Η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στην Πράγα διαφέρει απ΄ όλες τις προηγούμενες συνόδους του. Οι προηγούμενες μετά το 1991 σύνοδοι κορυφής του ΝΑΤΟ «ήταν για σωρευτικές αλλαγές». Η Πράγα ήταν για «το συνολικό (περιεκτικό) μετασχηματισμό του ΝΑΤΟ». Στη σύνοδο κορυφής, οι 19 ηγέτες των κρατών - μελών του ΝΑΤΟ αποφάσισαν ένα πακέτο νέων μέτρων μετασχηματισμού του ΝΑΤΟ:
- Το ΝΑΤΟ ως «αντιτρομοκρατικός» οργανισμός με την υιοθέτηση «μιας στρατιωτικής αντίληψης για την «άμυνα» ενάντια στην τρομοκρατία». Στο πλαίσιο της απόφασης ενεργοποίησης, για πρώτη φορά στην ιστορία του ΝΑΤΟ, του άρθρου 5 της ιδρυτικής συνθήκης του (συνδρομή του ΝΑΤΟ προς ένα μέλος του που δέχτηκε επίθεση), που πάρθηκε στις 12 Σεπτέμβρη του 2001 -μόλις μια μέρα μετά την 11η Σεπτέμβρη και τα πλήγματα στη Νέα Υόρκη και το αμερικανικό Πεντάγωνο- πήραν μια σειρά μέτρα, που βασίστηκαν στην στρατηγική αντίληψη του ΝΑΤΟ όπως αυτή ανακοινώθηκε κατά την πανηγυρική συνεδρίαση για τα 50 χρόνια του ΝΑΤΟ στην Ουάσιγκτον (23-25.4.1999), για να ενισχύσουν την «ασφάλεια της συμμαχίας» και να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους από οπουδήποτε κι αν προέρχονται. Ο «εχθρός» δεν είναι μόνο στο εξωτερικό αλλά βρίσκεται επίσης και εντός (μαζικά κινήματα ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, για την ειρήνη κλπ.).
- Μετασχηματισμός των ΝΑΤΟϊκών στρατιωτικών ικανοτήτων (δυνατοτήτων) με την ανάληψη των δεσμεύσεων κάλυψης των στρατιωτικών δυνατοτήτων που αποφασίστηκε στην Πράγα με την ονομασία Δεσμεύσεις Δυνατοτήτων Πράγας (Prague Capabilities Commitment-PCC) για να βελτιωθούν οι ικανότητες κάλυψης στους τομείς της χημικής, βιολογικής, ραδιολογικής και πυρηνικής υπεράσπισης καθώς και εκείνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης για να ενισχυθούν οι ευρωπαϊκές ικανότητες κάλυψης που καθορίζονται από το Σχέδιο Δράσης των Ευρωπαϊκών Δυνατοτήτων (European Capabilities Action Plan), τα οποία όμως «πρέπει να ενισχύονται αμοιβαία, με σεβασμό της αυτονομίας των δύο οργανισμών, και σε ένα πνεύμα ειλικρίνειας». Το ΝΑΤΟ επίσης επικύρωσε την εφαρμογή πέντε αμυντικών πρωτοβουλιών για πυρηνικά, βιολογικά και χημικά όπλα, οι οποίες θα ενισχύσουν τις αμυντικές ικανότητες κάλυψης ενάντια σε όπλα μαζικής καταστροφής.
- Μεταρρύθμιση της διοικητικής δομής του ΝΑΤΟ, ώστε να προωθήσει το μετασχηματισμό των στρατιωτικών του ικανοτήτων και να ανταποκριθεί στις επιχειρησιακές απαιτήσεις για το πλήρες φάσμα των αποστολών του ΝΑΤΟ με τη δημιουργία δύο στρατηγικών διοικήσεων: μιας επιχειρησιακής και μιας λειτουργικής. Αυτή η νέα δομή ανταποκρίνεται στο νέο στρατιωτικό ρόλο του ΝΑΤΟ που καταργεί τα γεωγραφικά όρια και τους γεωγραφικούς περιορισμούς που υπήρχαν πριν στη δράση του και που τώρα γίνονται και επίσημα παγκόσμια.
