής έχει ως σκοπό τον ένοπλο αγώνα για την ανατροπή της διεθνούς αστικής τάξης και την ίδρυση της διεθνούς δημοκρατίας των Σοβιέτ, που είναι ο πρώτος σταθμός, στο δρόμο της ολοκληρωτικής κατάργησης κάθε κυβερνητικού συστήματος».
Πολλά είναι τα σημεία που φωτίζουν θεωρητικά ζητήματα του Κομμουνιστικού Κινήματος, της ιστορίας του αλλά και της ανάγκης ανασυγκρότησης, θεωρητικού εξοπλισμού και ανάπτυξής του στις σύγχρονες συνθήκες.
Η ίδια η ίδρυση, η ενότητα και η ισχύς της Κομμουνιστικής Διεθνούς ήλθε ως αποτέλεσμα του διαχωρισμού των επαναστατικών από τις συμβιβασμένες δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, της «Δεύτερης Διεθνούς», σε όλα τα επίπεδα. Το Δεύτερο Συνέδριο μάλιστα έγινε σε μια περίοδο αμέσως μετά την προδοσία της επανάστασης από τους σοσιαλδημοκράτες στην Ουγγαρία, στη Γερμανία, σε μια περίοδο που αναδείχθηκαν και οι αδυναμίες των Κομμουνιστών αυτών των χωρών που με ταλαντεύσεις και αυταπάτες στάθηκαν απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία.
Ετσι, πριν διατυπωθούν οι 21 όροι για την εισδοχή των Κομμουνιστικών Κομμάτων στη Διεθνή, επισημαίνεται: «Η κομμουνιστική διεθνής, διατρέχει τον κίνδυνο να πλημμυρίσει από ομάδες αναποφάσιστες και διστακτικές που ακόμα δεν μπορούν να κόψουν κάθε δεσμό με την ιδεολογία της Δεύτερης Διεθνούς» και «Κανένας κομμουνιστής δεν πρέπει να ξεχνάει τα διδάγματα της Ουγγρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας. Η ένωση των Ούγγρων Κομμουνιστών με τους μεταρρυθμιστές κόστισε ακριβά στο ουγγρικό προλεταριάτο».[1]
Η ιδεολογική ενότητα με βάση την επαναστατική κοσμοθεωρία, είναι πρώτης προτεραιότητας όρος για τη σφυρηλάτηση της ουσιαστικής ενότητας, του Προλεταριακού Διεθνισμού. Αλλά και για την ίδια την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, όρος είναι η θεωρητική επιστημονική αυστηρότητα με βάση την επαναστατική κοσμοθεωρία.
Χαρακτηριστικές για την αυστηρά ταξική και επιστημονική προσέγγιση των ζητημάτων της οικοδόμησης με βάση την επαναστατική θεωρία και προφητικές για τη συνέχεια στα ζητήματα της οικοδόμησης, είναι οι παρακάτω επισημάνσεις:
«Κάθε ανακολουθία ή κάθε αδυναμία στον αγώνα εναντίον εκείνων που ενεργούν ως μεταρρυθμιστές ή κεντριστές έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τον κίνδυνο της ανατροπής της εξουσίας του προλεταριάτου από την αστική τάξη, που θα χρησιμοποιήσει αύριο για την αντεπανάσταση εκείνο που σήμερα οι στενοκέφαλοι το θεωρούν ως θεωρητική ασυμφωνία». Και συνεχίζει:
«Εκείνο που ίσαμε τη νίκη του προλεταριάτου μας φαίνεται πως είναι μόνο μια ασυμφωνία για το ζήτημα της δημοκρατίας, αύριο, μετά τη νίκη, θα γίνει δίχως άλλο, ζήτημα που θα χρειαστεί να λυθεί με τα όπλα».[2]
Η διάδοση της επαναστατικής αντίληψης για την εξέλιξη της κοινωνίας είναι αδήριτη ανάγκη. Σήμερα ο υποκειμενικός παράγοντας βρίσκεται εξαιρετικά αδύναμος μπροστά στις πολύ πιο ώριμες υλικές προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό. Αυτή η αδυναμία είναι αποτέλεσμα ήττας και εξ αιτίας σημαντικών θεωρητικών και πολιτικών λαθών, που δε διορθώθηκαν έγκαιρα. Ο αρνητικός συσχετισμός τροφοδοτεί την ηττοπάθεια, το μηδενισμό, τον οπορτουνισμό που δίνει αριστερό άλλοθι στην επιχείρηση απαξίωσης της κομμουνιστικής ιδεολογίας και της κομμουνιστικής οργάνωσης που προβάλλεται ως ξεπερασμένη. Χρειάζεται, επομένως, πολύ περισσότερη γνώση, μελέτη της θετικής και αρνητικής πείρας του κομμουνιστικού κινήματος. Η μελέτη των ντοκουμέντων της ΚΔ, ουσιαστικά στην περίοδο συγκρότησής της, αναδεικνύει με τον πιο δυνατό τρόπο το χαρακτήρα του Κόμματος που έχει ανάγκη η εργατική τάξη κάθε χώρας.
Ταυτόχρονα δίνει κίνητρο, ερέθισμα για μια συνολικότερη μελέτη της ιστορίας του Κομμουνιστικού Κινήματος, απαραίτητη προϋπόθεση για τη μελέτη της ιστορίας του ΚΚΕ, που αποτέλεσε ενεργό τμήμα της ΚΔ.