Οταν συζητάμε για εκπαίδευση, κυρίαρχο ζήτημα αποτελεί ο «χαρακτήρας» του σχολείου, που αποτυπώνεται στους στόχους του, στην οργανωτική του δομή, στο περιεχόμενο σπουδών, στη διαδικασία του μαθήματος, στην εσωτερική του λειτουργία, στις γνώσεις και ικανότητες των εκπαιδευτικών του.
Εξετάζοντας τη δομή του ελληνικού σχολείου προξενεί άμεση εντύπωση η διαφοροποίηση σε Δημοτικό-Γυμνάσιο-Λύκειο (ότι διασπάται δηλαδή η υποχρεωτική εκπαίδευση είτε είναι 9χρονη είτε γίνει 12χρονη) και ακόμη ότι η σημερινή «μετα-υποχρεωτική» εκπαίδευση λειτουργεί σε 2 παραλλαγές, το Ενιαίο Λύκειο και το ΤΕΕ, δύο τύπους σχολείων ως διαζευκτικές πορείες προς τις ανώτατες σπουδές ή προς την επαγγελματική κατάρτιση.
Η διαδικασία της μάθησης δε συντελείται μόνο στις αίθουσες των σχολείων, αλλά εναλλακτικά μετά από τη λήξη του ωραρίου τους, σε αίθουσες ιδιωτικών φροντιστηρίων ή σε «κατ’ οίκον» ιδιαίτερη διδασκαλία. Σε συνδυασμό με αυτό οι μαθητικοί πληθυσμοί του Ενιαίου Λυκείου και του ΤΕΕ διαφέρουν μεταξύ τους στο μορφωτικό τους επίπεδο, αλλά με μια πιο προσεκτική ματιά αυτό ανάγεται σε διαφορετικές δυνατότητες για φροντιστήρια, στις ευκαιρίες για επαφή με πολιτισμό και βιβλία, στη χάραξη μακρόπνοων προοπτικών και στόχων, σε τελική ανάλυση, στην ταξική θέση των οικογενειών τους.
Το Ενιαίο Λύκειο θεωρείται σχολείο προώθησης προς την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Μονόπλευρα προσανατολισμένο προς τη μηχανική συσσώρευση στείρων και αποσπασματικών στην πλειονότητά τους γνώσεων, αποστεωμένο από τη ζωή, χωρίς ουσιαστική επαφή με τον κόσμο των νέων και την κοινωνική πραγματικότητα που αυτοί θα αντιμετωπίσουν. Τα γνωστικά του αντικείμενα δυσνόητα, «κακότεχνες μινιατούρες» αντίστοιχων πανεπιστημιακών μαθημάτων, με απότομο άλμα προς τη θεωρητικοποίηση, με την παθητική συμμετοχή των μαθητών, μακριά από τη δοκιμασία της πράξης. Ατελείωτα και ακατανόητα θεωρητικά κατασκευάσματα στο «μαυροπίνακα», κυριολεκτικά πνευματικά «καψόνια», με αποκλειστική στόχευση προς τις επερχόμενες (κάτι σαν «θεϊκή» κατάρα) πανελλαδικές εξετάσεις. Παπαγαλία και απέχθεια προς τη γνώση και την προσπάθεια για την κατάκτησή της, να τα αποτελέσματα! Ποιος θυμάται και ποιος θέλει να θυμάται κάτι από όσα εξεζητημένα διάβασε για τις «εισαγωγικές»;
Τα μαθήματα που δε «μετράνε» για τις εξετάσεις υπάρχουν μόνο τυπικά. Η άθληση των νέων, η αισθητική αγωγή τους με μουσική και εικαστικά, ουσιαστικά απούσες! Ολα λειτουργούν έτσι, ώστε να αποξενώνουν μαθητές και καθηγητές από την εκπαιδευτική διαδικασία. Προσβλέπουν στο φροντιστήριο, το βασικό «εκπαιδευτικό ίδρυμα» της ηλικίας τους! Το Λύκειο απαιτεί μόνο τη φυσική τους παρουσία, λόγω του ορίου των απουσιών! Ο νέος, σε αυτή τη σημαντική για την κοινωνική του ανάπτυξη ηλικία, παίρνει από τα πιο αντιδραστικά «μαθήματα» όλης του της ζωής: «δε βγαίνει τίποτε στο Δημόσιο, άμα δεν πληρώσεις δε γίνεται τίποτα»! «Μην αντιδράς, μην απαιτείς, κοίτα να προσαρμοστείς όσο καλύτερα εσύ (ατομικά) μπορείς»! «Ασε τη γνώση για τα φυτά, προσπάθησε να παπαγαλίσεις, να αντιγράψεις, να τα καταφέρεις τέλος πάντων όσο πιο ανώδυνα γίνεται»!