- Δημιουργία της Δύναμης Αντίδρασης του ΝΑΤΟ (NATO Response Force-NRF) που αποτελείται από μια ισχυρή δύναμη 21.000 ατόμων - φτάνει σε μέγεθος ταξιαρχίας σε ό,τι έχει να κάνει με το στοιχείο της χερσαίας δύναμης και περιλαμβάνει συμπληρωματικά σε μέγεθος αεροπορικά και ναυτικά στοιχεία, εξοπλισμένη με όπλα υψηλής τεχνολογίας συμπεριλαμβανομένων και μέσων αντιμετώπισης όπλων μαζικής καταστροφής (WMD), έτοιμη να κινηθεί γρήγορα σε οποιοδήποτε μέρος στον κόσμο.
Η δημιουργία μιας τέτοιας δύναμης προτάθηκε αρχικά από τον Υπουργό Αμυνας των ΗΠΑ Ράμσφελντ κατά τη διάρκεια της συνάντησης των Υπουργών Αμυνας του ΝΑΤΟ στη Βαρσοβία (24-25 Σεπτέμβρη 2002) και παρουσιάστηκε σαν μια απάντηση στην πρόταση της ΕΕ για τη δημιουργία μιας Δύναμης Ταχείας Επέμβασης (Rapid Deployment Force-RDF) στα πλαίσια του στρατού της ΕΕ. Στην Πράγα στη Διακήρυξη που ανακοινώθηκε σημειώνεται γι’ αυτό το θέμα μόνο αυτό: «Η Δύναμη Αντίδρασης του ΝΑΤΟ και η σχετική εργασία από την πλευρά της ΕΕ που έχει θέσει με τον Βασικό της Στόχο πρέπει να ενισχύονται αμοιβαία στα πλαίσια σεβασμού της αυτονομίας και των δύο οργανισμών». Υπήρξε όπως φαίνεται ένας συμβιβασμός για το θέμα αυτό. Κατά τη διάρκεια όμως της άτυπης συνεδρίασης των Υπουργών Αμυνας του ΝΑΤΟ στο Colorado Springs (8-9.10.2003) των ΗΠΑ πραγματοποιήθηκε ένα σεμινάριο μελέτης διαχείρισης κρίσεων με την ονομασία, Δυναμική Απάντηση 2007. Ο στόχος αυτού του σεμιναρίου ήταν να διερευνηθεί τί πραγματικά σημαίνουν οι μετασχηματισμοί για το ΝΑΤΟ και πώς η Δύναμη Αντίδρασης του ΝΑΤΟ (NRF) θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε μελλοντικές κρίσεις και συγκρούσεις. Στις 20 Νοέμβρη 2003 πραγματοποιήθηκε στην Τουρκία η πρώτη άσκηση αυτής της νέας ΝΑΤΟϊκής δύναμης με σκοπό να δείξει τις δυνατότητές της να ανταποκριθεί σε μια κρίση και να αντιμετωπίσει μια «φανταστική απειλή» κατά προσωπικού των Ηνωμένων Εθνών και σε πολίτες «από τρομοκράτες και εχθρικούς στρατιώτες» σε μια χώρα έξω από την ευρωατλαντική περιοχή.
- Οι σχέσεις ΝΑΤΟ - Ευρωπαϊκής Ενωσης: Υπάρχουν βέβαια μια σειρά διαφωνίες μεταξύ των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας από τη μια πλευρά και ειδικά της Γαλλίας και της Γερμανίας από την άλλη σχετικά με στρατιωτικά ζητήματα, όπως σε εξοπλισμούς ή της δημιουργίας ενός στρατού που θα αναλαμβάνει στρατιωτικές αποστολές ανεξάρτητα από το ΝΑΤΟ κ.ά. που αντανακλούν ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις όχι μόνο στο στρατιωτικό τομέα αλλά και σε γενικότερα ζητήματα. Ταυτόχρονα όμως «το ΝΑΤΟ και η ΕΕ μοιράζονται κοινά στρατηγικά συμφέροντα», όπως βεβαιώνει για άλλη μια φορά η Διακήρυξη της Πράγας του ΝΑΤΟ.
