Στο κεφαλαιώδες έργο του «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» ο Λένιν μελετάει εμπεριστατωμένα τις νομοτέλειες του περάσματος από το προμονοπωλιακό στο μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, στον ιμπεριαλισμό. Περιγράφει τα βασικά οικονομικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού, αλλά και την ιστορική θέση του σαν ανώτατο, τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, που η ιστορική συνέχειά του επιφυλάσσει την επαναστατική ανατροπή του από τον σοσιαλισμό.
Η σύγχρονη πραγματικότητα της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης επιβεβαιώνει και ανταποκρίνεται απόλυτα στα βασικά οικονομικά γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού όπως αυτά περιγράφηκαν στο έργο του Λένιν.
- Από την εποχή του Λένιν μέχρι σήμερα η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και της παραγωγής γνώρισαν αλματώδη ανάπτυξη, τα μονοπώλια, ιδιαίτερα τα πολυκλαδικά μονοπώλια, κυριάρχησαν ακόμα πιο καθοριστικά στις εθνικές και στην παγκόσμια αγορά, στο βαθμό που σήμερα ελέγχουν πάνω από το 60% του παγκόσμιου εμπορίου και η αξία της παραγωγής τους ανέρχεται περίπου στο 25% της αξίας της παγκόσμιας παραγωγής (στοιχεία 1999)[6].
Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να υποστηριχτεί ότι τα μονοπώλια «τείνουν να μετατρέψουν τα εθνικά κράτη σε απλά όργανα καταγραφής των ροών των αγαθών, των χρημάτων και των πληθυσμών που εκείνα θέτουν σε κίνηση»[7]. Τα μονοπώλια, οι ισχυρές μονοπωλιακές ενώσεις έχουν έναν καθοριστικό «εθνικό» δεσμό, πρώτα και κύρια στα 3 ιμπεριαλιστικά κέντρα. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Πάνω από το μισό των πωλήσεων των μονοπωλίων κατευθύνεται στην εγχώρια αγορά της χώρας που εδρεύουν, με ακραίο το παράδειγμα της Ιαπωνίας (75% για τη βιομηχανία, 77% για τον κλάδο των υπηρεσιών τη διετία 1992-3)[8]. Επιπλέον, τα περιουσιακά στοιχεία των μονοπωλίων ελέγχονται σε συντριπτικά ποσοστά από τις μητρικές επιχειρήσεις.
Αποτέλεσμα αυτού του εθνικού δεσμού είναι οι όροι αναπαραγωγής των διεθνικών εταιρειών, των μονοπωλίων και των ενώσεων τους (επίπεδο μισθών, φορολόγησης, όροι δανειοδότησης, τελωνειακή προστασία, κρατικές επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις, κτλ.) να διαμορφώνονται πρωτίστως στα πλαίσια των εθνικών κρατών, μέσα από κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις. Ταυτόχρονα όμως, πηγές κέρδους αναζητούνται και σε εξωτερικές αγορές με αποτέλεσμα να υπάρχει υλική βάση και ανάγκη για τη διευθέτηση των όρων αναπαραγωγής και μέσα από διακρατικές συμφωνίες και ρυθμίσεις, επίσης κρατικομονοπωλιακού χαρακτήρα .
Στη βάση αυτών των αναγκών αναπτύσσονται νομοτελειακά και συγκρούσεις μεταξύ τμημάτων του κεφαλαίου και μεταξύ των κρατών που τα στηρίζουν. Προβάλλει ολοζώντανη η σύγχρονη πραγματικότητα του μονοπωλιακού ανταγωνισμού και του ανταγωνισμού μεταξύ των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που έχει περιγραφεί από το Λένιν. Χαρακτηριστικό τελευταίο παράδειγμα η ενδοϊμπεριαλιστική αντίθεση ΗΠΑ-Αγγλίας από τη μια και του λεγόμενου γαλλο-γερμανικού άξονα από την άλλη στο Ιράκ, αντανάκλαση της σύγκρουσης των αντίστοιχων μονοπωλίων για τις ενεργειακές πηγές στην περιοχή.