Στην άλλη «όχθη», στα ΤΕΕ, συγκεντρώνονται οι λεγόμενοι «αδύνατοι» μαθητές και μαθήτριες. «Αδύνατοι» μπαίνουν, «αδύνατοι» βγαίνουν. Πολλοί από τους μαθητές των ΤΕΕ δεν μπορούν να κατανοήσουν πλήρως μια παράγραφο, να εκφραστούν ολοκληρωμένα για κάποιο ζήτημα, να συντάξουν μια στοιχειώδη πρόταση στο χαρτί.
Κατά την κυρίαρχη άποψη, αποτελεί ευτύχημα η ύπαρξη ενός σχολείου, όπου μαζί με μερικά «γράμματα», θα μάθουν «μια τέχνη», να «πορευτούν» στη ζωή τους. Με την πρώτη «καλημέρα» αντιμετωπίζονται ως οι αποτυχημένοι του σχολικού συστήματος, τα παιδιά που «δεν τα παίρνουν», που «όσο και αν προσπαθήσεις», «δε θα βγάλεις τίποτα»! Υποβαθμισμένη εκπαίδευση, επιφανειακές επαγγελματικές δεξιότητες καθώς δε στηρίζονται σε θεωρητικά θεμέλια, πρόωρη εξειδίκευση πριν καν ολοκληρωθεί η σφαιρική καλλιέργεια της προσωπικότητας των παιδιών μέσω μιας βασικής γενικής παιδείας. Και όπως παραδέχονται αρκετοί αστοί παιδαγωγοί: η ίδια η ομοιογενής σύνθεση των τάξεων από «αδύνατους» μαθητές αναπαράγει πιο δραστικά την υστέρησή τους σε επιδόσεις, καθώς δεν υπάρχουν μεταξύ τους συμμαθητές, που λόγω καλύτερης επίδοσης θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως «προωθητικοί παράγοντες».
Και οι δυο τύποι σχολείου είναι απαράδεκτοι, αν κριθούν από τη σκοπιά της ανάπτυξης των βασικών πλευρών της προσωπικότητας και, μάλιστα, όλων των νέων. Αναπαράγουν αντιπαιδαγωγικά το διαχωρισμό διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας. Γι’ αυτό και με κριτήριο τις σημερινές απαιτήσεις για μόρφωση, οι απόφοιτοι και των δυο σχολείων είναι στην πραγματικότητα «λειτουργικά αναλφάβητοι». Και οι δυο τύποι είναι απαράδεκτοι αν εκτιμηθεί η καθημερινή απαξίωσή τους από το παντοδύναμο φροντιστήριο ή το ΙΕΚ. Μέσα σε αυτή την κρίση ακόμη πιο απαράδεκτος προβάλλει ο εκπαιδευτικός «ρατσισμός» σε βάρος των μαθητών των ΤΕΕ, που στο μεγάλο τους μέρος είναι παιδιά φτωχότερων και μορφωτικά κατώτερων λαϊκών στρωμάτων.
Το τελευταίο στοιχείο του κοινωνικού διαχωρισμού των μαθητών δεν παρουσιάζεται βέβαια μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε κάθε καπιταλιστική χώρα. Μόνο οι μορφές ποικίλλουν. Μπορεί το μαζικό φροντιστήριο να είναι μια ελληνική ιδιαιτερότητα, η Γερμανία, όμως, διαχωρίζει τους μαθητές σε τρεις τύπους σχολείων ήδη στο δέκατο έτος της ηλικίας τους, μετά από ένα «μπαράζ» «αντικειμενικών εξετάσεων»! Σε μια ηλικία δηλαδή, που η ψυχική ανάπτυξη του παιδιού είναι ακόμη πιο στενά συνδεδεμένη με τον τρόπο ζωής, τις αξίες, την «κουλτούρα», τα βάσανα της οικογένειάς του, που δεν έχουν προλάβει να αναπτυχθούν έστω κάποιες στοιχειώδεις αντιστάσεις απέναντι σε ανισότητες και κοινωνικούς φραγμούς!
Στην Ελλάδα λειτουργούν εκτός των τειχών του Δημοσίου και ιδιωτικά σχολεία πολυτελείας, με δίδακτρα αντίστοιχου ύψους, για τους γόνους της αστικής τάξης που είναι ένα σκαλί πιο κάτω από εκείνους, που ανατρέφονται στα κολέγια-οικοτροφεία της Αγγλίας και της Ελβετίας. Στη Μ. Βρετανία και στις ΗΠΑ τα δίδακτρα των σχολείων μαζί με το επίπεδο των επιδόσεων των παιδιών (ζήτημα και αυτό κοινωνικό σε τελική ανάλυση) παίζουν κυρίαρχο ρόλο στην επιλογή του σχολείου. Στη Γαλλία επικρατεί επιλογή μαθητών και σχολείων ανάλογα με τις επιδόσεις των πρώτων και την «ποιότητα» των δεύτερων. Παντού τελευταία, αλλού μαζικά και αλλού σιγά-σιγά, αλλού ήδη σε εφαρμογή και αλλού σε συζήτηση, τα δίδακτρα προβάλλουν ως η «μαγική λύση» για την ποιότητα των σχολείων, ακόμη και των Δημοσίων που αντιμετωπίζουν οικονομική στενότητα! Η αστική τάξη απελευθερώνει χρήματα από τη δημόσια λειτουργία της παιδείας, για να τα μεταστρέψει σε κεφάλαιο. Ταυτόχρονα οξύνει τους ταξικούς φραγμούς σε βάρος της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια!
Στη βάση του διαχωρισμού των παιδιών σε διαφορετικούς τύπους σχολείου λειτουργεί η ταξική επιλογή, η οποία αντανακλάται και στη σχολική τους επίδοση. Οσο πιο ακριβά τα φροντιστήρια και πιο χαμηλό ή αβέβαιο το μεροκάματο, όσο πιο μεγάλα τα προβλήματα στο σπίτι, όσο πιο εξοντωτικά τα ωράρια και οι συνθήκες δουλειάς των γονιών, όσο λείπουν τα βιβλία και ο πολιτισμός από την καθημερινότητα της εργατικής οικογένειας, όσο λιγότερο πιστεύει ο βιοπαλαιστής (στηριζόμενος σε μια συλλογική εμπειρία) ότι το παιδί του θα μορφωθεί όπως και τα άλλα, τόσο μεγαλύτερες οι δυσκολίες για το παιδί της εργατικής τάξης στο σχολείο. Ολα τα παραπάνω στοιχεία ασκούν μεγάλη επίδραση τόσο στη γενική ψυχολογική του κατάσταση όσο και ειδικά στο γνωστικό του επίπεδο. Πολύ εύκολα μπορεί να καταλήξει στην απογοήτευση, στο μηδενισμό, ακόμη και στην «τυφλή» αντίδραση ενάντια σε ένα σχολείο που του είναι απόμακρο, δύσκολο, που το μειώνει καθημερινά.
Οι θετικές εξαιρέσεις, αν μελετηθούν με προσοχή, δείχνουν ότι έχουν ξεκινήσει από μια στάση συνειδητής αντίστασης του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος ή του ίδιου του παιδιού, ή λειτουργούν κάτω από προωθητικά ερεθίσματα, τα οποία μπόρεσαν και «πέρασαν» στη ζωή της εργατικής οικογένειας. Αυτά βρίσκονται πολλές φορές σε συνάφεια με την πολιτική στάση των γονιών ή του νέου, στάση αντιπαράθεσης στον ένα ή στον άλλο βαθμό με το σύστημα. Τέλος, πολύ σημαντικό σε αυτές τις περιπτώσεις, τα παιδιά αυτά καταβάλλουν «υπεράνθρωπες» προσπάθειες, για να μπορέσουν να «συναγωνιστούν» τους συμμαθητές τους από τις άλλες κοινωνικές τάξεις. Και αυτό δεν οφείλεται σε μια δήθεν «κοινωνική κινητικότητα» που εξασφαλίζει το εκπαιδευτικό σύστημα στον καπιταλισμό! Στα παιδιά αυτά οφείλεται, σε κάποιους αγωνιστές εκπαιδευτικούς και στις αιματηρές οικονομικές θυσίες των γονιών τους!
Ποια είναι η ιδεολογική θέση των ντόπιων και ξένων υποστηρικτών αυτού του «βάρβαρου» διαχωρισμού των παιδιών και στη μόρφωση; Μα η «ισότητα των ευκαιριών στον καθένα» και (προσοχή!) η επιλογή του κατάλληλου σχολείου ανάλογα με τα «ταλέντα» και τις «ικανότητες» κάθε παιδιού! Μάλιστα! Κάποιοι (εντελώς τυχαία τα παιδιά της εργατικής τάξης) έχουν «ταλέντα» και «ικανότητες» για να γίνουν μισθωτοί σκλάβοι εκείνων, που από μικροί έχουν «ταλέντα» και «ικανότητες» να γίνουν οι εργοδότες τους ή οι πολιτικοί τους πάτρωνες! «Εμφυτα» ταλέντα, όπως φαίνεται! Εκ γενετής! Τώρα, μάλιστα, που αναπτύσσεται ραγδαία η επιστήμη της Γενετικής, «βρέθηκε» και η επιστημονική βάση ερμηνείας αυτών των «ταλέντων» και «ικανοτήτων»: στα γονίδια των ανθρώπων, οργανικά αποτυπωμένα, κληρονομούμενα, αμετάβλητα! Ολα αυτά αποτελούν σύγχρονες εκφράσεις του «κοινωνικού δαρβινισμού», κατά τον οποίο η ανάπτυξη του ανθρώπου καθορίζεται από «βιογενετικούς» παράγοντες. Ο άνθρωπος, δηλαδή, «γεννιέται», δε «γίνεται». Κατά συνέπεια, στην κοινωνία «επιβιώνει» (κοινωνικά) όποιος γεννιέται με τα περισσότερα εφόδια!
Κάποιοι «μοντέρνοι» και «προοδευτικοί» αστοί παιδαγωγοί εμφανίζονται αντίθετοι με τόσο «ακραίες» θέσεις. Προσθέτουν και το «κοινωνικό» στοιχείο δίπλα στο «βιολογικό»! Λίγο η κληρονομικότητα, λίγο το κοινωνικό περιβάλλον, αφήνουν και μια «χαραμάδα» για τα «αντισταθμιστικά» μέτρα στην εκπαίδευση, που λειτουργούν σαν «στάχτη στα μάτια» του λαού («Ολοήμερο» σχολείο, «ενισχυτική διδασκαλία», τμήματα «ένταξης» κλπ.).