Αναμφισβήτητα οι αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ αυτών των δυο ιμπεριαλιστικών οργανισμών είναι πολύπλοκες και καθόλου ευθύγραμμες. Κι αν στο ΝΑΤΟ η ηγεμονία των ΗΠΑ είναι αδιαμφισβήτητη και καταλυτική, το ίδιο δεν ισχύει για την ΕΕ. Ποιό από τα κράτη-μέλη της άραγε μπορεί να ηγεμονεύει αποφασιστικά; Εδώ έχουμε ένα σύστημα ηγεμονίας που στηρίζεται στην κυριαρχία 4 μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία) και αντανακλά την ανισόμετρη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη των χωρών που αποτελούν την ΕΕ. Η ηγεμονία ασκείται με συμμαχίες στη λογική της συγκρότησης κυρίαρχων μπλοκ όπως ο γαλλογερμανικός άξονας κλπ. Η ΕΕ δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ενιαία δύναμη, ως ένα υπέρ-κράτος, αλλά με βάση το ποιες δυνάμεις κάθε φορά βάζουν τη σφραγίδα τους στις καθοριστικές αποφάσεις. Οι αντιθέσεις στο εσωτερικό της γίνονται πιο έντονες και πιο φανερές και κάνουν ακόμα πιο προβληματική την προσπάθεια ενιαίας εμφάνισής της προς τα έξω. Παραδείγματα αυτής της πραγματικότητας στέκονται η παρέμβαση των ΗΠΑ για την «παλιά» και τη «νέα» Ευρώπη (που εκδηλώθηκε με αφορμή τις αντιθέσεις της Γαλλίας και Γερμανίας στο ζήτημα του Ιράκ) αλλά και οι αντιθέσεις που εκδηλώθηκαν κατά τη συζήτηση του λεγόμενου συντάγματος της ΕΕ ανάμεσα στις ηγετικές δυνάμεις της κύρια και που μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο δεν μπόρεσαν να έρθουν σ’ ένα συμβιβασμό. Το ότι διακηρύσσεται πως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ μοιράζονται κοινά στρατηγικά συμφέροντα σημαίνει ταυτόχρονα πως το «μοίρασμα» αυτό περιέχει και το σπέρμα ενός οξύτατου ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ -μια και οι ηγετικές δυνάμεις της ΕΕ απαιτούν ισότιμη μεταχείριση τους από τις ΗΠΑ στις διεθνείς υποθέσεις - γεγονός που αποτυπώθηκε και στα συμπεράσματα της συνόδου στη Θεσσαλονίκη: «Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επανεξέτασε την κατάσταση της σχέσης ΕΕ-ΗΠΑ και εξέφρασε την πεποίθησή του ότι η εξέλιξη των διατλαντικών σχέσεων επί βάσεως ισοτιμίας εξακολουθεί να είναι άκρως σημαντική σε κάθε τομέα, όχι μόνον για τα δυο μέρη αλλά και για τη διεθνή κοινότητα» (παράγραφος 69 συμπερασμάτων). Ταυτόχρονα αυτό σημαίνει και πάρα πολλούς συμβιβασμούς που προέρχονται από το συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Στο πλαίσιο αυτής της πραγματικότητας είχαμε αμέσως μετά τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Πράγα και τη Σύνοδο Κορυφής ΕΕ στην Κοπεγχάγη (12-13.12.2002), στις 16 Δεκέμβρη του 2002 μια κοινή δήλωση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ που ανοίγει τον δρόμο για την πιο στενή πολιτική και στρατιωτική συνεργασία μεταξύ των δύο οργανισμών.
Η δήλωση σχετικά με την Ευρωπαϊκή Πολιτική Αμυνας και Ασφάλειας (ESDP) δημιουργεί μια επίσημη βάση για τη συνεργασία μεταξύ των δύο οργανισμών στους τομείς της διαχείρισης κρίσεων και της πρόληψης συγκρούσεων. Δίνει το περίγραμμα των πολιτικών αρχών για τη συνεργασία ΕΕ-ΝΑΤΟ και παρέχει στην ΕΕ μια εξασφαλισμένη πρόσβαση στις δυνατότητες που δίνουν οι υποδομές του ΝΑΤΟ διοικητικής μέριμνας και επιχειρησιακού σχεδιασμού για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις της ΕΕ. Αυτό οδηγεί, όπως λέει και το ΝΑΤΟ, σε μια νέα, δικαιότερη κατανομή των βαρών μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και μιας πιο ώριμης ΕΕ ή με άλλα λόγια, σ’ ένα τεράστιο άλμα προς τη στρατιωτικοποίηση της ΕΕ.