Η προβολή απόψεων ότι στα πλαίσια της λεγόμενης «Αυτοκρατορίας» τα μονοπώλια «υπονομεύουν τις εξουσίες των εθνικών κρατών»[9], ότι τα εθνικά κράτη έχουν χάσει την αυτονομία τους στην «διαμεσολάβηση των συγκρούσεων και της συνδιαλλαγής της ταξικής πάλης»[10] και αποτελούν πλέον «προσκόμματα» στην ανάπτυξη συνιστά επόμενα ολοκάθαρη διαστρέβλωση της αντικειμενικής πραγματικότητας του ιμπεριαλισμού. Τέτοιες απόψεις εξαγνίζουν τις αστικές τάξεις των μικρότερων χωρών και τους πολιτικούς τους υπαλλήλους, μεταθέτοντας τις ευθύνες για την εφαρμογή της βάρβαρης καπιταλιστικής πολιτικής σε υπερεθνικούς οργανισμούς (ΔΝΤ, ΠΤ, ΠΟΕ, Κομισιόν κτλ.). Διαστρεβλώνουν τον ίδιο το ρόλο των υπερεθνικών οργανισμών σαν μηχανισμών παγκόσμιας ρύθμισης της αναπαραγωγής του μονοπωλιακού κεφαλαίου, αλλά ταυτόχρονα και σαν μηχανισμών επιβολής των συμφερόντων των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κρατών. Προσανατολίζουν λανθασμένα την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα στο να αντιπαλέψουν κάποια «παγκόσμια δίκτυα» εταιρειών και οργανισμών, αντί, συνδυάζοντας την πάλη σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο να αντιπαρατεθούν στις αστικές τάξεις των χωρών τους και να τις ανατρέψουν.
- Η εξαγωγή κεφαλαίων, σε διάκριση από την εξαγωγή εμπορευμάτων, αποτελεί βασικό γνώρισμα της εποχής του ιμπεριαλισμού. Εδώ σημαντικός δείκτης προσδιορισμού του επιπέδου διεθνοποίησης της παραγωγής είναι οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ). Τα στοιχεία ενάντια στις ψευτοθεωρίες περί νέας παγκόσμιας κοινωνικο-οικονομικής πραγματικότητας είναι και εδώ καταλυτικά. Η διόγκωση των ΑΞΕ που παρατηρείται, κύρια λόγω της ισχυρής τάσης συγχωνεύσεων και εξαγορών (8,3% του παγκόσμιου ΑΕΠ ως προϊόντος προερχόμενου από ΑΞΕ και περίπου 5% ως συμβολής στο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου)[11] δεν ανατρέπει το ισχύον από γέννησης καπιταλισμού: το συντριπτικά μεγάλο μέρος της αναπαραγωγής του κοινωνικού κεφαλαίου διενεργείται στα πλαίσια της εθνο-κρατικής συγκρότησης της καπιταλιστικής οικονομίας. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος (~70% το 2001) των ΑΞΕ διενεργείται προς τις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες, αντιστρέφοντας την κατάσταση που ίσχυε στις αρχές του 20ου αιώνα[12].
- Οι υπέρμαχοι της ύπαρξης μιας νέας κοινωνικό-οικονομικής πραγματικότητας στο σύγχρονο κόσμο, που υπερβαίνει τον ιμπεριαλισμό, στηρίζουν συχνά τα επιχειρήματα τους στη λεγόμενη «αυτονόμηση» της κίνησης του χρηματικού κεφαλαίου από το βιομηχανικό και την κυριαρχία των δικών του θεσμών και δομών πάνω στην παγκόσμια οικονομία και πολιτική. Ηδη ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» μας προϊδεάζει για ένα τέτοιο φαινόμενο μέσα από την ανάπτυξη του πλασματικού κεφαλαίου και τη λειτουργία του χρηματιστηρίου. Ο Λένιν μελέτησε την παραπέρα ένταση του κερδοσκοπικού χαρακτήρα του κεφαλαίου, σαν αποτέλεσμα της εντεινόμενης συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του, της σύμφυσης του βιομηχανικού με το τραπεζικό κεφάλαιο και της εμφάνισης των μονοπωλίων.
Το φαινόμενο, λοιπόν, της κερδοσκοπικής λειτουργίας του χρηματικού κεφαλαίου που έχει οξυνθεί στο σύγχρονο κόσμο, της εκτεταμένης αυτονόμησης στην κίνησή του από την αξία του πραγματικού κεφαλαίου είναι το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και του ρόλου της Πίστης στην αναπαραγωγή του κοινωνικού κεφαλαίου. Ταυτόχρονα είναι και έκφραση της παρασιτικής λειτουργίας της καπιταλιστικής παραγωγής σε ιστορικές συνθήκες που η αντίθεση μεταξύ της βαθιά κοινωνικοποιημένης παραγωγής και της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής αναιρείται αρνητικά (με τη μετοχική εταιρία) και όχι θετικά (με την κοινωνική ιδιοκτησία). Πρέπει να σημειώσουμε ότι και εδώ ο συντριπτικός όγκος αυτών των κεφαλαιακών ροών ελέγχεται και κατευθύνεται από μονοπωλιακούς ομίλους στα 3 ιμπεριαλιστικά κέντρα, και όχι από κάποιες δήθεν αυτόνομες «πλανητικές πόλεις ή πόλεις ελέγχου»[13]. Με την έννοια αυτή, σαν αποτέλεσμα των παραπάνω, εντείνεται η διαπάλη για το μοίρασμα των αγορών και των σφαιρών επιρροής, γεγονός που οδηγεί παράλληλα και στην ένταση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών.
