Το πανεπιστήμιο είναι ένας καθιερωμένος και συστηματικός θεσμός παραγωγής και αναπαραγωγής της γνώσης, που είναι ενταγμένος στον τρόπο παραγωγής των σχετικά ιστορικά πρόσφατων κοινωνικο-οικονομικών σχηματισμών.
Από τη θέση του και το ρόλο του μέσα στην κοινωνία διαθέτει δύο θεμελιακά χαρακτηριστικά:
Πρώτον: Διαμορφώνει επιστήμονες με την υψηλότερη δυνατή (ανωτάτου επιπέδου) επιστημονική- επαγγελματική κατάρτιση και ειδίκευση, συμμετέχοντας στον καταμερισμό εργασίας μέσα στην κοινωνία.
Δεύτερον: Προωθεί, ταυτόχρονα, εκτός από την παραγωγή και την αναπαραγωγή της γνώσης, και την παραγωγή και την αναπαραγωγή της άρχουσας ιδεολογίας.
Με την έννοια αυτή το πανεπιστήμιο είναι άμεσα συνδεδεμένο με την υλική παραγωγική διαδικασία και την εμπορευματική παραγωγή. Η σύνδεση αυτή έχει γίνει πιο ουσιαστική και πιο έντονη από τότε που η επιστήμη μετατράπηκε σε άμεση παραγωγική δύναμη και που στις μέρες μας είναι αναντικατάστατος αναπτυξιακός παράγοντας. Στο πλαίσιο αυτού του ρόλου του πανεπιστημίου αναπτύσσεται και η εμπορευματοποίηση της γνώσης σε όλες της τις μορφές.
Οι αναδιαρθρώσεις που προωθούνται σήμερα στην Ανώτατη Εκπαίδευση από την ΕΕ έχουν ως υλικό υπόβαθρο τις παραγωγικές ανάγκες του δυνάμεων του κεφαλαίου για κέρδος στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Είναι, ταυτόχρονα, αναδιαρθρώσεις που επιχειρούν να αντιστρέψουν την πτωτική τάση του μέσου ποσοστού κέρδους του κεφαλαίου. Στην ίδια κατεύθυνση στοχεύει και η άκρατη εμπορευματοποίηση της γνώσης. Είναι γνωστό ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ) συμπεριέλαβε πλέον την παροχή της γνώσης και τις εκπαιδευτικές διαδικασίες στον τομέα των υπηρεσιών και στην εμπορευματική παραγωγή και ανταλλαγή. Προσπάθεια αντιστροφής της κρίσης από τη μια, διέξοδος για επενδύσεις στα πλεονάζοντα κεφάλαια από την άλλη.
Παρ’ όλα αυτά οι δυνάμεις του κεφαλαίου δεν μπορούν να παρακάμψουν εντελώς την αντικειμενική τάση της κοινωνίας για περισσότερη μόρφωση, που πηγάζει από την ίδια τη φύση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτή η τάση πρακτικά εκφράζεται με τη γενικευμένη απαίτηση της νεολαίας για ένταξη στην εκπαιδευτική διαδικασία και την εξασφάλιση εργασίας.
Η σύγκρουση αυτή των δυο τάσεων (η αντιστροφή των όρων της κρίσης και η ανάγκη για περισσότερη μόρφωση) εκφράζεται κυρίαρχα στην απαίτηση για πρόσβαση στην Ανώτατη Εκπαίδευση από τη μια, στη δομή και στην οργάνωση του προγράμματος σπουδών από την άλλη. Οι δυο ξεχωριστοί κύκλοι σπουδών, οι οποίοι προφανώς θα αντιπροσωπεύουν και διαφορετικούς τίτλους σπουδών, αποτελούν την απάντηση στην απαίτηση για περισσότερη πρόσβαση στην ΑΕ.
Το γεγονός αυτό επιδρά αποφασιστικά στο ρόλο του πανεπιστημίου, τον τροποποιεί, και το οδηγεί στην «επαγγελματοποίηση» (ο όρος περιέχεται σε επίσημη έκθεση- απολογισμό του Υπουργείου Παιδείας προς την ΕΕ ως επιθυμητή εξέλιξη για τα ελληνικά ΑΕΙ) σε συνδυασμό με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Σπάει η ενότητα του ενιαίου κύκλου σπουδών με το ενιαίο επιστημονικό αντικείμενο.
