Από το χειμώνα του 1950 οι ΗΠΑ προχώρησαν σε αναθεώρηση του «Σχεδίου Marschall». Η αμερικανική πολιτική προσανατολίστηκε στην περικοπή της οικονομικής και στην ενίσχυση της στρατιωτικής βοήθειας, στο λεγόμενο Πρόγραμμα Κοινής Ασφάλειας (λόγω της επέμβασης στην Κορέα και του γενικότερου προσανατολισμού για προσεταιρισμό κρατών της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και Β. Αφρικής). Και ενώ στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη που συμμετείχαν στο Πρόγραμμα «Σχεδίου Marschall» ουσιαστικά είχε επιτευχθεί η μεταπολεμική βιομηχανική ανασυγκρότηση, στην Ελλάδα η άρχουσα τάξη έδινε τη μάχη για τη διατήρηση της εξουσίας της που κινδύνευε από την πάλη του ΔΣΕ. Το όποιο πρόγραμμα εκβιομηχάνισης δεν πραγματοποιήθηκε, όχι μόνο μέχρι το 1950, αλλά και μετά την ήττα του ΔΣΕ, και το 1953, μετά τη λήξη του «Σχεδίου Marschall», το οποίο παρατάθηκε στην Ελλάδα, αν και μειωμένο από το αρχικό.
Η αναγγελία της απότομης μεγάλης περικοπής της «αμερικανικής βοήθειας» για το οικονομικό έτος 1952-1953 (από 182 εκατ. δολάρια το προηγούμενο έτος, σε 81,2 εκατ. δολάρια)[17] προκάλεσε έντονη συζήτηση και αντιπαράθεση στους αστικούς κύκλους ως προς την εξέλιξη της συμβολής αυτών των εισροών στην οικονομική ανασυγκρότηση και την εκβιομηχάνιση της ελληνικής οικονομίας.
Η απότομη περικοπή των αμερικανικών κονδυλίων οδήγησε σε μεγάλη περικοπή των δημοσίων επενδύσεων και περιορισμό της πιστοδότησης των ιδιωτικών, αφού δεν είχαν αναπτυχθεί ακόμη μηχανισμοί και δεν είχε προωθηθεί πολιτική ταχείας εσωτερικής συσσώρευσης. Σε αυτές τις συνθήκες οξύνθηκε η συζήτηση ακόμη και η αστική διαπάλη για το ρόλο της αμερικανικής οικονομικής και πολιτικής παρέμβασης στην Ελλάδα, τη θετική ή αρνητική επίδρασή της στην πορεία εκβιομηχάνισής της.
Σύμφωνα με ορισμένα στοιχεία, το 62% των εγκριθέντων βιομηχανικών δανείων που διατέθηκαν κατά την τριετία 1948-1950 του «Σχεδίου Marschall» αφορούσε μικρές βιομηχανίες, με ελληνικά βεβαίως κριτήρια[18]. Μόλις την τελευταία χρονιά πραγματοποιήθηκαν κάποιες επενδύσεις στην ηλεκτρική ενέργεια και στη βιομηχανία, πολύ πίσω από τους σχεδιασμούς του τετραετούς προγράμματος (1948-1952) για τη δημιουργία βιομηχανικών μονάδων που θα συμβάλλανε στην εκβιομηχάνιση.
Στη διετία περικοπής έως και τη λήξη του «Σχεδίου Marschall» για την Ελλάδα, γινόταν όλο και πιο αυστηρή από τους αξιωματούχους των ΗΠΑ η επιβολή όρων και η επιτήρηση χρήσης της αμερικανικής βοήθειας, ενώ εντεινόταν η θεωρητική και πολιτική διαμάχη για τις αιτίες καθυστέρησης της βιομηχανικής ανάπτυξης.