Συνισταμένη όλων των αστικών παιδαγωγικών απόψεων είναι η διαφοροποίηση των εκπαιδευτικών δομών και προγραμμάτων πριν τα 18, πριν να έχει ολοκληρωθεί σε γενικές γραμμές η βιολογική, ψυχική και κοινωνική διαμόρφωση του νέου ανθρώπου, πριν ο νέος ενηλικιωθεί και είναι σε θέση να κάνει καθοριστικές επιλογές ζωής. Εδώ δεν πρόκειται για ευκαιρίες επιλογής ανάλογα με τα ενδιαφέροντα που ο έφηβος, και το παιδί ακόμη, εκδηλώνει αλλά για πρόωρη, καταναγκαστική επιλογή που προκαθορίζει τη «μοίρα» του. Γιατί το σχολείο γίνεται μηχανισμός που διαχωρίζει, σταθμίζοντας τάχα τα ενδιαφέροντα, τα ταλέντα και τις ικανότητες όταν οι ικανότητες δεν έχουν ακόμη αρμονικά αναπτυχθεί, όταν τα ταλέντα που, αποτελούν συνδυασμό ικανοτήτων, δεν έχουν στο σύνολό τους ωριμάσει και όταν η κλίση του νέου ανθρώπου δεν μπορεί να θεωρηθεί τελεσίδικη[2].
Χωρίς να προχωρήσουμε σε αναλύσεις σημειώνουμε επιγραμματικά:
1. Ο Μαρξ τοποθετείται στις «Θέσεις για τον Φόυερμπαχ» λακωνικά και κοφτά για την ουσία του ανθρώπου ότι: «Στην πραγματικότητά της είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων».
2. Κάθε άνθρωπος, που είναι γενικά ψυχοσωματικά υγιής, μπορεί μέσα σε κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες να μαθαίνει χωρίς όρια. Η μαθησιακή δραστηριότητα του ανθρώπου αποτελεί θεμελιακή ιδιότητα του ψυχισμού του.
3. Τα «μαθησιακά προβλήματα» στη συντριπτική τους πλειοψηφία δημιουργούνται μέσα σε «στερητικές», προβληματικές συνθήκες ζωής. Ακόμη και τα οργανικά προβλήματα έχουν κοινωνική διάσταση, καθώς η αντιμετώπισή τους απαιτεί υψηλό βιοτικό αλλά και μορφωτικό επίπεδο, παραμερισμό κοινωνικών προκαταλήψεων, δυνατότητες περίθαλψης, υψηλό επίπεδο πρόληψης και θεραπείας, κοινωνική πολιτική προς όφελος των φτωχών λαϊκών οικογενειών.
4. Πάμπολλοι παιδαγωγοί και κοινωνιολόγοι της εκπαίδευσης, ακόμη και από θέσεις μικροαστικής κριτικής προς το σύστημα, καταγγέλλουν το σχολείο (το αστικό) για το ότι «παραλαμβάνει» τη γνωστική καθυστέρηση των παιδιών από τα «κατώτερα κοινωνικά στρώματα» και την αναπαράγει, την εδραιώνει και, μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις τη βαθαίνει. Αυτό αποδεικνύεται με τη λεπτομερή εξέταση των περιεχομένων και των μεθόδων των σχολικών μαθημάτων, των δυνατοτήτων που «παρέχουν» η σχολική οργάνωση και η υποδομή, της λειτουργίας των ενδοσχολικών εξετάσεων και της βαθμολογίας καθώς και του γενικότερου «κλίματος» του σχολείου.
Η πιο σύγχρονη έκφραση του διαχωρισμού των μαθητών σε σχολεία διαφορετικών «ταχυτήτων» είναι εκείνη της «ελεύθερης επιλογής» του σχολείου από τους μαθητές και τους γονείς τους! Προϋποθέτει την «αποκέντρωση» του «συγκεντρωτικού» σχολικού συστήματος και την αυτονόμηση κάθε σχολικής μονάδας, ώστε αυτή να δημιουργήσει τη δική της «παιδαγωγική φυσιογνωμία». Αυτό βέβαια έχει ως επακόλουθο το να αποφασίζει κάθε σχολική μονάδα για τον προϋπολογισμό της και της πηγές του πέρα από την όποια κρατική επιχορήγηση (δίδακτρα, χορηγοί…), να καθορίζει η ίδια μεγάλο μέρος του περιεχομένου των μαθημάτων και ακόμη το «ποιόν» των μαθητών που θα δέχεται (επίπεδο γνώσεων και συμπεριφοράς, κοινωνική καταγωγή). Ετσι οι γονείς θα «βγαίνουν» στη σχολική «αγορά», όπως στο παζάρι, και θα διαλέγουν «μορφωτικό μαγαζί» για τα παιδιά τους. Μόνο που εδώ υπάρχει μια διαφορά από τα σούπερ μάρκετ: δεν αρκεί να πληρώσεις για να αγοράσεις μόρφωση (δηλαδή ευκαιρίες για τη ζωή), αλλά πρέπει και να σε δεχτεί ο «μαγαζάτορας» για πελάτη! Τα σχολεία της ελίτ δε δέχονται όποιον κι όποιον!
