Βιβλιοπαρουσίαση: «ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΩΝ ΘΕΩΡΗΤΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ»


της Συντακτικής Επιτροπής της ΚΟΜΕΠ

Ιδεολογική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ:

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΩΝ ΘΕΩΡΗΤΙΚΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ

Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2007

Η έκδοση αυτή αποτελεί συλλογική επεξεργασία της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ όπου παρατίθεται επιγραμματικά η κριτική στα κυριότερα ιδεολογήματα, αστικής και μικροαστικής προέλευσης, τα οποία προπαγανδίστηκαν και προπαγανδίζονται τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο και ασφαλώς έπαιξαν και παίζουν σημαντικό ρόλο στην ιδεολογική αντιπαράθεση που διεξάγεται και στην Ελλάδα.

Στην έκδοση συγκεντρώνεται η παρουσίαση των ιδεολογημάτων και η συνοπτική κριτική αντιμετώπισή τους από τη σκοπιά της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Η συγκέντρωση της επιχειρηματολογίας στηρίζεται σε αναλυτικότερες επεξεργασίες που περιέχονται σε πιο εξειδικευμένα κείμενα ή άρθρα.

Οπως αναφέρεται και στον πρόλογο: Σκοπός της έκδοσης δεν είναι η ενδελεχής ανάλυσή τους και η πλήρης παράθεση της δικής μας επιχειρηματολογίας, αλλά η παρουσίαση σε μια κωδικοποιημένη μορφή τόσο των κύριων επιχειρημάτων που διατυπώνονται για τη στήριξή τους από την πλευρά των πολιτικών και θεωρητικών εκπροσώπων αστικών και μικροαστικών ρευμάτων, όσο και των απαντήσεων που δίνονται από τη δική μας πλευρά.

Η αναγκαιότητα ενός τέτοιου κειμένου φάνηκε από το πλήθος σχετικών ερωτήσεων που γίνονται κυρίως από νέους κομμουνιστές και κομμουνίστριες.

Η παρούσα έκδοση προφανώς και δεν μπορεί να δώσει όλο τον πλούτο της ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης με κριτήριο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, με αφορμή τα σύγχρονα ιδεολογικά ζητήματα της ταξικής πάλης. Φιλοδοξεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον για βαθύτερη μελέτη του μαρξισμού-λενινισμού, ώστε να καταχτιέται μια πιο βαθιά θεωρητική ικανότητα αντιπαράθεσης με αυτά τα ιδεολογήματα. Για τις ανάγκες αυτού του κειμένου δίνονται οι βασικές πηγές άντλησης των σύγχρονων αστικών ιδεολογημάτων καθώς και των ιδεολογικών θέσεων και επιχειρημάτων του ΚΚΕ.

Η θεματολογία χωρίζεται σε τρεις βασικές ενότητες που καλύπτουν ένα αρκετά μεγάλο φάσμα της ιδεολογικής-πολιτικής αντιπαράθεσης. Πιο συγκεκριμένα:

Η πρώτη ενότητα έχει τίτλο: Βασικές σύγχρονες αστικές θεωρίες για την ερμηνεία των εξελίξεων στο ιμπεριαλιστικό σύστημα.

Η ενότητα αυτή αναφέρεται σε θεωρίες που επιχειρούν να ερμηνεύσουν τις εξελίξεις στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, όπως την ένταση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, την εμφάνιση νέων επιστημονικών κλάδων και επιτευγμάτων και των αναλόγων τεχνολογικών εφαρμογών τους, τη δημιουργία διακρατικών ιμπεριαλιστικών ενώσεων κ.ά. Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των θεωριών είναι ότι παρουσιάζουν ως «καινοφανείς» τις εξελίξεις σε σχέση με την ιστορία της καπιταλιστικής εξέλιξης και αιτιολογούν πολιτικές επιλογές, ερμηνεύοντάς τες έξω από τη σχέση κεφαλαίου - μισθωτής εργατικής δύναμης. Δηλαδή στοιχείο που ενοποιεί όλα αυτά τα ιδεολογήματα είναι η αντεστραμμένη σχέση οικονομίας-πολιτικής. Ετσι στην ενότητα αυτή γίνεται αντιπαράθεση με ιδεολογήματα όπως της «παγκοσμιοποίησης» και της «μεταβιομηχανικής κοινωνίας».

Γίνεται αντιπαράθεση με τη λεγόμενη «σύγκρουση πολιτισμών», με κύριο εκφραστή τον αντιδραστικό Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα και καθηγητή του Χάρβαρντ Σάμουελ Χάντιγκτον. Πρόκειται για«θεωρία» που γνώρισε «ημέρες δόξας» την περίοδο του χτυπήματος των δίδυμων πύργων στις ΗΠΑ (2001) και κατά την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ (2003).

Επίσης παρουσιάζεται κωδικοποιημένα η αντιπαράθεση με την περί «αυτοκρατορίας»θεωρία των Χαρντ - Νέγκρι, προσέγγιση ιδιαίτερα προσφιλή σε κύκλους του οπορτουνισμού.

Η δεύτερη ενότητα έχει τίτλο: Ιδεολογήματα της αστικής στρατηγικής για την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης στην καπιταλιστική κοινωνία.

Πρόκειται για αστικά και μικροαστικά ιδεολογήματα που συσκοτίζουν τη βασική αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας και την ιστορική προοπτική της εργατικής τάξης.