Οξύνθηκε η συζήτηση για τα αίτια της καθυστέρησης του προγράμματος ανασυγκρότησης. Η άμεση ανάμιξη των αξιωματούχων των ΗΠΑ -συμβούλων, εμπειρογνωμόνων, επιτηρητών- στα οικονομικά επιτελεία τροφοδοτούσε το γενικό κλίμα απόδοσης άμεσων πολιτικών ευθυνών στις ΗΠΑ για την πορεία ανασυγκρότησης στην Ελλάδα.
Στην πραγματικότητα η κατάσταση ήταν πιο σύνθετη. Οσον αφορούσε το σκέλος της «βοήθειας» για την οικονομική ανασυγκρότηση, αρχικά οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ εμφανίστηκαν υπέρ του προσανατολισμού τους προς επενδυτικά έργα αναπτυξιακής υποδομής και λιγότερο σε έργα οικισμού - στέγασης και βραχυπρόθεσμης ανάπτυξης. Στη συνέχεια, ιδίως από το 1950 και ύστερα, η Αμερικανική Αποστολή που χειριζόταν τη βοήθεια του «Σχεδίου Marschall» (ECA) φρόντιζε να διατηρεί αδιάθετο μεγάλο μέρος των δραχμών της βοήθειας. Ετσι, δε μεταφέρονταν στον προϋπολογισμό σημαντικά ποσά από τις δραχμές αυτές. Το αδιάθετο ποσό προοριζόταν σε σημαντική έκταση για να καλύψει μελλοντικά το άνοιγμα των λογαριασμών του Δημοσίου στην Τράπεζα της Ελλάδας και να αποφευχθεί η πληθωριστική έκδοση χαρτονομίσματος[19].
Διακεκριμένοι Ελληνες αστοί οικονομολόγοι άσκησαν δριμύτατη κριτική στον τρόπο χρησιμοποίησης της αμερικανικής βοήθειας.
Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του Ξ. Ζολώτα: «...Πλησιάζομεν τα δυο έτη από τότε που ήρχισεν η Αμερικανική βοήθεια βάσει του δόγματος Τρούμαν και συνεχίσθη βάσει του «Σχεδίου Marschall». Πώς είναι ο απολογισμός της περιόδου αυτής ως προς την Ανασυγκρότησιν; Πενιχρότατος. [...] ΠΡΩΤΟΝ. Το προβλεφθέν ποσόν δραχμών δια την κάλυψιν των επιτοπίων εξόδων Ανασυγκροτήσεως αποδεκατίζεται λόγω της προϊούσης αυξήσεως του ελλείμματος του Προϋπολογισμού, οφειλομένης εις την επέκτασιν των στρατιωτικών και προσφυγικών δαπανών. [...] ΤΡΙΤΟΝ. Ανηγγέλθη ότι γίνεται σκέψις το ήμισυ περίπου της εις δολλάρια πιστώσεως δια την προμήθεια κεφαλαιουχικών αγαθών θα διατεθή δια την αγοράν καταναλωτικών ειδών, ίνα εκ του προϊόντος των καλυφθή αντίστοιχον έλλειμμα του Προϋπολογισμού. [...] Εκ παραλλήλου τα δολλάρια Ανασυγκροτήσεως επ’ ουδενί λόγω πρέπει να επιτραπή να διατίθενται δι’ άλλους σκοπούς -ως κάλυψιν ελλειμμάτων του Προϋπολογισμού- εκτός από την Ανασυγκρότησιν. Τα δολλάρια αυτά αποτελούν το κεφάλαιον βιωσιμότητος της Ελλάδος και πρέπει να τα διαφυλάξωμεν ως κόρην οφθαλμού»[20].
Σύμφωνα με παρατηρήσεις οικονομολόγων, όπως οι καθηγητές Ξ. Ζολώτας και Αγ. Αγγελόπουλος, το κυβερνητικό σχέδιο βιομηχανικής ανασυγκρότησης δε στηρίχτηκε σε αναλόγων απαιτήσεων τεχνικό κρατικό πρόγραμμα και λειτουργικές προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί η κύρια επιδίωξη του προγράμματος ανασυγκρότησης, δηλαδή η δημιουργία των βασικών βιομηχανιών που προέβλεπε.
Η σύνταξη του περιοδικού «Νέα Οικονομία» (ιδρυτής Αγγ. Αγγελόπουλος) υποστήριζε ότι «στην πραγματικότητα το κριτήριο που επικράτησε κατά τα πρώτα χρόνια κατά την επιλογή των έργων ήταν η μεγαλύτερη ευκολία πραγματοποίησης, που στην ουσία σήμαινε να δαπανάται η βοήθεια οπωσδήποτε για να μην μείνει αχρησιμοποίητη»[21]. Χαρακτήριζε δε την οικονομική άνθηση των τριών πρώτων χρόνων του «Σχεδίου Marschall» (που βελτίωνε προσωρινά την κατάσταση από την άποψη της απασχόλησης, χωρίς όμως να συμβάλλει ουσιαστικά στην οικονομική ανάπτυξη) ως προϊόν μιας σπατάλης πόρων, από την οποία επωφελήθηκαν ορισμένες τάξεις και όχι η εθνική οικονομία ως σύνολο.
Αλλά και αστοί οικονομολόγοι μεταγενέστερης περιόδου είχαν κριτική τοποθέτηση για τον τρόπο αξιοποίησης του «Σχεδίου Marschall».
Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε έκδοσή της αφιερωμένη στα πενήντα χρόνια της, αναφέρει: «Η ξένη βοήθεια που δόθηκε στην Ελλάδα ήταν, όπως δείχνουν οι παραπάνω αριθμοί, σημαντική. Στη διαδικασία όμως παραλαβής των εφοδίων που χορηγήθηκαν και της διαχειρίσεώς τους από τον κρατικό μηχανισμό, σημειώθηκαν σοβαρές αδυναμίες που δεν επέτρεψαν πλήρη αξιοποίηση της βοήθειας. Μεγάλα αποθέματα εφοδίων έμειναν αχρησιμοποίητα στις αποθήκες για πολύν καιρό και έπαθαν σημαντικές φθορές. Εξάλλου και τα αγαθά που διατέθηκαν στον πληθυσμό, επιβαρύνθηκαν με σχετικά υψηλά έξοδα διαχειρίσεως και διακινήσεως, με αποτέλεσμα τα καθαρά έσοδα του προϋπολογισμού από την πώληση των ειδών αυτών να μην είναι τόσο σημαντικά» [22].
Ο Γεώργιος Μίρκος, επίτιμος διοικητής της Εθνικής Τράπεζας, αναφέρει ότι η Ελλάδα τοποθετούμενη στον ευαίσθητο γεωπολιτικό χώρο της αμυντικής γραμμής των Δυτικών επωφελήθηκε αναμφισβήτητα από την οικονομική βοήθεια του «Σχεδίου Marschall», άσχετα αν δεν αξιοποίησε πλήρως τη βοήθεια που έλαβε.[23]
Σημειώνουμε ακόμη ότι, κατά τα δυο πρώτα χρόνια του «Σχεδίου Marschall» (1948-1949) και από την αδυναμία του αστικού «Εθνικού Στρατού» να αντιμετωπίσει νικηφόρα το «Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας» (ΔΣΕ), οι ελληνικές κυβερνήσεις προσανατολίζονταν όλο και περισσότερο στις δαπάνες για αύξηση της «οροφής» του στρατεύματος, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις έως και αντιρρήσεις των ΗΠΑ.[24]
Στα ελληνικά κυβερνητικά επιτελεία αλλά και στις ΗΠΑ υπήρχε έντονη ανησυχία για το γεγονός ότι δεν είχε πραγματοποιηθεί η νομισματική σταθεροποίηση μέχρι το 1952, παρά τα αλλεπάλληλα μέτρα και την αμερικανική βοήθεια. Οι επιπτώσεις του πληθωρισμού και της μεγάλης κερδοσκοπίας για τα λαϊκά στρώματα (μισθωτούς και αγρότες) ήταν τόσο μεγάλες που προκαλούσαν ανησυχία σε τμήμα των αστικών πολιτικών δυνάμεων για την προοπτική επίτευξης οικονομικής και πολιτικής σταθεροποίησης.