Τώρα η ΕΕ είναι σε θέση να πάρει μια μεγαλύτερη ευθύνη για στρατιωτικές αποστολές στα Βαλκάνια από το ΝΑΤΟ ή από τις αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η στρατιωτική επιχείρηση CONCORDIA στην ΠΓΔΜ/FYROM και η αστυνομική δύναμη στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη είναι ήδη σε εξέλιξη καθώς και στη Μπουνία (με τη στρατιωτική επιχείρηση ARTEMIS) για τη ΛΔ του Κονγκό. Μετά από όλα αυτά, ήταν φυσιολογική κατάληξη η πραγματοποίηση της πρώτης κοινής άσκησης ΕΕ και ΝΑΤΟ για διαχείριση κρίσεων (CME/CMX 03) που έγινε από 19 έως 25 Νοέμβρη του 2003 και σκοπό είχε να μπουν οι βάσεις για να ρυθμιστούν ζητήματα που αφορούν τις απαραίτητες διαβουλεύσεις και τη συνεργασία που πρέπει να γίνουν μεταξύ της ΕΕ και του ΝΑΤΟ «σε περιόδους κρίσης».
Στη Σύνοδο Κορυφής της Θεσσαλονίκης τον Ιούνη του 2003, η ΕΕ έκανε σημαντικά βήματα προς την παραπέρα στρατιωτικοποίησή της, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Αμυνας και Ασφάλειας (ESDP). Η αντίληψη της ΕΕ για την Εξωτερική πολιτική και την πολιτική Ασφάλειας παρουσιάστηκε πολύ καθαρά με τις προτάσεις που κατέθεσε ο Χαβιέ Σολάνα υπεύθυνος για την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας της ΕΕ σε έγγραφο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μια ασφαλής Ευρώπη σ’ έναν καλύτερο κόσμο».
Πρώτα από όλα, η ΕΕ υιοθετεί κι αυτή μετά τις ΗΠΑ την αντίληψη του προληπτικού πολέμου: Στο κεφάλαιο για την «αντιμετώπιση των απειλών», σημειώνεται: «Οι νέες απειλές είναι δυναμικές. Αν δεν αντιμετωπιστούν, θα γίνουν ακόμη πιο επικίνδυνες... Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δράσουμε προτού ξεσπάσει η κρίση. Οσο νωρίτερα αρχίζει η πρόληψη των συγκρούσεων και των απειλών, τόσο καλύτερα». Και λίγο παρακάτω, στο κεφάλαιο «συνέπειες πολιτικής για την Ευρώπη» το έγγραφο είναι επίσης πολύ σαφές: «Χρειάζεται ν’ αναπτύξουμε μια στρατηγική νοοτροπία που να προωθεί την έγκαιρη, γρήγορη, και όπου χρειάζεται στιβαρή επέμβαση». Δε χωρά λοιπόν καμιά αυταπάτη για την επεμβατική πολιτική και αυτού του ιμπεριαλιστικού κέντρου.