Το πανεπιστήμιο αναλαμβάνει τη συστηματική παραγωγή, είτε μέσα από τις δικές του καθιερωμένες δομές, είτε μέσα από την πρόσθετη διαδικασία της δια βίου εκπαίδευσης, να καλύψει τις ανάγκες του κεφαλαίου με ένα ημικαταρτισμένο επιστημονικό-εργατικό δυναμικό με σαφείς μειωμένους και μειωτικούς όρους απασχόλησης, πράγμα που συντελεί στην άμεση υποβάθμιση του επιπέδου σπουδών και του ρόλου του, αλλά, ταυτόχρονα, και στη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης.
Αντί η είσοδος της νεολαίας στο πανεπιστήμιο να είναι το αποτέλεσμα της γενίκευσης της συμμετοχής στο δικαίωμα της μόρφωσης, ως καθολικού και αδιαπραγμάτευτου δικαιώματος, ως αντικειμενικής ανάγκης της ίδιας της κοινωνικής εξέλιξης για την κατάκτηση της γνώσης και ως συστατικού και αναντικατάστατου παράγοντα της διαμόρφωσης της προσωπικότητας του ανθρώπου, αντίθετα, καταλήγει να είναι το αποτέλεσμα μιας ταξικά εφαρμοσμένης και ταξικά διαφοροποιημένης πολιτικής.
Φανερός στόχος αυτής της πολιτικής είναι ο ολοκληρωτικός έλεγχος-πολιτικός, ιδεολογικός, επιστημονικός, των ανθρώπινων παραγωγικών δυνάμεων, μέσα από την παροχή αποσπασματικών και κατακερματισμένων γνώσεων, υποταγμένων στη λογική της συνεχούς εναλλαγής των επαγγελμάτων.
Παράλληλα, το κόστος όλης αυτής της εξέλιξης φορτώνεται στις πλάτες των ίδιων των εργαζομένων με αποτέλεσμα το πανεπιστήμιο να χάνει επί της ουσίας το δημόσιο χαρακτήρα του, γιατί παραδίδεται στην άκρατη εμπορευματοποίηση, διατηρώντας μόνο ένα δημόσιο περίβλημα για τα προσχήματα.
Οι αναδιαρθρώσεις στην Ανώτατη Εκπαίδευση που προωθούνται από την ΕΕ και τις κυβερνήσεις, στα πλαίσια της δημιουργίας του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης και Ερευνας, θα κρίνουν κατά το μεγαλύτερο μέρος την υλοποίηση του βασικού στόχου της ΕΕ για διαμόρφωση του ενιαίου εκπαιδευτικού χώρου, γιατί μέσα από την Ανώτατη Εκπαίδευση θα εφαρμόζονται κυρίαρχα οι πολιτικές της κατάρτισης και θα ελέγχεται η παραγωγή της γνώσης.
Αποκαλυπτικό είναι το κοινό ανακοινωθέν που δημοσιεύτηκε μετά την άτυπη σύνοδο των υπουργών παιδείας στο Βερολίνο τον Σεπτέμβρη του 2003. Οι υπουργοί παιδείας επαναβεβαιώνουν τη σημασία των αποφάσεων της συνόδου της Λισσαβόνας, τονίζουν με έμφαση τη σπουδαιότητα της διαδικασίας της Bologna ως σύνολο μέτρων, καλούν σε ευρύτερη και στενότερη συνεργασία στο πλαίσιο της διαδικασίας της Bologna και δεσμεύονται να δυναμώσουν τις προσπάθειες για τη δημιουργία του ενιαίου χώρου ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας υλοποιώντας τις σχετικές αποφάσεις στις χώρες-μέλη μέχρι το 2005.
Κύρια σημεία-στόχοι που επικεντρώνουν είναι:
1. Υιοθέτηση και εφαρμογή ενός συστήματος αξιολόγησης των προγραμμάτων σπουδών και των πανεπιστημίων.
2. Υιοθέτηση ενός συστήματος σπουδών που θα βασίζεται σε δυο κύκλους.
3. Προώθηση της κινητικότητας των φοιτητών, του ακαδημαϊκού και διοικητικού προσωπικού στο πλαίσιο του ενιαίου χώρου ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας.
4. Εγκατάσταση ενός συστήματος πιστοποίησης των σπουδών.
5. Υιοθέτηση ενός συστήματος εύκολης αναγνώρισης και σύγκρισης των τίτλων σπουδών.
6. Προώθηση της συμμετοχής των φοιτητών, του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού στη διαδικασία της Bologna.
7. Προώθηση της ευρωπαϊκής διάστασης στην ανώτατη εκπαίδευση.