Αυτές οι ιδέες για την ιδιωτικοποίηση του σχολείου και την άκρατη εμπορευματοποίηση της γνώσης έχουν ακουστεί στην Ελλάδα εδώ και μερικά χρόνια από «γνήσιους» αλλά και από «νεοφώτιστους» οπαδούς του «νεοφιλελευθερισμού» (Ανδρουλάκης κλπ.). Τελευταία, λίγο πριν από τις βουλευτικές εκλογές του 2004, τις επανέφερε ο Γ. Παπανδρέου ως μια «ανανεωτική», «δημοκρατική» πρόταση για την παιδεία! Πρέπει να αντιμετωπισθούν με αποφασιστική ιδεολογική αντιπαράθεση, γιατί μπορεί να προξενήσουν αυταπάτες για «δημοκρατική ελευθερία επιλογής» και άνοδο της «ποιότητας» του σχολείου μέσα από τον ανταγωνισμό. Να αποκαλυφθεί η κοινωνική επιλογή που κρύβουν, η μεγάλη ανισοτιμία μεταξύ των ξεχωριστών σχολικών μονάδων στην παρεχόμενη μόρφωση, ο άμεσος και πιο ασφυκτικός έλεγχος των διδακτικών διαδικασιών από τους χορηγούς. Τέτοια μέτρα θα υψώσουν υψηλότερα τείχη για τα παιδιά της εργατικής τάξης και θα κάνουν ακόμη πιο αντιδραστικό το περιεχόμενο των σχολικών μαθημάτων. Αντί να αναβαθμίσουν τη μόρφωση όλων των παιδιών του λαού θα την υποβαθμίσουν ακόμη περισσότερο!
Προσεκτικά, «μεταβατικά» βήματα προς αυτή την κατεύθυνση γίνονται ήδη στα Δημοτικά και στα Γυμνάσια. Ξεκίνησαν με τη λειτουργία των διαφόρων «προγραμμάτων», όπως «Μελίνα», Περιβαλλοντικής και Κυκλοφοριακής Αγωγής, Αγωγής Υγείας. Η εξέτασή τους με ειδικότερα κριτήρια της Διδακτικής επιστήμης θα γίνει παρακάτω στο άρθρο αυτό. Σε αυτό το σημείο στεκόμαστε μόνο στη διαφοροποίηση που αυτά επιφέρουν από σχολείο σε σχολείο και από τάξη σε τάξη: εφαρμόζονται προαιρετικά, αρκετά εγκρίνονται επιλεκτικά και η θεματολογία τους ποικίλλει! Ρωτάμε: εάν είναι τόσο «επαναστατικά» για τη μόρφωση των παιδιών, γιατί δεν εντάσσονται υποχρεωτικά σε όλα τα σχολεία με κοινή θεματολογία, οργάνωση, χρήματα; Και αν εφαρμόστηκαν στην αρχή «πιλοτικά» (δοκιμαστικά), γιατί δεν ανακοινώνουν τα αποτελέσματα της δοκιμής, ώστε να εφαρμοστούν καθολικά ή να καταργηθούν; Και γιατί «δοκιμάζονται» τα Προγράμματα και όχι κάθε μάθημα, βιβλίο ή μέτρο, το οποίο εισάγεται στο Σχολείο; Γιατί δεν εξετάζεται, για παράδειγμα, η «Ολυμπιακή Παιδεία»;
Τελευταίο σταθμό σε αυτή την προσπάθεια αποτελεί η περιβόητη «Ευέλικτη Ζώνη» στα Δημοτικά και στα Γυμνάσια. Σε αυτή επιλέγονται διάφορα, διαφορετικά μεταξύ τους θέματα για επεξεργασία μέσα στην τάξη. Δεν υπάρχει κανένα υποχρεωτικό, ενιαίο «Αναλυτικό Πρόγραμμα», η κάθε σχολική τάξη κάνει ό,τι αυτή (βασικά ο δάσκαλός της) αποφασίσει. Μπορεί για τη διεξαγωγή της να απευθυνθεί και σε «εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης» (γονείς, φορείς, χορηγούς). Ετσι, εταιρείες τροφίμων, οινοποιίας, οδοντόκρεμας, κοσμημάτων, παραγωγής τσιμέντων και άλλοι παρεμφερείς «εκπαιδευτικοί οργανισμοί» προστρέχουν όχι μόνο με δωρεές χρημάτων ή συσκευών, αλλά και με απευθείας ανάληψη μέρους των προγραμμάτων μέσα στις σχολικές τάξεις! Για αυτό το λόγο έχουν αναπτύξει άλλωστε και ειδικά «εκπαιδευτικά» τμήματα, στελεχωμένα από ανθρώπους που θ’ ασχολούνται με την εκπαίδευση! Τα μονοπώλια ετοιμάζονται για την πιο άμεση παρέμβαση στο τι και πώς διδάσκεται στο σχολείο. Η διαμεσολάβηση των συμφερόντων τους από τους πολιτικούς δεν τους αρκεί στη σημερινή εποχή.
Η μεγάλη σημασία που αποδίδουν στην «Ευέλικτη Ζώνη» έχει τονιστεί σε άπειρα «μετεκπαιδευτικά» σεμινάρια και συναντήσεις σε όλο τον κορμό της εκπαίδευσης. Εχει ασκηθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση ιδιαίτερη πίεση στα στελέχη της εκπαίδευσης να την επιβάλουν στα σχολεία (να «πείσουν» τους εκπαιδευτικούς), αναδεικνύοντας, μάλιστα, το ποσοστό επιτυχίας τους σ’ αυτή την προσπάθεια ως βασικό κριτήριο αξιολόγησής τους! Οργανώθηκαν ειδικές επιτροπές στήριξης σε κάθε νομό, απαιτήθηκαν επανειλημμένες υπηρεσιακές εκθέσεις για την εφαρμογή της, ανακοίνωσαν την έκδοση ειδικού περιοδικού με «πρότυπες» σχολικές εργασίες στα πλαίσιά της! Ειπώθηκε από επίσημα χείλη ότι η σχολική χρονιά 2003-2004 είναι η χρονιά του «Ολοήμερου» και της «Ευέλικτης Ζώνης»! Και τώρα ακόμη, που η κυβέρνηση έχει αλλάξει και δείχνει να προτιμά τη διαφοροποίηση του προγράμματος περισσότερο μέσα από την επέκταση του «Ολοήμερου» και από την αξιολόγηση-κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων παρά απ’ την «Ευέλικτη Ζώνη», κάποιοι που έπαιξαν ρόλο στην προετοιμασία των προγραμμάτων και των βιβλίων της επιμένουν να την προβάλλουν σαν καινοτόμα προσπάθεια και προσπαθούν με όλες τους τις δυνάμεις να την επιβάλουν.