Ποτέ δεν έλειπαν οι οπορτουνιστικές αυταπάτες για μια πιο δίκαιη κοινωνία, στα όρια όμως κυριαρχίας του καπιταλισμού. Θεωρίες που εύκολα συναντιούνται και με αναπαλαιωμένες αντιλήψεις περί «λαϊκού καπιταλισμού», αλλά και με πολιτικές προσπάθειες για άμβλυνση των ακραίων συμπτωμάτων της φτώχειας. Σε αυτή την κατεύθυνση διαμορφώθηκαν έννοιες όπως Κοινοτισμός - κοινωνική οικονομία - κοινωνία των πολιτών,το περιεχόμενο των οποίων προβάλλεται ως εναλλακτική πολιτική κυρίως από μικροαστικές και οπορτουνιστικές δυνάμεις.

Οι ιδεολογικοί και πολιτικοί εκπρόσωποι της αστικής τάξης ιδιαίτερα προβάλλουν την απαίτηση συναίνεσης των εργαζομένων στην απώλεια κατακτήσεών τους στο βωμό τηςπαραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας ως δήθεν κοινοί στόχοι - συμφέροντα καπιταλιστών και εργαζομένων. Η συνεχής αποκάλυψη αυτής της μυθοπλασίας είναι απόλυτη ανάγκη για το δυνάμωμα του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος για την ιδεολογική και πολιτική χειραγώγηση των μισθωτών εργαζόμενων από την κεφαλαιοκρατία, για την αφύπνιση των νέων εργαζομένων.

Ο καπιταλιστής ό,τι και να είναι στην προσωπική του ζωή, από κοινός εγκληματίας μέχρι φιλάνθρωπος, δεν παύει να τον χαρακτηρίζει μια βασική σχέση, αυτή της εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας, δεν παύει να είναι εκμεταλλευτής. Πολύ περισσότερο όταν η σύγχρονη μορφή της φιλανθρωπίας προς τα θύματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η «εταιρική κοινωνική ευθύνη» γίνεται πηγή φοροαπαλλαγών, μέσο διαφήμισης και μέσο χειραγώγησης των εργαζομένων.

Η τρίτη ενότητα έχει τίτλο: Αστικά ιδεολογήματα που στοχεύουν στην απαξίωση της κομμουνιστικής θεωρίας.

Στην ενότητα αυτή αναδεικνύεται ο αντικομμουνισμός ως συστατικό στοιχείο της ιδεολογίας και πολιτικής της αστικής τάξης, αναπόσπαστο στοιχείο της στρατηγικής της. Στην εποχή μας, στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, διαπερνά όλες τις πτυχές του εποικοδομήματος, αναπαράγεται μέσα από τους αστικούς θεσμούς. Γίνεται ειδική αντιπαράθεση με τη σύγχρονη έξαψη του αντικομουνισμού που εστιάζεται στη συκοφάντηση του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, στη διαστρέβλωση της πολιτικής και των σκοπών των κομμουνιστικών κομμάτων και της θεωρίας του επιστημονικού κομμουνισμού.

Γίνεται επίσης κριτική στην αντίληψη - ιδεολόγημα περί σύγκλισης σοσιαλισμού και φιλελευθερισμού,μια αντίληψη που υπήρχε από παλιότερα ως τάση και αναζωπυρώθηκε στη δεκαετία του 1990 στο πλαίσιο μια συζήτησης για τις έννοιες της «αριστεράς» και της «δεξιάς». Η αστική αυτή αντίληψη επιδιώκει να συσκοτίσει τον ταξικό χαρακτήρα της πολιτικής και ιδεολογικής πάλης στα πλαίσια της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. Η άποψη αυτή ταυτίζει το «σοσιαλισμό» με το σοσιαλδημοκρατικό ιδεολογικό ρεύμα (ιστορικά εκφυλισμένο ιδεολογικό ρεύμα στο εργατικό κίνημα που αιτιολογεί την ενσωμάτωση στο σύστημα), με τον «κρατισμό» και την εκτεταμένη «κρατική παρέμβαση» στην οικονομία ως μορφή αστικής πολιτικής διαχείρισης.

Ταυτόχρονα, με ανεπαίσθητο τρόπο «τσουβαλιάζεται» και δυσφημίζεται, αν και χωρίς να αναφέρεται ρητά, και η σοσιαλιστική οικοδόμηση του 20ού αιώνα, καθώς και ο επιστημονικός σοσιαλισμός (όσον αφορά τη θεωρία και την πολιτική πράξη του κομμουνιστικού κινήματος στον καπιταλισμό). Αφήνεται να αιωρείται η αντίληψη περί οικονομικής αναποτελεσματικότητας κάθε «σοσιαλιστικού = κρατικιστικού μοντέλου» (επομένως και του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ και στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, ως της πλέον ακραίας έκφρασής του). Ετσι παρουσιάζεται ως μονόδρομος για τους εργαζόμενους μια καλύτερη, «ανθρωπινότερη» διαχείριση του καπιταλισμού. Η υπαρκτή πολιτική, ιδεολογική, οικονομική (όταν υπήρχε το διεθνές σοσιαλιστικό σύστημα) αντιπαράθεση μεταξύ σοσιαλισμού - καπιταλισμού, ως αντίθετων κοινωνικών συστημάτων, επιχειρείται τεχνηέντως να παρουσιαστεί ως αντιπαράθεση μεταξύ μορφών διαχείρισης των οικονομικών και ταξικών σχέσεων μέσα στον καπιταλισμό (δηλαδή μεταξύ της σοσιαλδημοκρατικής και της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης).