Πολλοί από μας συνηθίσανε να σκέπτωνται ότι τα κέρδη γίνονται από κατεργαριά, από ιδιαίτερα προνόμια, ή από μονοπώλιο. Τόσο πολύ μιλάμε για τες κλεψιές των καπιταλιστών, ώστε έχουμε παραλείψει να ιδούμε τον κυριώτερο τρόπο που γίνονται τα Κέρδη. [3]
Οπως λέγει ο Μαρξ, αν δεν μπορείτε να δικαιολογήσετε τα κέρδη απάνω στην ανταλλαγή των πραγμάτων, ανταλλαγή γινόμενη στην αξία τους, τότε ουδέποτες μπορείτε να τα δικαιολογήσετε.
Συμπεραίνουμε λοιπόν κι’ έτσι υποθέτει όλος ο κόσμος ότι τα πράγματα ανταλλάσσονται γενικών σύμφωνα με την αξία τους.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι ένας εργαζόμενος άνθρωπος χρειάζεται δύο ωρών εργασία κάθε μέρα για να παράγη ό,τι του χρειάζεται για τη ζωή.
Ας υποθέσουμε επίσης ότι δύο ωρών εργασία αξίζει 2 Δολλάρια.
Η δύναμι-εργασία (που πωλεί ο εργάτης) αξίζει (όπως όλα τα εμπορεύματα) τόσο, όση ποσότης κοινωνικής εργασίας εμπεριέχεται σ’ αυτήν. Συνεπώς, αξίζει τόσα αναγκαία πράγματα της ζωής, όσα γίνονται σε δύο ωρών εργασία την ημέρα.
Αν ο εργάτης πωλή την δύναμι-εργασία του, στην αξία της απάνω, τότε θα πάρη εις αντάλλαγμα κάτι που να αντιπροσωπεύη δύο ωρών κοινωνική εργασία. Παραπάνω αναφέραμε ότι θα πάρη δύο (2) Δολλάρια μεροκάματο.
Με άλλα λόγια μιας ημέρας δύναμι-εργασία, αντιπροσωπεύει δύο ωρών κοινωνική εργασία, μεταμορφωμένη σε τροφή, ρούχα, και κατοικίαν, όπως λέγουμε ότι δύο (2) δολλ. χρυσά εμπεριέχουν 2 ωρών αναγκαία εργασία.
Ο εργάτης παίρνει αρκετό (2 δολλ.) μεροκάματο για να φάγη, να πιή και να ντυθή αρκετά για να αναπαράγη δύναμι-εργασία. Παίρνει δηλαδή την αξία της δύναμις-εργασίας του.
Οι εργάτες όμως πωλούνε στα αφεντικά την δύναμι-εργασία τους με την ημέρα, ή με την εβδομάδα, προς τόσες ώρες την ημέρα. Ο κεφαλαιούχος αγοράζει το εμπόρευμα (δύναμι-εργασία) πληρώνοντας την αξία του.
Αν ο εργάτης είνε μεταλλωρύχος, σε δύο ώρες θα βγάλη κάρβουνο ίσο στην αξία με 2 Δολλάρια, δηλ. με ολόκληρο το μεροκάματό του.
Δηλ. το κάρβουνο αυτό, εμπεριέχει δύο ωρών κοινωνική εργασία, απαράλλαχτα όπως δύο χρυσά δολλάρια ή τα αναγκαία πράγματα της ζωής (που αγοράζει με 2 δολλάρια) αντιπροσωπεύουν κ’ εκείνα δύο ωρών κοινωνική εργασία.
Μ’ άλλα λόγια σε δύο ώρες ο μεταλλωρύχος θα βγάλη τόσο κάρβουνο που να αξίζει όσο είνε ολόκληρό το μεροκάματό του.
Επειδή όμως συνήθως πωλεί την δύναμι-εργασία του με την ημέρα ή με την εβδομάδα, γι’ αυτό ο αφεντικός του τον βάζει και εργάζεται όσο μπορεί περισσότερο.
Ο Μαρξ λέγει ότι ένας εργάτης πρέπει να εργάζεται την ημέρα δύο ώρες (αντιπροσωπευόμενες με 2 Δολλάρια) για να μπορή να αναπαράγη κάθε μέρα τόση δύναμη-εργασία.
Ωστε όταν ο αφεντικός βάζη τον εργάτη να δουλεύη δέκα ώρες την ημέρα, τότε τον βάζει και δουλεύει οκτώ ώρες περισσότερο από ό,τι είνε αναγκαίο για να βγάλη ο εργάτης το μεροκάματό του.
Αυτές οι παραπανήσιες οκτώ ώρες είνε η υπεραξία, η υπερπαραγωγή.
Στις δύο πρώτες ώρες της εργασίας του, ο εργάτης έχει κερδίσει το μεροκάματό του, όσο δε άλλο κάρβουνο βγάλει στες υπόλοιπες ώρες (που αξίζει 8 δολλάρια) όλο εκείνο το παίρνει ο κεφαλαιούχος.
Επειδή όμως ο εργάτης επώλησε στον κεφαλαιούχο τη δύναμι-εργασία του, οσονδήποτε κάρβουνο και αν βγάλη, όλο ανήκει στον αφεντικό.
Ώστε, όπως βλέπουμε, ο κεφαλαιούχος ξοδεύει την ημέρα δύο δολλάρια σε μεροκάματο (δηλ. δύο ωρών κοινωνική εργασία) και παίρνει εις αντάλλαγμα από τον εργάτη κάρβουνο ή άλλου πράγμα που αξίζει 10 δολλάρια (δηλ. δέκα ώρες κοινωνικής εργασίας).
Αυτός είνε ο τρόπος με τον οποίον βγαίνουν τα κέρδη.
Χρόνια στη γραμμή οι κεφαλαιούχοι αγοράζουν δύναμι-εργασία στο κόστος της. Οι κεφαλαιούχοι εξουσιάζουν όλα τα προϊόντα που παράγουν οι εργάτες ολόκληρη την ημέρα. Δίνουνε στους εργάτες 2 δολλάρια, που αντιπροσωπεύουν δύο ωρών κοινωνική εργασία και πέρνουνε απ’ αυτούς πράγματα που εμπεριέχουν δέκα ωρών εργασία.
Κάρβουνο (που εμπεριέχει δέκα ωρών εργασία) ανταλλάσσεται με χρυσό (ή νόμισμα) που εμπεριέχει δέκα ωρών εργασία, περίπου δηλ. με 10 δολλάρια. Ητοι ο ανθρακωρύχος παράγει κάρβουνο αξίας 10 δολλ.
Παίρνει όμως μόνο 2 δολλάρια.
Η αξία των οκτώ ωρών, ή το κάρβουνο που αξίζει 8 δολλ. και το οποίον ο κεφαλαιούχος κλέπτει από τον εργάτη, είνε πλεονάζουσα αξία για την οποίαν ο κεφαλαιούχος δεν του δίνει αντάλλαγμα.
Ο Καρλ Μαρξ λέγει: «Το σύστημα του μισθού ή της καπιταλιστικής παραγωγής βασίζεται απάνω σ’ αυτό τον τρόπο της ανταλλαγής μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Το αποτέλεσμα είνε ο εργάτης μένει πάντα εργάτης και ο κεφαλαιούχος μένει πάντα κεφαλαιούχος».
«Η αναλογία της πλεοναζούσης αξίας[4], (αν υποθέσουμε ότι όλες η άλλες περιστάσεις μένουν η ίδιες), βρίσκεται αν λογαριάσουμε πόσο μεροκάματο χρειάζεται για να κερδισθή το ημερομίσθιο του εργάτη, και το περισσότερο είνε τότε η πλεονάζουσα αξία αυτή. Δηλαδή είνε η ώρες που έρχονται ύστερα από εκείνες που χρειάσθηκε για να παραγάγη το ημερομίσθιο που θα πληρωθεί».
Ο κεφαλαιούχος είνε νοικοκύρης του προϊόντος που παράγει ο εργάτης. Οταν πουλεί το εμπόρευμα, πουλεί πράγμα του οποίου έν μέρος (το περισσότερο) του κοστίζει τίποτα, ενώ ο εργάτης ξόδεψε ώρες για την παραγωγή του.
Είνε πολύ εύκολο να καταλάβη κανείς τον ακόλουθο λογαριασμό. Ο ανθρακωρύχος (εργάτης) πληρώνεται το αντίτιμο της εργασίας του. Δύο δολλάρια όμως περιέχουν δύο ωρών εργασία. Δύο δολλάρια αντιπροσωπεύουν περίπου τα αναγκαία πράγματα της ζωής (που περιέχουν κι’ αυτά δύο ωρών εργασία) που χρειάζουνται για να ξαναδώσουν στον εργάτη νέα δύναμι-εργασία για την δουλειά της άλλης ημέρας.
Τα πράγματα που αγοράζει με το ημερομίσθιό του εμπεριέχουν δύο ωρών εργασία, ενώ αυτός παράγει πράγματα που περιέχουν δέκα ωρών εργασία και τα οποία παίρνει ο κεφαλαιούχος.
Το κακό αυτό προέρχεται από το γεγονός ότι ο εργάτης πουλεί τη δύναμι-εργασία του, και κατά συνέπεια ο κεφαλαιούχος κυττάζει πώς να ωφεληθή περισσότερο από αυτή τη συμφωνία. Αν ο εργάτης ζητούσε ν’ ανταλλάξη την δύναμι-εργασία του με πράγματα ίσης αξίας, δεν θα ήτανε πλεια ημερομίσθιος εργάτης. Ο κεφαλαιούχος δεν θα τον έπερνε στη δουλειά του επειδή δεν θα μπορούσε να του κλέψει την πλεονάζουσα αξία.
Οι άνδρες όμως και η γυναίκες που είνε αναγκασμένοι κάνουνε τέτοιες συμφωνίες. Είνει υποχρεωμένες να πουλήσουν την δύναμι-εργασία τους, απέναντι μισθού για να ζήσουνε. Απ’ το άλλο μέρος οι κεφαλαιούχοι τους πέρνουνε στη δουλειά τους με μόνο το σκοπό να βγάλουν κέρδη απ’ τη ράχη τους.
Οι κεφαλαιούχοι πληρώνουν στους εργάτες τόσο ημερομίσθιο όσο τους φθάνει για να ζήσουν, προσπαθούν όμως να τους κάμουνε να δουλεύουν όσες ώρες περισσότερες μπορούν, μόνο και μόνο για να παράγουν περισσότερη πλεονάζουσα αξία.
Οι έξυπνοι όμως εργάτες και η εργάτριες δεν θέλουνε πλειά να πουλούνε τη δύναμι-εργασία τους κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μέρα με την ημέρα ζητούνε περισσότερο να πληρώνωνται τη σωστή αξία του προϊόντος της εργασίας τους.
«Βαρεθήκαμε πλεια να είμαστε εμπόρευμα, υποχρεωμένοι να πουλούμε τον εαυτό μας, για μισθό «στην τιμή της αγοράς». Δεν μπορούμε να υποφέρουμε πλειά την αδικία ν απέρνουμε δύο ωρών αξίας πράγματα αντίκρυ σε δέκα ωρών αξίας πράγματα που παράγουμε. Κουρασθήκαμε πλεια ζώντας με τόσο λιγνό μισθό και στοιβάζοντας εκατομμύρια για την καπιταλιστική τάξι».
Αυτή είνε η πρώτη απαίτησι του Σοσιαλισμού. Να παύσουν πλειά οι εργάτες και η εργάτριες να πουλούν τον εαυτό τους σαν εμπόρευμα. Θέλουμε να είμαστε νοικοκυραίοι των προϊόντων που εμείς παράγουμε, και να κάνουμε δίκαια ανταλλαγή, δηλ. όταν δίνουμε ένα πράγμα, να παίρνουμε κάτι που να έχει την ίση αξία.
Εσείς και εγώ, δουλεύουμε για τον αφεντικό, επειδή είνε νοικοκύρης του εργοστασίου, του Μεταλλείου, ή του Σιδηροδρόμου. Η Ιδιοκτησία των μέσων της παραγωγής και διανομής, (Εργοστάσια, Γη, Μεταλλεία, Μηχανές, κλπ.) κάμνουν αφεντικούς κεφαλαιούχους και ημερομίσθιους εργάτες σαν εσένα και εμένα.
Οι Σοσιαλισταί διδάσκουν ότι σ’ όλον τον κόσμον οι εργάτες πρέπει να είνε νοικοκυραίοι (όλοι μαζή) όλων των βιομηχανιών.
Οταν εσύ και εγώ και οι σύντροφοί μας είμαστε νοικοκυραίοι του εργοστασίου μέσα εις το οποίον δουλεύουμε, δεν θα έχουμε να δίνουμε σε άλλον τα προϊόντα της εργασίας μας.
Θα είμαστε όλοι μαζή κοινοί νοικοκυραίοι. Η ανταλλαγή των διαφόρων πραγμάτων θα γίνεται ίσα και ίσα.
Ο Σοσιαλισμός θέλει να μας κάμη σωστούς ανθρώπους, ενώ σήμερα είμαστε εμπόρευμα που πουλιέται και αγοράζεται στο παζάρι, όπως μια αγελάδα, ή ένα ζευγάρι παπούτσια.
ΕΥΘΗΝΕΣ ΤΙΜΕΣΜΕΡΙΚΑ ΑΚΟΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΚΕΡΔΗ
Ξέρουμε ότι η δύναμι για εργασία ή δύναμι-εργασία είνε εμπόρευμα. Η αξία ενός εμπορεύματος ορίζεται από την αναγκαίαν κοινωνικήν εργασίαν που εμπεριέχεται μέσα σ’ αυτό.
Αν χρειάζεται τριών ωρών κοινωνική εργασία για να σας δώση τα αναγκαία προς το ζην για μια μέρα, η αξία της δύναμης-εργασίας σας θα είνε τρίωρος αναγκαία κοινωνική εργασία.
Οσο μεγαλήτερο μισθό παίρνετε λοιπόν, τόσο λιγώτερο κέρδος αφίνετε στον κεφαλαιούχο.
Αν εκεί που δουλεύετε 7 ώρες σας αναγκάσουν να δουλεύετε 10 ώρες, τότες ο κεφαλαιούχος θα βάζη στην τσέπη του και τα πράγματα που θα κατασκευάζετε στες παραπανίσιες εκείνες 3 ώρες.
Ολοι παραπονούνται για την ακρίβεια της ζωής. Πολλοί πιστεύουν ότι άμα εφθηνήνουν τα πράγματα η κατάστασίς μας θα καλλιτερεύση. Θαρρούν πως όταν φθηνήνη η ζωή θα περισσεύσουμε ένα μέρος απ’ τον μισθό μας. Δεν σκέπτουνται ότι οι κεφαλαιούχοι αμέσως θα ξεπέσουν τα μεροκάματά μας.
Για να εξηγηθώ καλλίτερα δίνω το ακόλουθο παράδειγμα. Ας υποθέσουμε πως η Δημαρχία του Σικάγου αγοράζει όλα τα σπήτια, φάρμες και όλα τα κτίρια, και έτσι γίνεται νοικοκυρά ολόκληρου του Σικάγου.