Σε αυτό το έδαφος αναπτύχθηκε η αστική θεωρητική και πολιτική διαμάχη για τις αναλογίες μεταξύ σταθεροποίησης και ανάπτυξης, γεωργίας και βιομηχανίας, εκσυγχρονισμού και επέκτασης παλαιών βιομηχανικών μονάδων και δημιουργίας νέων μονάδων, παραδοσιακών κλάδων της μεταποίησης και νέων βιομηχανικών κλάδων με αξιοποίηση εγχώριων πρώτων υλών κλπ.
Η διαπάλη οξύνθηκε με την Εκθεση[25] που υπέβαλε ο καθηγητής (και τέως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος) Κυριάκος Βαρβαρέσος στην κυβέρνηση Ν. Πλαστήρα, στις αρχές του 1952.
Ο Κ. Βαρβαρέσος τάχθηκε με άκρα επιφύλαξη «εις την χρηματοδότησιν νέων επενδύσεων εις την βιομηχανίαν». Τάχθηκε υπέρ της ανάγκης να υποβληθεί κάθε πρόταση και κάθε σχέδιο σε ενδελεχή και εξονυχιστική έρευνα.
Η άποψή του για το πρόγραμμα βιομηχανικής ανάπτυξης έτεινε προς τον αποκλεισμό της κρατικής παρέμβασης για την παραγωγή αλουμινίου, αζώτου ή σιδήρου, παρά την ύπαρξη ορυκτού και εργατικού δυναμικού, γιατί θεωρούσε ότι η στενότητα της εσωτερικής αγοράς, θα καθιστούσε μη συμφέρουσα οικονομικώς την παραγωγή. Ακόμα υποστήριξε ότι το κράτος έπρεπε να προσανατολιστεί στην αποκατάσταση της νομισματικής και οικονομικής σταθερότητας και να αφήσει στο ιδιωτικό κεφάλαιο την εκδήλωση ενδιαφέροντος για ανάλογες βιομηχανίες. Θεωρούσε ότι η ανάπτυξη της γεωργίας έπρεπε να αποτελέσει την κύρια επιδίωξη ενός προγράμματος ανασυγκρότησης. Ακόμα προέτρεπε στη χρηματοδότηση ανταγωνιστικών επιχειρήσεων βιομηχανικής παραγωγής ειδών ευρείας κατανάλωσης, επιχειρήσεων που θα συμμετείχαν δι’ ιδίων κεφαλαίων στην αύξηση της παραγωγής τους, υπέρ φορολογικών διευκολύνσεων σε βιομηχανίες των οποίων θα κρινόταν συμφέρουσα η ίδρυση.
Η Εκθεση συνάντησε έντονη κριτική[26] και σε ορισμένες περιπτώσεις χαρακτηρίστηκε και ως παρέμβαση των ΗΠΑ.
Μια προσεκτική μελέτη της Εκθεσης του Κ. Βαρβαρέσου και των προηγούμενων προτάσεών του, αποφορτισμένη από το κλίμα της πολιτικής αντιπαράθεσης της εποχής, δίνει τη δυνατότητα να κατανοηθεί καλύτερα το σκεπτικό, η αφετηρία των προτάσεων του συγγραφέα της, αλλά και της αστικής αντιπαράθεσης εκείνης της εποχής.
Ο Κ. Βαρβαρέσος, ως αστός οικονομολόγος, έδινε προτεραιότητα στο στόχο της σταθεροποίησης έναντι εκείνου της βιομηχανικής ανάπτυξης, θεωρώντας την πρωταρχικής σημασίας για την πραγματοποίηση οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας. Το ιστορικό πλαίσιο το οποίο κυριαρχούσε στον προβληματισμό του ήταν η βαθιά νομισματική κρίση που υπήρχε από την Κατοχή και η εξαθλίωση μεγάλου μέρους του αγροτικού πληθυσμού. Η νομισματική ισορροπία δεν είχε πραγματοποιηθεί ούτε με την εισαγωγή της τότε «νέας δραχμής» επί κυβέρνησης εθνικής ενότητας, η οποία τελικά έχασε τα δυο τρίτα (2/3) της ισοδυναμίας της έναντι της αγγλικής λίρας σε διάστημα έξη μηνών.