- Κεντρικό ρόλο στις θεωρίες περί ξεπεράσματος του ιμπεριαλιστικού σταδίου του καπιταλισμού από τη λεγόμενη «Αυτοκρατορία» κατέχουν τα επιχειρήματα περί ενοποίησης του σύγχρονου κόσμου μέσω της εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων, περί «μετάβασης από μια βιομηχανική σε μια πληροφοριακή οικονομία» με συνέπεια την «αποκέντρωση και απεδαφικοποίηση της παραγωγής»[14]. Συχνές είναι οι αναφορές στην υποτιθέμενη κεντρική θέση που καταλαμβάνει πλέον στην καπιταλιστική παραγωγή η λεγόμενη «άυλη εργατική δύναμη (που ενέχεται στην επικοινωνία, τη συνεργασία και την παραγωγή και αναπαραγωγή συναισθημάτων)» σε διάκριση από την παραγωγή υλικών αντικειμένων. Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν τέτοιες θεωρίες είναι βαθύτατα αντιεπιστημονικά, αποκρύπτουν τις καπιταλιστικές σχέσεις εκμετάλλευσης και την ιστορική αποστολή της εργατικής τάξης και υποστηρίζουν ότι: «η έννοια της ατομικής ιδιοκτησίας…ολοένα περισσότερο στερείται νοήματος μέσα στη νέα κατάσταση»[15], «η εκμετάλλευση δε μπορεί να εντοπιστεί ούτε να ποσοτικοποιηθεί»[16], η εργατική τάξη αντικαθίσταται από το λεγόμενο «πλήθος».
Οι θεωρίες αυτές αποσπούν την ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και της επιστημονικής γνώσης στη σημερινή φάση του ιμπεριαλιστικού συστήματος από τη διαχρονική πορεία ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό. Αποκρύπτουν ότι η συσσωρευμένη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγούσε κάθε φορά σε μια νέα ποιοτική τους εξέλιξη, η οποία όμως δεν άλλαζε θεμελιακά, με προσαρμογές, τις υφιστάμενες σχέσεις παραγωγής. Συσκοτίζουν τα ουσιαστικά ζητήματα:
- Ποιος έχει στην κατοχή του τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνικής, το κεφάλαιο ή οι εργαζόμενοι; Αναπτύσσονται άραγε οι νέες τεχνολογίες με κίνητρο τις ανθρώπινες ανάγκες ή το καπιταλιστικό κέρδος;
- Η ανάπτυξη της τεχνολογίας αλλάζει τις σχέσεις παραγωγής; Το κεφάλαιο είναι κοινωνική σχέση. Ανεξάρτητα λοιπόν αν το τελικό προϊόν της παραγωγικής διαδικασίας είναι μια μεταλλική κατασκευή ή ένα λογισμικό πρόγραμμα, οι σχέσεις παραγωγής παραμένουν στην ουσία τους ίδιες.
- Οχι μόνο παραμένει ίδια, αλλά και οξύνεται παραπέρα η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο, η παραγωγή υπεραξίας και κέρδους για τον καπιταλιστή.
Από την εποχή του ακόμα ο Μαρξ είχε τονίσει ότι «οι επιστήμες έχουν αιχμαλωτιστεί στην υπηρεσία του κεφαλαίου», ότι η ανάπτυξη της τεχνικής στον καπιταλισμό σκοπό έχει «να φθηναίνει τα εμπορεύματα και να συντομέψει το μέρος εκείνο της εργάσιμης μέρας που χρειάζεται ο εργάτης για τον εαυτό του, για να μεγαλώσει το άλλο μέρος της εργάσιμης μέρας του, που το δίνει δωρεάν στον καπιταλιστή. Οι μηχανές είναι μέσο για την παραγωγή υπεραξίας»[17].