Στις 13 Ιούνη θα γίνουν οι ευρωεκλογές. Στην προεκλογική περίοδο θα ξαναθυμηθούμε αρκετά ζητήματα από τις εξελίξεις στην πορεία της ΕΕ σε παραπέρα αντιλαϊκή, αντιδραστική και κατασταλτική κατεύθυνση. Οι εξελίξεις αυτές επιβεβαίωσαν ακόμη μια φορά τις θέσεις του ΚΚΕ, ότι η ΕΕ είναι μια ιμπεριαλιστική ένωση, ένας ταξικός συνασπισμός της ευρωπαϊκής πλουτοκρατίας για τη θωράκιση και υπεράσπιση της εξουσίας και των κερδών των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.
Ωστόσο, τον προηγούμενο χρόνο κυρίαρχο ήταν το θέμα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, που συνδέεται με το μέλλον της ΕΕ και κυρίως με τη διεύρυνση με 10 νέες χώρες μετά την 1η Μάη του 2004. Το παρόν άρθρο περιορίζεται σε μια καταγραφή των εξελίξεων στο θέμα αυτό, εστιάζοντας στις αντιθέσεις που εκδηλώθηκαν κατά τη διαπραγμάτευσή του και οι οποίες οδήγησαν σε ναυάγιο την τελική έγκρισή του.
Μετά τη συνθήκη της Νίκαιας (Δεκέμβρης 2000), που κρίθηκε από τους συντελεστές της ημιτελής, προγραμματίστηκε μία νέα Διακυβερνητική Διάσκεψη (ΔΔ). Η ΔΔ είχε σαν στόχο την έγκριση μιας καινούργιας συνθήκης, που ονομάστηκε Συνταγματική Συνθήκη (Ευρωσύνταγμα), και προγραμματίστηκε από τη σύνοδο κορυφής του Λάακεν (Δεκέμβρης 2001) να ολοκληρωθεί το Δεκέμβρη του 2003. Επειδή οι ηγέτες της ΕΕ διέβλεπαν ότι οι μεταξύ τους αντιθέσεις ήταν μεγάλες, δημιούργησαν ένα γνωμοδοτικό όργανο με ελεγχόμενη σύνθεση (οι συμμετέχοντες σχεδόν στο σύνολο τους ήταν υπέρ της ΕΕ)[1], τη «Συντακτική Συνέλευση» με επικεφαλής τον Ζισκάρ Ντ’ Εσταίν, για να ετοιμάσει το σχέδιο το ευρωσυντάγματος. Ουσιαστικά για να αμβλύνει τις αντιθέσεις, να προσπαθήσει για συμβιβαστικές λύσεις, προωθώντας ταυτόχρονα τα συμφέροντα των πιο ισχυρών και κυρίως του γαλλογερμανικού άξονα. Εμφανίζουν τη νέα συνθήκη ως ευρωπαϊκό σύνταγμα, για να δώσουν επικάλυψη δημοκρατική, να αποσπάσουν τη συγκατάθεση των λαών και για να κρύψουν το ακόμη πιο αντιλαϊκό, αντιδραστικό, κατασταλτικό περιεχόμενό της σε βάρος των δικαιωμάτων, του επιπέδου ζωής και των ατομικών ελευθεριών της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων.
Το σχέδιο του ευρωσυντάγματος δόθηκε στη σύνοδο κορυφής της Θεσσαλονίκης (Ιούνης 2003) εν μέσω πανηγυρισμών και τυμπανοκρουσιών από την κυβέρνηση και την ΕΕ. Στη συνέχεια ακολούθησαν οκτώ (8) επίσημοι σύνοδοι της ΔΔ μέχρι το Δεκέμβρη του 2003 για να γεφυρώσουν αντιθέσεις, όμως αυτό δεν έγινε εφικτό. Ετσι στη σύνοδο κορυφής του Δεκέμβρη 2003, που ήταν η επιθυμητή τελική ημερομηνία, συμφωνία δεν επήλθε, παραπέμφθηκε για το 2004 και χαρακτηρίστηκε αποτυχία[2]. Το μοναδικό ζήτημα που συζητήθηκε στη σύνοδο κορυφής και δε συμφώνησαν ήταν αυτό του ορισμού της ειδικής πλειοψηφίας. Υπήρξε κατηγορηματική άρνηση από την Ισπανία και την Πολωνία να δεχτούν την αναστάθμιση των ψήφων και τη «διπλή πλειοψηφία» του «50-60» που προβλέπει το σχέδιο συντάγματος, όπως απορρίφτηκαν και τέσσερις πιθανές λύσεις που διατύπωσε η Ιταλική Προεδρία.
Οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις απ’ ό,τι φάνηκε υπερίσχυσαν των σχεδιασμών για την παραπέρα οικοδόμηση της ιμπεριαλιστικής ΕΕ, αν και σε ορισμένα ζητήματα (π.χ. άμυνα) συμφώνησαν και τα συμπεριέλαβαν στα συμπεράσματα της συνόδου, κάνοντας ένα βήμα παραπέρα στη στρατιωτικοποίηση της ΕΕ.
Αντιθέσεις υπήρξαν και σε άλλα θέματα που συζητήθηκαν στις συναντήσεις της ΔΔ και αυτές εστιάζονται στα εξής:
Α. Εναλλασσόμενη προεδρία του Συμβουλίου: Σήμερα κάθε χώρα με τη σειρά και ανά εξάμηνο προεδρεύει στην ΕΕ. Οι αντιθέσεις εστιάζονται στο μελλοντικό σύστημα Προεδρίας, δηλαδή να υπάρχει σύστημα ομαδικής προεδρίας. Προτείνεται να υπάρχουν τριμελείς ομάδες θητείας 18 μηνών (Φινλανδία, Κύπρο, Εσθονία, Σλοβενία, Τσεχία) ή τετραμελείς ομάδες για περίοδο 24 μηνών (Βρετανία, Πολωνία, Σλοβακία) ή πενταμελείς ομάδες για διετή θητεία ή διατήρηση του ισχύοντος συστήματος ανά 6μηνο ή εκλεγόμενη Προεδρία (Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία), ενώ η Ισπανία εξέφρασε την άποψη ότι όλα τα θεσμικά θέματα θα πρέπει να συζητηθούν ως «πακέτο».
Β. Υπουργός Εξωτερικών της ΕΕ: Αν και συμφωνούν στην ύπαρξή του, διαφωνούν στο περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων του, στην ανάγκη ή όχι να έχει δύο υφυπουργούς (Βρετανία και Πολωνία θέλουν δύο υφυπουργούς), στο βαθμό ανεξαρτησίας του από το καθεστώς του Επιτρόπου (Γαλλία, Δανία τάσσονται κατά του πλήρους καθεστώτος Επιτρόπου για τον ΥΠΕΞ), αν θα προεδρεύει ή όχι του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων (Σουηδία, Φινλανδία, Εσθονία υποστηρίζουν ότι δε θα πρέπει να προεδρεύει στο ΣΕΥ), στον ακριβή τίτλο του (Βρετανία, Τσεχία, Πολωνία, Λετονία αντιτάχτηκαν στην υιοθέτηση του τίτλου «Υπουργός Εξωτερικών»).
Γ. Λήψη αποφάσεων με ειδική πλειοψηφία[3]: Ισπανία και Πολωνία τήρησαν σκληρή στάση, όπως την περιγράφουν, επιμένοντας να παραμείνει ο ορισμός της ειδικής πλειοψηφίας όπως είναι στη συνθήκη της Νίκαιας, ενώ τα 6 ιδρυτικά κράτη-μέλη και η Βρετανία υποστηρίζουν τη διάταξη του σχεδίου συντάγματος (50% των χωρών, 60% των πληθυσμών).