Ο Κ. Βαρβαρέσος πίστευε ότι ο έλεγχος της κατάστασης, η πραγματοποίηση οικονομικής και πολιτικής σταθερότητας, μπορούσε να επιτευχθεί μεσοπρόθεσμα μόνο με ενίσχυση της γεωργικής και οικοδομικής παραγωγής και με την πάταξη της παράνομης κερδοσκοπίας και της δημοσιονομικής ελλειμματικότητας. Θεωρούσε ως πηγή της νομισματικής ανισορροπίας (πληθωρισμός, μαύρη αγορά) την ανισορροπία μεταξύ Δημοσιονομικής - Πιστωτικής - Τιμολογιακής πολιτικής, που οδηγούσε σε μεγάλα δημόσια ελλείμματα, φοροδιαφυγή και αισχροκέρδεια. Και από αυτή την οπτική, ο δηλωμένος αντικομμουνιστής, έκανε κριτική τόσο στην πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων, όσο και στη βρετανική παρέμβαση, ότι όξυναν τις κοινωνικές αντιθέσεις. Στην ίδια κατεύθυνση άσκησε κριτική και στην αμερικανική παρέμβαση (στην έκθεση Πόρτερ)[27]. Αυτή τη λογική υπηρετούσαν οι προτάσεις του για φορολόγηση αυτών που πλούτισαν στη διάρκεια της Κατοχής, οι προτάσεις του για αποτελεσματικότερη διανομή της βοήθειας της UNRA, για επαναφορά των διατιμήσεων, για σταθερότητα μισθών-ημερομισθίων[28]. Οι προσεγγίσεις του στις αρχές του 1952 ήταν συνεπείς με τις προσεγγίσεις του σε όλη την περίοδο μετά την απελευθέρωση και στο σύντομο διάστημα που διετέλεσε υπουργός Εφοδιασμού.
Ο Βαρβαρέσος είχε στενούς δεσμούς με τις ΗΠΑ, όπως και με το Ην. Βασίλειο, οι οποίοι ενισχύθηκαν όντας αντιπρόσωπος της Ελλάδας στους διεθνείς οργανισμούς. Κατοικούσε μόνιμα στις ΗΠΑ, όταν η κυβέρνηση Πλαστήρα του ζήτησε Εκθεση επί του οικονομικού προβλήματος της Ελλάδας. Ο ίδιος υπήρξε πηγή πληροφοριών των ΗΠΑ σχετικά με την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας και στήριγμά τους, όχι όμως με τη λογική της «εθνικής μειοδοσίας». Είχε ιστορικό διαπραγμάτευσης των «ελληνικών» συμφερόντων στις διεθνείς οικονομικές ενώσεις, όπως στην UNRA και τη Διεθνή Τράπεζα.
