Σήμερα δεν μπορούμε να γλιτώσουμε στις αριστερές δημοσιεύσεις από την «παγκοσμιοποίηση» και, σε αυτή την ορολογία, καθόλου δε διαφέρουμε από τα δεξιά έντυπα. Αυτό δεν είναι κατ’ αρχήν κακό -στο κάτω-κάτω, και για το «μέλλον» μιλάμε όσο και η Χριστιανοδημοκρατική Ενωση- θα έπρεπε όμως τουλάχιστον να οδηγούμε στη σαφή διαπίστωση της έννοιας που έχουν οι όροι.
Στις 10 Μάη 1996, ο Λέο Μάγερ έκανε μια εισήγηση στο Φράιμπουργκ, στην οποία λέει τα εξής για την αντίληψη αυτή:
«Σε ένα «διεθνοποιημένο και απελευθερωμένο καπιταλισμό του ανταγωνισμού» [Χάιντς Γιουνγκ, Mbl, 2/96], η αγορά και ο ανταγωνισμός για την αγορά επιστρέφουν. Η οικονομία του συγχρόνου καπιταλισμού παρουσιάζεται σαν παγκόσμια οικονομία της αγοράς, στην οποία τα υπερεθνικά μονοπώλια (από τα κράτη της G7) κατέχουν θέση κυριάρχου και ρυθμιστή των δομών.
Δεν αρκεί ο καθορισμός του σημερινού καπιταλισμού σαν μονοπωλιακού καπιταλισμού. Ο σημερινός καπιταλισμός δεν είναι ο καπιταλισμός της εποχής του Καρλ Μαρξ και του Φρίντριχ Ενγκελς. Ο σημερινός καπιταλισμός δεν είναι ούτε ο ιμπεριαλισμός της εποχής του Λένιν. Ο σημερινός ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης»[3].
Για το πρώτο μέρος αυτού του μη διαλεκτικού μορφώματος έχουμε ήδη επιχειρηματολογήσει. «Επιστροφή» - αυτό το καταλαβαίνει καλά κάθε μαθητής του σχολείου: Στην αρχή, ήταν εδώ, μετά έφυγε, τώρα ήλθε πάλι. Αυτό όμως είναι προφανώς λαθεμένο τουλάχιστον όσο υπάρχει η ανάλυση του Λένιν, της οποίας η κεντρική οικονομική τοποθέτηση συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην επίγνωση ότι και τα δύο ήταν πάντα εδώ, κατά συνέπεια τίποτε δεν μπορεί να επιστρέψει.
Το κεντρικό σημείο, ωστόσο, αυτής της συλλογής ορολογίας μαργαριταριών είναι η φράση «Ο σημερινός ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης».
Τι γίνεται με τον καπιταλισμό και την παγκοσμιοποίηση;
Πρέπει να πάμε λίγο πιο πίσω και να ντραπούμε ακόμη περισσότερο που βάζουμε το ξαναζεσταμένο φαΐ κοντά στο φρέσκο.
Κομμουνιστικό Μανιφέστο:
«Η ανάγκη να μεγαλώνει ολοένα την πώληση των προϊόντων της κυνηγά την αστική τάξη πάνω σ΄ όλη τη γήινη σφαίρα. Είναι υποχρεωμένη να φωλιάζει παντού, να εγκαθίσταται παντού, να δημιουργεί παντού σχέσεις.
Με την εκμετάλλευση της παγκόσμιας αγοράς, η αστική τάξη διαμόρφωσε κοσμοπολίτικα την παραγωγή και την κατανάλωση όλων των χωρών»[4].
Κοσμοπολιτισμός είναι η σήμερα κάπως ξεπερασμένη αντίληψη του «πολίτη του κόσμου» και η αντίστοιχη νοοτροπία. Δεν είναι τίποτε άλλο από τον παλαιό όρο για τη σύγχρονη «παγκοσμιοποίηση». Η κυριαρχία της αστικής τάξης είναι, λοιπόν, η φάση της ανθρώπινης ιστορίας όπου δημιουργείται η παγκόσμια αγορά - εξ άλλου, σαν μια από τις προϋποθέσεις του σοσιαλισμού. Ο καπιταλισμός συνεπώς δεν είναι νοητός χωρίς παγκοσμιοποίηση, ενώ και οι δυο όροι δείχνουν, από διαφορετικές πλευρές, την ίδια διαδικασία. Ο ισχυρισμός ότι, ας πούμε, ο καπιταλισμός βρίσκεται στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης φαίνεται σαν ταυτολογία που ηχεί πανούργα. [...]
Αν ο Λέο Μάγιερ έλεγε, με κάπως πιο μετριόφρονα τρόπο, ότι υπάρχουν νέα στοιχεία μέσα στη φάση του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού - τότε θα μας βοηθούσε όλους, αλλά είναι φανερό σήμερα ότι κάτι τέτοιο δε θα το έχουμε χωρίς να περάσουμε το κατώφλι μιας «νέας φάσης», ενός «νέου σταδίου» ή ενός παρομοίου υπερβολικά φουσκωμένου δημιουργήματος.
Αλλά η παραφροσύνη να βρούμε κάτι νέο και να το βάλουμε στην θέση των παλαιών αναλύσεων έχει ακόμη πιο δυσβάσταχτους πνευματικούς καρπούς.
Στο χειρόγραφο της διάλεξης που ήδη αναφέραμε, λέει παραπέρα ο Μάγερ:
«Η παγκοσμιοποίηση ολοκληρώνεται σαν δημιουργία συνασπισμών: Ο ανταγωνισμός της τριάδας -ΗΠΑ, Ιαπωνία, ΕΕ- είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό του σημερινού ιμπεριαλισμού. Τα υπερεθνικά μονοπώλια αποσύρονται όλο και πιο πολύ από τη δυνατότητα επιρροής των εθνικών κρατών και σχηματίζουν διεθνή δίκτυα»[5].