Επαναλαμβάνουμε ότι, όπως και για τα προγράμματα, θα ακολουθήσει στο άρθρο αυτό μια λεπτομερέστερη εξέταση της Ευέλικτης Ζώνης με βάση την επιστήμη της Διδακτικής. Εδώ, όμως, ασκούμε κριτική στην εφαρμογή της ως μέτρου εκπαιδευτικής πολιτικής. Το ιδεολογικό «παραπέτασμα» είναι εκείνο της ανάπτυξης της «ευελιξίας», της «αυτονομίας», της παιδαγωγικής «ελευθερίας» και της «δημιουργικής πρωτοβουλίας» των εκπαιδευτικών, της προσαρμογής του μαθήματος στα «ενδιαφέροντα των μαθητών» και στις τοπικά ή εποχιακά δεδομένα. Το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι η «διασχολική» και «ενδοσχολική» διαφοροποίηση της παρεχόμενης εκπαίδευσης μεταξύ ίδιων τάξεων διαφορετικών σχολείων αλλά και μεταξύ τμημάτων της ίδιας τάξης μέσα στο ίδιο το σχολείο! Η αποδιάρθρωση του τυπικά ενιαίου χαρακτήρα των αναλυτικών προγραμμάτων στο πλαίσιο του ίδιου τύπου σχολείου, ακόμη και της ίδιας σχολικής μονάδας!
Στην περίπτωση που το συγκεκριμένο πρόγραμμα της Ευέλικτης Ζώνης εγκαταλειφθεί από τη νέα ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, δε θα σταματήσουν οι προσπάθειες για όσο μεγαλύτερη διαφοροποίηση των προγραμμάτων σπουδών γίνεται. Υπάρχουν οι σκέψεις για «μαθήματα επιλογής», πάλι με το ιδεολόγημα της «αυτονομίας» του μαθητή! Η σχετική εμπειρία από Καναδά και ΗΠΑ δείχνει πως άλλος διαλέγει αγγειοπλαστική («γεννημένος» κεραμίστας!) και άλλος μαθηματικά (με την αντίστοιχη «κλίση» στα γονίδιά του!).
Στην ίδια κατεύθυνση ανήκουν σχέδια για ίδρυση ξεχωριστών σχολείων για «ταλαντούχα» παιδιά, ακόμη ο υπερτονισμός της «εξατομικευμένης» διδασκαλίας στο όνομα των δυσκολιών αλλά και των ιδιαίτερων δυνατοτήτων κάποιων μαθητών. Αξίζει συνοπτικά να τονιστεί ότι στο σχολείο πρέπει να διαπαιδαγωγούνται σφαιρικά τα παιδιά και όχι να αποκτούν μονομερείς γνώσεις από κάποια «πρωτεύοντα» διδακτικά αντικείμενα. Οπως άλλωστε έχουν αποδείξει σχετικές έρευνες, η κοινή διδασκαλία όλων των παιδιών σε συνθήκες συλλογικότητας, ακριβώς γιατί διαμορφώνει αρμονικά τον ψυχισμό (νόηση, συναισθήματα, βούληση) και ισορροπούν οι ικανότητες μέσα στην ομάδα, αναπτύσσει και γνωστικά τόσο τους περισσότερο όσο και τους λιγότερο «προχωρημένους» σε ένα θέμα. Η «εξατομίκευση» μπορεί να αποτελεί μια ιδιαίτερη ενασχόληση με κάποιο παιδί, στην περίπτωση μιας σχετικά παροδικής ή μιας εξαιρετικά σπάνιας διαφοροποίησής του από το «γενικό» επίπεδο μιας τάξης. Σε κάθε περίπτωση σοβαρής καθυστέρησης πρέπει, πάντως, να κινητοποιείται ο μηχανισμός της ειδικής αγωγής. Αντίθετα η αστική «φιλολογία» περί «εξατομίκευσης» της διδασκαλίας αντιμετωπίζει τον κάθε μαθητή σαν «μονάδα». Δεν αποδέχεται την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του σε πλαίσιο συλλογικότητας και μέσω της συλλογικότητας, με παράλληλο σεβασμό των ιδιαιτεροτήτων του. Λειτουργεί αντικειμενικά σαν ένας ακόμη μοχλός κοινωνικής επιλογής των μαθητών μέσα στην ίδια σχολική τάξη.