Η Εκθεση Βαρβαρέσου πυροδότησε την αντίληψη για τις πρωταρχικές ευθύνες του ξένου παράγοντα στη βιομηχανική καθυστέρηση της Ελλάδας. Η Εκθεση Βαρβαρέσου δέχθηκε ισχυρή κριτική από τμήμα των αστικών δυνάμεων, μεταξύ των οποίων και ο Χρ. Ευελπίδης, ο οποίος διετέλεσε υπουργός:
«Φρονώ ότι αι βασικαί βιομηχανίαι μόνον ως εθνικά παραγωγικά μονοπώλια δύνανται να λειτουργήσουν επωφελώς δια το κοινωνικόν σύνολον. Τα ιδιωτικά μονοπώλια, εκφεύγοντα τον κοινωνικόν έλεγχον και χρησιμοποιούντα δυναμικάς μεθόδους πραγματοποιήσεως κέρδους, αντίκεινται εις την οργανικής φύσιν και τον ρυθμόν της ελευθέρας οικονομίας. Αι δευτερεύουσαι βιομηχανίαι πρέπει να παραμείνουν εις ιδιωτικάς χείρας και να υποβοηθηθή η ανάπτυξίς των. Εν τούτοις έγινε μεγάλη διασπάθισις κεφαλαίων εις δάνεια προς ιδιωτικάς επιχειρήσεις άνευ ελέγχου και διετέθησαν ολίγα εις έργα κοινής ωφελείας ως τα εγγειοβελτιωτικά και τα υδροηλεκτρικά, που αποτελούν την βάσιν της αναπτύξεως της γεωργίας και της βιομηχανίας μας»[29].
Τελικά από τις απόψεις του Κ. Βαρβαρέσου υλοποιήθηκαν οι σχετικές με τη νομισματική μεταρρύθμιση.
Στην όλη αστική διαπάλη περιπλέχθηκαν οι αντιπαραθέσεις σε σχέση με το ρόλο της αστικής οικονομικής κρατικής παρέμβασης, την έκταση των κρατικών μονοπωλίων, τη διαπλοκή με το ξένο κεφάλαιο. Είναι χαρακτηριστική η άποψη του Ξ. Ζολώτα:
«Αυτή (σ.σ. η επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του κράτους) δεν αποτελεί φαινόμενο της πολεμικής και μεταπολεμικής περιόδου, καθ’ όσον είχε προηγηθή κατά πολλάς δεκαετηρίδας. Η διαφορά είναι ότι κατά την πολεμικήν περίοδον, εις τας χώρας της Δυτικής Ευρώπης, αυτή διηυρύνθη σημαντικώτατα και κατέκτησεν ορισμένους βασικούς τομείς της οικονομίας.
Προπολεμικώς η δημόσια επιχείρησις ήτο περιωρισμένη εις τους τομείς εκείνους ένθα αποκλείεται ή υφίσταται περιορισμένος ανταγωνισμός ή δεν επιδεικνύει ενδιαφέρον η ιδιωτική πρωτοβουλία ή είναι αναγκαία η παρουσία του Κράτους προς αποσόβησιν εκμεταλλεύσεως του κοινού. Μεταπολεμικώς όμως συνέβαλαν ουσιωδώς δυο περαιτέρω λόγοι εις την επέκτασιν της δημοσίας επιχειρήσεως: η μεγαλυτέρα επικράτησις των σοσιαλιστικών αντιλήψεων και ο οικονομικός σχεδιασμός.
Ούτω εις την Γαλλίαν, κυρίως από το 1944, εθνικοποιήθησαν αι μεγάλαι Τράπεζαι, αι ασφαλιστικαί Εταιρείαι, οι Σιδηρόδρομοι, αι μεγάλαι επιχειρήσεις ηλεκτρισμού και φωταερίου, η AirFrance, τα εργοστάσια Renault, τα ανθρακωρυχεία, τα εργοστάσια αεροπλάνων κλπ. Εξ άλλου εις την Μεγάλην Βρεταννίαν εθνικοποιήθησαν ο άνθραξ, αι μεταφοραί, η ηλεκτρική ενέργεια, αι τηλεπικοινωνίαι, η Κεντρική Τράπεζα και ο χάλυψ. Ανάλογα συνέβησαν και εις άλλας χώρας της Δυτικής Ευρώπης.
Βασικήν σημασίαν εις τας εθνικοποιήσεις αυτάς έχουν αι μεταφοραί, η ηλεκτρική ενέργεια, ο άνθραξ και ο χάλυψ. Η κατάκτησις των τομέων αυτών υπό της δημοσίας επιχειρήσεως δημιουργεί όλως ιδιάζουσαν θέσιν του Κράτους εις την οικονομίαν καθόσον τούτο γίνεται κυρίαρχον των οικονομικών κλάδων από τους οποίους εξαρτώνται οι λοιποί κλάδοι, οι ευρισκόμενοι εις τας χείρας ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ούτω το Κράτος δύναται να επηρεάση ισχυρώς την ιδιωτικήν οικονομίαν δια μέσου της πολιτικής των τιμών και κατανομών των προϊόντων και υπηρεσιών των δημοσίων επιχειρήσεων.