8. Προώθηση της ελκυστικότητας του ευρωπαϊκού χώρου της ανώτατης εκπαίδευσης.
9. Προώθηση της δια βίου εκπαίδευσης ως ενσωματωμένης εκπαιδευτικής διαδικασίας της πανεπιστημιακής δομής και λειτουργίας.
10. Ενίσχυση των δεσμών ανάμεσα στον ευρωπαϊκό χώρο ανώτατης εκπαίδευσης και τον ευρωπαϊκό χώρο έρευνας, τους δυο πυλώνες της κοινωνίας της γνώσης.
11. Προώθηση ενός τρίτου κύκλου στη δομή των πανεπιστημιακών σπουδών σε μεταπτυχιακό επίπεδο που θα αφορά τη διδακτορική διατριβή.
Από τους παραπάνω στόχους προτεραιότητα τίθεται για το σύστημα της αξιολόγησης των προγραμμάτων σπουδών και των πανεπιστημίων, για το σύστημα των δυο κύκλων σπουδών και την αναγνώριση των τίτλων και των περιόδων σπουδών. Η προτεραιότητα αυτή δεν εμποδίζει την κάθε κυβέρνηση να προωθεί το δικό της προγραμματισμό, που δεν θα υπολείπεται των ελάχιστων στόχων που έθεσε η σύνοδος των υπουργών παιδείας.
Αντίθετα, το σύνηθες είναι να προωθείται το σύνολο σχεδόν των στόχων. Στο πλαίσιο αυτό, η προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είχε προετοιμάσει και ήταν έτοιμη να νομοθετήσει μια σειρά από τους παραπάνω στόχους όπως ήταν το σύστημα της αξιολόγησης, η δια βίου εκπαίδευση κλπ., ενώ είχε προετοιμαστεί σε επίπεδο θέσεων με τη μορφή σχεδίων νόμων για θέματα όπως είναι η αυτοδιοίκηση και η οικονομική αυτονομία των ΑΕΙ, η έρευνα και οι μεταπτυχιακές σπουδές κ.ά.
Πέρα από τα παραπάνω είχε αποδεχτεί και επικυρώσει οδηγίες της ΕΕ που αφορούσαν τα επαγγελματικά δικαιώματα και κατ’ επέκταση τους τίτλους σπουδών που προέρχονταν από τριετούς διάρκειας σχολές. Παράλληλα είχε νομοθετήσει τη λεγόμενη ανωτατοποίηση των ΤΕΙ.
Την ίδια στιγμή στα ίδια τα πανεπιστήμια και με βάση το γνωστό πρόγραμμα επαγγελματικής κατάρτισης, το ΕΠΕΑΕΚ, προωθούνταν «από τα κάτω» τα μεταπτυχιακά ειδίκευσης, η αξιολόγηση των Τμημάτων και των Πανεπιστημίων, χωρίς επισήμως νομοθετημένο θεσμικό πλαίσιο, αλλαγές στα προγράμματα σπουδών που προετοίμαζαν δια μέσου της διάρθρωσης των μαθημάτων τη διάσπαση του ενιαίου κύκλου σπουδών σε δυο κύκλους αντίστοιχα.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν πρωτοβουλίες τύπου Χατζηδάκη, ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, που απαιτούσε ουσιαστικά την ισοτίμηση των πτυχίων τριετούς διάρκειας σπουδών με τους ελληνικούς πανεπιστημιακούς τίτλους, η αποδοχή εκ μέρους του ΤΕΕ των μεταπτυχιακών ειδίκευσης, αλλά και οι συζητήσεις, που εξακολουθούν να διεξάγονται πάλι στο ΤΕΕ για τα επαγγελματικά δικαιώματα και την αναγνωρισιμότητα των τίτλων σπουδών με βάση νέα οδηγία της ΕΕ.
Το επόμενο χρονικό διάστημα και μέχρι τη νέα συνάντηση των υπουργών παιδείας, στο Bergen της Νορβηγίας το Μάη του 2005 όπου θα ελέγξουν εκ νέου την εφαρμογή των προτεραιοτήτων αλλά και γενικότερα όλων των στόχων που έχουν αποφασίσει να υλοποιήσουν, θα είναι σημαντικό. Οχι μόνο για την ίδια την ΕΕ και τις κυβερνήσεις των χωρών-μελών αλλά και για το Πανεπιστημιακό Κίνημα (ΠΚ) στο σύνολό του, την ικανότητά του να αντισταθεί και να παρεμποδίσει τις αντιδραστικές αναδιαρθρώσεις στο χώρο της ΑΕ.