Ας δούμε τώρα αν αυτό θα ωφελήση τους εργάτες ή μάλλον τους κεφαλαιούχους;
Ολοι ξέρουμε ότι όταν η ζωή είνε φθηνή σ’ ένα μέρος, όλοι οι εργάτες και η εργάτριες τρέχουν προς τα εκεί για να βρουν δουλειά, δηλαδή για να πουλήσουν την δύναμι-εργασία τους. Εχουν την ιδέα ότι βρίσκονται δουλειά σε μέρος που η ζωή κοστίζει φθηνά, θα περισσεύσουν χρήμα, και έτσι ίσως γίνουν και αυτοί κεφαλαιούχοι.
Δέτε όμως τι συμβαίνει. Εξ αιτίας της φθήνειας της ζωής οι εργάτες πλημμυρίζουν στο Σικάγο. Αρχίζει αμέσως συναγωνισμός ανάμεσα στους εργάτες για δουλειά. Τι συμβαίνει τότε; Η τιμή της δύναμις-εργασίας ξεπέφτει. Ποιος αγοράζει την δύναμι-εργασία; Οι κεφαλαιούχοι.
Ποιος ωφελιέται λοιπόν; Οι εργάτες ή οι Κεφαλαιούχοι; Αυτό είνε το κατάντημα.
Δεν βλέπετε τι συμβαίνει στην Αλάσκα; Γιατί δεν πηγαίνουν οι κεφαλαιούχοι να κάμουνε Εργοστάσια εκεί; Επειδή η ζωή είνε ακριβή. Κατά συνέπειαν το ατσάλι που θα κατασκευάζανε στην Αλάσκα θα κόστιζε ακριβώτερα από εκείνο που κατασκευάζουνε στα Χαλυβουργεία Βηθλεέμ και Γκάρρυ, και συνεπώς θα έμνησκε απούλητο εξ αιτίας του συναγωνισμού.
Εχουμε ειδήσεις απ’ την Γουατεμάλα, ότι Εργοστασιάρχαι Βαμβακοϋφαντουργείων διαλέγουνε μέρη για να κτίσουνε Εργοστάσια εκεί. Οι κάτοικοι της Γουατεμάλας μπορούνε να ζήσουνε με πολύ μικρά μεροκάματα. Σχεδόν όλοι τους έχουνε δικές τους καλύβες και σπητάκια. Το κλίμα είνε ζεστό και συνεπώς δεν ξοδεύουνε πολλά χρήματα σε φορέματα και σε καύσιμο ύλη.
Υπάρχουν δένδρα που δίνουν ψωμόκαρπο, δηλαδή έτοιμο ψωμί. Υπάρχουν βανάνες άφθονες. Συνεπώς δεν χρειάζουνται σιτάρι, ούτε αλεύρι, ούτε καν μαγειρεύουν. Γι’ αυτό οι κάτοικοι της Γουατεμάλας μπορούν να ζήσουν με μεροκάματο 10 έως 12 σέντσια την ημέρα.
Αν μπορούσαν λοιπόν οι κεφαλαιούχοι να συνηθίσουν τους Γουατεμαλαίζους να δουλεύουν όσο και οι Αμερικανοί, τότες η χώρα εκείνη θα ήτανε ο Παράδεισος για τους κεφαλαιούχους.
Οταν λοιπόν οι κεφαλαιούχοι αγοράσουνε η γη και αναγκασθούνε οι κάτοικοι να δουλεύουνε για μεροκάματο για να ζήσουνε, τότε όλοι οι κεφαλαιούχοι θα τρέξουνε εκεί για να κτίσουνε Εργοστάσια.
Οπως και αν εξετάσω το πράγμα δεν βλέπω λοιπόν εγώ κανένα τρόπο που να ωφελιέται ο εργάτης απ’ τη φθήνεια της ζωής, αφού μαζύ μ’ αυτή φθηναίνουν και τα μεροκάματα.