Πρέπει όμως να σημειωθή ότι ενώ δια των εθνικοποιήσεων αυτών αι Δυτικαί Οικονομίαι επραγματοποίησαν μέγα βήμα προς τον σοσιαλισμόν, εν τούτοις δεν επροχώρησαν περισσότερον προς αυτόν. Το αποτέλεσμα πάντως είναι ότι δια των βασικών αυτών εθνικοποιήσεων επήλθε ετέρα ουσιώδης αλλοίωσις της κεφαλαιοκρατίας, η οποία την απεμάκρυνε σοβαρά από την καθαράν μορφήν της».
Και κατέληγε:
«Εν τούτοις η μεγάλη διόγκωσις κατά το 1945 δεν είναι φυσιολογική, οφειλόμενη εις τας εκτάκτους πολεμικάς δαπάνας. Το αυτό εν μέρει δύναται να λεχθή και το δια το 1951 κατά το οποίον τα έξοδα δι’ εξοπλισμούς είχον διευρυνθή ουσιωδώς. [...] Η εξέλιξις όμως αυτή, μολονότι είναι σοσιαλιστικής φύσεως, μόνη δεν δύναται να οδηγήση εις πλήρη σοσιαλισμόν καθόσον υφίστανται όρια μη επιτρέποντα περαιτέρω πρόοδόν της. Τα όρια αυτά ευρίσκονται εις την ιδιωτικήν ιδιοκτησία των παραγωγικών μέσων και την ιδιωτικήν επιχείρησιν. Εφ’ όσον δεν καταργούνται πλήρως οι θεσμοί αυτοί, τα δε μεγάλα παραγωγικά μέσα εξακολουθούν να ευρίσκωνται εις χείρας ιδιωτών, αι δημόσιαι δαπάναι δεν είναι δυνατόν, υπό ομαλάς συνθήκας, να αυξηθούν εν σχέσει προς το εθνικόν εισόδημα εις ποσοστόν υπερβαίνον πολύ το σημερινόν. Μόνον εμπράκτως, εις περίπτωσιν πολέμου, θα ήτο δυνατόν να συμβή τούτο.
Αυτός είναι ο κύριος λόγος δια τον οποίον νεώτεροι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι «η αύξησις των δημοσίων δαπανών και η επέκτασις της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητος του Κράτους αποτελούν περισσότερον παράγοντα στερεώσεως της κεφαλαιοκρατίας παρά εκσοσιαλισμού της κοινωνίας»[30].
Βασικός εκπρόσωπος της άποψης περί Μεικτής Οικονομίας υπήρξε ο Αγγελος Αγγελόπουλος, ο οποίος αργότερα, κατά τη δεκαετία του 1960, προέδρευε στην Ελληνική Εταιρεία Προγραμματισμού, η οποία διοργάνωσε δημόσιες συζητήσεις για τη σχέση του προγραμματισμού με την ελεύθερη οικονομία και τη δημοκρατία, τη σχέση της οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας με την Κοινή Αγορά, καθώς και για τη διοικητική αναδιάρθρωση και τους φορείς οικονομικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Τότε ο Αγγ. Αγγελόπουλος υποστήριξε ότι:
«Ετσι, η πρώτη και κύρια συμβολή του Προγραμματισμού -και στο σημείο αυτό θα μου επιτραπεί να επιμείνω ιδιαίτερα- είναι η εξουδετέρωση των κινδύνων που προέρχονται από την αβεβαιότητα ως προς την μελλοντική πορεία της Αγοράς, που, υπό καθεστώς ελευθέρας οικονομίας, δημιουργεί δισταγμούς στον ιδιώτη επιχειρηματία και γίνεται πρόξενος των οικονομικών κρίσεων ή υφέσεων στη διαδρομή του οικονομικού κυκλώματος»[31].