Επίσης ένας σημαντικός αριθμός αντιπροσωπειών κατονόμασαν θέματα στα οποία δεν επιθυμούν την επέκταση της ειδικής πλειοψηφίας, αλλά τοποθετήθηκαν υπέρ της ομοφωνίας π.χ. στα θέματα φορολογίας (Βρετανία, Μάλτα, Κύπρος, Ιρλανδία, Εσθονία, Σλοβακία, Τσεχία, Λετονία), κοινωνικής ασφάλισης (Βρετανία, Δανία, Αυστρία, Σλοβακία), δικαστικής/ποινικής συνεργασίας (Βρετανία, Ιρλανδία, Αυστρία, Τσεχία), δημοσιονομικών προοπτικών (Ολλανδία, Εσθονία), ιδίων πόρων (Βρετανία, Ιρλανδία, Τσεχία, Εσθονία). Αλλες αντιπροσωπείες (Γαλλία, Βέλγιο, Ελλάδα, Λουξεμβούργο, Σλοβενία, Λετονία) εκφράστηκαν υπέρ των διατάξεων όπως αναφέρονται στο σχέδιο συντάγματος, ενώ η Ισπανία υποστήριξε να παραμείνουν οι σχετικές διατάξεις όπως αναφέρονται στη συνθήκη της Νίκαιας.
Δ. Σύνθεση Ευρωπαϊκής Επιτροπής: Η πλειοψηφία των αντιπροσωπειών τάχτηκε υπέρ της αρχής «ένας επίτροπος ανά Κράτος-Μέλος» και της εξίσωσης όλων των επιτρόπων (Αυστρία, Δανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Λιθουανία, Εσθονία, Σλοβενία, Σλοβακία, Τσεχία, Πολωνία, Μάλτα, Κύπρος, Λετονία, Ουγγαρία, Φινλανδία). Ενας άλλος σημαντικός αριθμός είναι υπέρ δύο κατηγοριών επιτρόπων (κανονικοί και αναπληρωτές χωρίς ψήφο), σε συνδυασμό με σύστημα εναλλαγής, που αποτυπώνεται στο σχέδιο του ευρωσυντάγματος (Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία, Ιταλία, Σουηδία, Πορτογαλία, Benelux).
Ε. Θέματα άμυνας: Σχετικά με τη διαρθρωμένη συνεργασία και τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής. Εδώ φαίνεται να έχουν συμφωνήσει στο σημείο ότι το ΝΑΤΟ αποτελεί τη βάση και το φορέα συλλογικής ασφάλειας των κρατών-μελών της ΕΕ που είναι μέλη του. Ωστόσο εκφράστηκαν τέσσερις τάσεις α) Πολωνία, Εσθονία, Λετονία υπογράμμισαν την ανάγκη να μην υπονομευθεί ο ρόλος του ΝΑΤΟ μέσω των μορφών στενότερης συνεργασίας που προβλέπει το σχέδιο συντάγματος. β) Φινλανδία και Σουηδία εξέφρασαν σκεπτικισμό ως προς την αποτελεσματικότητα της ρήτρας αμοιβαίας άμυνας, δεδομένων των περιορισμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων. γ) Αυστρία, Τσεχία, Ιρλανδία εξέφρασαν ανησυχία για την πιθανότητα αποκλεισμού από τις προβλεπόμενες μορφές συνεργασίας που αναφέρονται στο σχέδιο του συντάγματος. δ) Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Ελλάδα, Ισπανία, Λουξεμβούργο τάχθηκαν υπέρ των άρθρων του σχεδίου συντάγματος που αναφέρονται στην άμυνα.
ΣΤ. Δικαστικές και εσωτερικές Υποθέσεις: Σχετικά με τις αρμοδιότητες του Ευρωπαίου εισαγγελέα και τα εγκλήματα που επηρεάζουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ και την επέκταση των αρμοδιοτήτων του.