Επιπλέον, το έγγραφο κάνει λόγο στο κεφάλαιο για τις «νέες απειλές» για τον κίνδυνο από την εξάπλωση των «όπλων μαζικής καταστροφής». Επισημαίνει ότι τώρα μπαίνουμε «σε μια νέα και επικίνδυνη περίοδο, όπου πλανάται το φάσμα ενός ανταγωνισμού σε όπλα μαζικού ολέθρου, ιδίως στη Μέση Ανατολή» και ακόμη ότι «το πιο εφιαλτικό σενάριο είναι το ενδεχόμενο να περιέλθουν όπλα μαζικού ολέθρου στα χέρια τρομοκρατικών ομάδων». Οπως σημειώνει το έγγραφο, μια μικρή ομάδα θα μπορούσε να προκαλέσει ανυπολόγιστες καταστροφές. Αν γίνει αυτό, τότε «η αποτροπή δε θα λειτουργεί πια». Το κυριότερο συνεπώς ειπώθηκε: Μπροστά σε μια τέτοια απειλή, χρειάζεται η προληπτική δράση, η προληπτική επέμβαση, το προληπτικό χτύπημα. Υιοθετεί λοιπόν πλήρως την αντίληψη των ΗΠΑ για τον προληπτικό πόλεμο που έγινε επίσημο δόγμα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού μετά την 11η Σεπτέμβρη του 2001. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και κατά τη συνάντηση κορυφής ΕΕ και ΗΠΑ που έγινε στην Ουάσιγκτον στις 25.6.2003 με την κοινή ανακοίνωση Μπους, Σημίτη και Πρόντι για τη διάδοση των όπλων μαζικής καταστροφής (όπου ανάμεσα στα άλλα στο στόχαστρο βρίσκονται η Λ.Δ. της Κορέας και το Ιράν). Είναι φανερό ότι η «απειλή» αυτή θα χρησιμοποιηθεί και από την πλευρά της ΕΕ σαν ένα ακόμα πρόσχημα επέμβασης κατά λαών και χωρών μαζί με την «προστασία των μειονοτήτων και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και τον «αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία».
Η παραπέρα στρατιωτικοποίηση της ΕΕ αποτυπώνεται επίσης και στο αποκαλούμενο Σύνταγμά της. Το κείμενο της Συντακτικής Συνέλευσης δίνει μερικά στοιχεία για τα σχέδιά των ηγετικών δυνάμεων της ΕΕ στο κοντινό μέλλον. Στο σχέδιο που παρουσιάστηκε γίνεται λόγος για το «Διακυβερνητικό Οργανισμό στον τομέα της ανάπτυξης αμυντικών δυνατοτήτων, της έρευνας, των προμηθειών και εξοπλισμών» που αποφασίστηκε στη σύνοδο της Θεσσαλονίκης καθώς και την υποχρέωση ότι «τα κράτη-μέλη δεσμεύονται να βελτιώσουν προοδευτικά τις στρατιωτικές τους ικανότητες» (άρθρο Ι-40.3). Ασφαλώς οι διαφορές που υπάρχουν και ιδιαίτερα ο ρόλος των ΗΠΑ αναγνωρίζεται στον καθορισμό μιας Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής Αμυνας και Ασφάλειας (ΚΕΠΑΑ) που πρέπει να «σέβεται τις υποχρεώσεις ορισμένων κρατών - μελών που θεωρούν ότι η κοινή τους άμυνα υλοποιείται στο πλαίσιο της Οργάνωσης της Συνθήκης του Βόρειου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ)» (άρθρο Ι-40.2). Ταυτόχρονα όμως στα πλαίσια της ΚΕΠΑΑ αναγνωρίζεται ότι υπάρχουν και «τα κράτη-μέλη που πληρούν υψηλά κριτήρια στρατιωτικών δυνατοτήτων και έχουν αναλάβει μεταξύ τους δεσμευτικότερες υποχρεώσεις στον τομέα αυτό για την πραγματοποίηση των πλέον απαιτητικών αποστολών, θεσμοθετούν διαρθρωμένη συνεργασία στο πλαίσιο της Ενωσης» (άρθρο Ι-40.6). Το άρθρο αντανακλά τις προσπάθειες για τη δημιουργία μιας διαφορετικής στρατιωτικής δομής μέσα στην ΕΕ σε συνεργασία με το ΝΑΤΟ όπως συγκεκριμενοποιήθηκε στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στο Ελσίνκι το Δεκέμβρη του 1999, καθώς και τη συνεννόηση των 4 (Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο) για πιο στενή στρατιωτική συνεργασία που εκδηλώθηκε τον Απρίλη του 2003 ή των 3 (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία) που εκδηλώθηκε το Νοέμβρη του 2003. Ολα αυτά στο όνομα βέβαια της προστασίας και προώθησης «των στρατηγικών συμφερόντων της Ενωσης» (άρθρο Ι-39.2)! Αρκετά καθαρά λοιπόν δηλώνονται και από την ΕΕ οι ιμπεριαλιστικοί της σκοποί και η διεκδίκηση ενός ισότιμου διεθνούς ρόλου στο μοίρασμα των αγορών από τις ΗΠΑ που προκαλεί με τη σειρά της τις αντιδράσεις των ΗΠΑ.