Η εφαρμογή της κεϋνσιανής οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα πέρασε μέσα από συμπληγάδες, γιατί τόσο οι φορείς του κρατικού οικονομικού σχεδιασμού όσο και το κρατικά συγκεντρωμένο κεφάλαιο διαμορφώνονταν με την άμεση παρέμβαση του ιμπεριαλιστικού συμμάχου, των ΗΠΑ. Ετσι, εντάθηκαν οι οικονομικοί προβληματισμοί και οι πολιτικές αντιπαραθέσεις για τη σχέση της άμεσης κρατικής επενδυτικής παρέμβασης με το πρόβλημα της καθυστέρησης στην εκβιομηχάνιση και τη διαπλοκή του με τον ξένο παράγοντα[32].
Σε όλη αυτή τη συζήτηση εμπλέκονταν οπωσδήποτε οι επιτελείς των ΗΠΑ[33], αναλόγως με τα εκάστοτε συμφέροντα της εξωτερικής τους πολιτικής, από θέσεις ισχύος και συχνά χρησιμοποιώντας γλωσσικό ύφος και διοικητική στάση επικυρίαρχου, ιδιαίτερα κατά τα χρόνια της δωρεάν αμερικανικής οικονομικής βοηθείας και όσο ο κρατικός μηχανισμός στην Ελλάδα ήταν εξαρθρωμένος.
Η οξύτητα που εμφάνιζε η αντιπαράθεση τμήματος των αστικών πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα με τις ΗΠΑ σε σχέση με το ζήτημα του προγράμματος εκβιομηχάνισης, συχνά ήταν η επιφάνεια συνολικότερων διπλωματικών και πολιτικών διαπραγματεύσεων, πιέσεων και ελιγμών[34]. Σε αυτές εμπλέκονταν και αντιθέσεις συμφερόντων μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ που σχετίζονταν με τη στάση των ΗΠΑ ως προς το Κυπριακό ζήτημα.
Από την άποψη των οικονομικών στόχων της αμερικανικής παρέμβασης δεν ήταν ο αποπροσανατολισμός από την εκβιομηχάνιση, αλλά η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των αμερικανικών εισροών με στόχο τη σταθεροποίηση του καπιταλισμού στην Ελλάδα και τη στέρεη ενσωμάτωσή της στα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή.
Με την πάροδο του χρόνου, με μια ορισμένη αποκατάσταση του κρατικού μηχανισμού στην Ελλάδα και υπό τις συνθήκες αναπροσαρμογών στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ (και τις συνέπειές τους στο ύψος των αμερικανικών κεφαλαίων που εισέρεαν στην Ελλάδα), αποκαταστάθηκε ο ρόλος των εγχώριων αστικών πολιτικών δυνάμεων στα κρατικά όργανα και ενισχύθηκαν οι υπέρ της εκβιομηχάνισης θέσεις.
Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 και κυρίως στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960 διαμορφώθηκε ένα νέο θεσμικό δίκτυο άμεσης κρατικής οικονομικής παρέμβασης (Εθνική Τράπεζα Βιομηχανικής Ανάπτυξης, Τράπεζα Επενδύσεων, Εθνική Τράπεζα Επενδύσεων Βιομηχανικής Ανάπτυξης, Κέντρο Οικονομικών Ερευνών κλπ.). Στην ενθάρρυνση των Αμεσων Ξένων Επενδύσεων και στην κρατική επιχορήγηση στηρίχθηκε η ίδρυση σειράς βιομηχανικών μονάδων (ζάχαρης, λιπασμάτων, αλουμινίου, σόδας, λιγνιτωρυχείων), στη βάση του Πενταετούς Προγράμματος Οικονομικής Ανάπτυξης 1960-1964.