Ζ. Τουρισμός: Αν θα συμπεριληφθεί ή όχι ο τουρισμός στους τομείς υποστηρικτικής, συντονιστικής ή συμπληρωματικής δράσης. Στο αντίστοιχο άρθρο (Ι-16) του σχεδίου του ευρωσυντάγματος, συμπεριλαμβάνονται η βιομηχανία, η υγεία, η παιδεία, ο πολιτισμός, ο αθλητισμός, η νεολαία, η πολιτική προστασία. Την ένταξη και του τουρισμού υποστήριξαν οι Ελλάδα, Κύπρος, Μάλτα, Πορτογαλία, Λετονία
Αν και ο Ιταλός Πρωθυπουργός και προεδρεύων στο δεύτερο εξάμηνο του 2003 Μπερλουσκόνι, τόσο σε δηλώσεις του στον τύπο όσο και στο Ευρωκοινοβούλιο, είπε ότι η Ιταλική προεδρία πέτυχε συμφωνία σε 82 θέματα, ωστόσο αρκετοί αρχηγοί κρατών-μελών, υποστήριξαν ότι όλα είναι ανοιχτά και θα τα διαχειριστεί η Ιρλανδική Προεδρία στο πρώτο εξάμηνο του 2004, η οποία θα φέρει κείμενο στην εαρινή σύνοδο κορυφής το Μάρτη του 2004.
Χαρακτηριστικές για το αποτέλεσμα της συζήτησης της Συνταγματικής Συνθήκης (ευρωσύνταγμα) είναι οι δηλώσεις ορισμένων αρχηγών κρατών-μελών. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Τόνυ Μπλερ ισχυρίστηκε κατά την ενημέρωση της Βουλής των Κοινοτήτων, ότι είχε σχεδόν επιτευχθεί συμφωνία επί 82 θεμάτων, προσθέτοντας ότι τίποτα δεν έχει συμφωνηθεί εάν όλα δεν έχουν συμφωνηθεί. Αναφέρθηκε εν τούτοις σε συμφωνημένο κείμενο που αφορά στα θέματα άμυνας. Ο Αυστριακός Καγκελάριος Schuessel σχολίασε ότι, παρά την αποτυχία υιοθέτησης του ευρωσυντάγματος, προέκυψαν σημαντικές βελτιώσεις για τη χώρα του, όπως η ρύθμιση της εναλλασσόμενης Προεδρίας του Συμβουλίου, η αρχή ένας επίτροπος ανά κράτος-μέλος καθώς και η συμφωνία επί του θέματος της αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής. Ο Φινλανδός πρωθυπουργός Venhanen δήλωσε ότι όλα τα θέματα της ΔΔ παραμένουν ανοιχτά, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι έγινε δεκτή από τη χώρα του η αναδιατύπωση της διάταξης για την αμοιβαία αμυντική συνδρομή. Ο Γερμανός υφυπουργός εξωτερικών Scharioth, κατά την ενημέρωση των πρεσβειών, είπε ότι υπήρξε συναίνεση σε πολλά θέματα, τονίζοντας κυρίως το θέμα της άμυνας και προέβλεψε ότι όταν επιλυθεί και το θέμα του ορισμού της ειδικής πλειοψηφίας, το σύνολο των θεμάτων θα κλείσει ως πακέτο. Ο υπουργός εξωτερικών της Ουγγαρίας Kovacς εξέφρασε την άποψη ότι, παρά την αποτυχία υιοθέτησης του Συντάγματος, υπάρχει συναίνεση σε περισσότερο από 90% των θεμάτων της ΔΔ και ότι στην πραγματικότητα το μόνο άλυτο είναι αυτό του ορισμού της ειδικής πλειοψηφίας. Αλλά ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Πρόντι ανέφερε στην ολομέλεια του ευρωκοινοβουλίου (Δεκέμβρης 2003) ότι η αναφορά σε ορισμένα αποτελέσματα ως κεκτημένο θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια όλης της εργασίας που σημειώθηκε στη ΔΔ και ότι δεν υπάρχει συναίνεση ή συνολική αποδοχή από την πλευρά κανενός, επαναλαμβάνοντας ότι τίποτε δεν είναι συμφωνημένο αν δεν συμφωνηθούν όλα και ζήτησε να αναγνωριστούν τα προβλήματα που είναι ακόμη υπό διαπραγμάτευση.