Εδώ δεν γράφει «των πιο μικρών εθνικών κρατών». Ανεξάρτητα από το ερώτημα τι ακριβώς θα μπορούσαν να είναι τα «μη εθνικά κράτη», χωρίς τα οποία η δημιουργία του όρου δε δίνει καμιά απολύτως έννοια, το ουσιώδες στοιχείο αυτής της τοποθέτησης είναι ο υπονοούμενος ισχυρισμός ότι τα μονοπώλια απαλλάσσονται από τις δυνατότητες επιρροής και των ιμπεριαλιστικών κρατών - πυρήνων.
Αυτό όμως δεν είναι παρά η παλιά θεωρία του Κάουτσκι για τον υπεριμπεριαλισμό σε νέο περίβλημα, συνεπώς ο ισχυρισμός «δεν μπορεί τάχα τη σημερινή ιμπεριαλιστική πολιτική να την εκτοπίσει μια νέα, υπεριμπεριαλιστική πολιτική, που θα έβαζε στη θέση της πάλης ανάμεσα στα εθνικά χρηματιστικά κεφάλαια την κοινή εκμετάλλευση του κόσμου από το διεθνώς ενωμένο χρηματιστικό κεφάλαιο; Μια παρόμοια νέα φάση του καπιταλισμού είναι πάντως νοητή»[6]. [...]
Ο Λέο Μάγερ τόνισε, στη διάλεξή του που αναφέραμε, σαν καινούργια στοιχεία στην εξήγηση του υποθετικά νέου:
«Διεθνής καπιταλισμός δε σημαίνει πια σήμερα ούτε καν «υπερεθνικά μονοπώλια», αλλά το σύστημα σε όλες του τις συνθήκες αξιοποίησης είναι σήμερα διεθνές: Ερευνα και ανάπτυξη, παραγωγή, τοποθέτηση, επικοινωνία, ροές κεφαλαίων. Τα υπερεθνικά μονοπώλια είναι τα κυρίαρχα κεφάλαια που καθορίζουν τις δομές στην παγκόσμια αγορά»[7].
Οποιος το βλέπει έτσι δεν μπορεί, σαν συνέπεια, να συλλάβει το μέγεθος του κινδύνου ενός νέου ιμπεριαλιστικού παγκοσμίου πολέμου όχι μόνο μιας μεγάλης δύναμης ενάντια σε αποθρασυμένα μικρά και μεσαία κράτη αλλά των μεγάλων δυνάμεων μεταξύ τους στο βαθμό που το συλλαμβάνει εκείνος που στέκεται στην παλαιά λενινιστική ανάλυση του ιμπεριαλισμού και συνάγει από αυτή τη σημερινή αύξηση του αντικειμενικού κινδύνου παγκοσμίου πολέμου.
Μπροστά μας έχουμε το εξής: Αν όλα έχουν αλληλοδιαπλεχτεί, αν δεν είναι πια κράτη αλλά μονοπώλια τα κινητήρια υποκείμενα της ιστορικής δράσης, τότε η αύξηση του κινδύνου πολέμου είναι αμφίβολη, τότε μπορεί να φύγει από το κέντρο της πολιτικής δουλειάς.
Είναι φυσική συνέπεια το ότι και η εισήγηση του Φράιμπουργκ του Λέο Μάγερ καταλήγει με τη δήλωση:
«Συχνά, μπαίνει το ερώτημα: Οι οικονομικοί αυτοί συνασπισμοί αποτελούν ένα ενδιάμεσο στάδιο στην παραπέρα παγκοσμιοποίηση της παραγωγής, του εμπορίου και των υπηρεσιών ή οι συνασπισμοί αυτοί σκληραίνουν όλο και πιο πολύ σε φρούρια που πολεμούν το ένα το άλλο;»[8].
Η ελπίδα που βρίσκεται πίσω από αυτό εξαπάτησε κάποτε και για να μην αναγκασθεί ο αναγνώστης να πλήξει με νέα παραπομπή στην αντιπαράθεση Λένιν - Κάουτσκι, ας του υποδείξουμε μια ακόμη παλαιότερη και, στα αστικά μάτια, σοβαρότερη πηγή: Το 1910, ο τότε γνωστός Βρετανός δημοσιολόγος Νόρμαν Αίηντζελλ δημοσίευσε το βιβλίο «THE GREAT ILLUSION», το οποίο είχε μεγάλη απήχηση και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Κεντρική δήλωση του βιβλίου ήταν ότι οι διαστάσεις της οικονομικής αλληλοδιαπλοκής που έχουν επιτευχθεί, η ήδη (1910! - τηλέγραφος!) πυκνή και ταχεία επικοινωνία και, όχι σε μικρότερο βαθμό, ο διεθνής χαρακτήρας του χρηματιστικού και πιστωτικού συστήματος θα κατέστρεφαν την αυταπάτη εκείνων που υπόσχονταν την αύξηση της ευημερίας και της ισχύος των εθνών μέσω του πολέμου και της κατάκτησης[9].
Το 1914, το βιβλίο αυτό εξαφανίσθηκε ξαφνικά από τους καταλόγους των BESTSELLERS. [...]
Επειδή εξυπηρετεί την διευκρίνηση της υπόθεσής μας, παρουσιάζω και εδώ την αντιθέση μου στις απόψεις που παρουσίασε ο Λέο Μάγερ:
Αυτή η σκλήρυνση είναι ένα πολιτικό, οικονομικό και επίσης στρατιωτικό γεγονός και σαν συνέπειά του δυναμώνει, κάτω από το κάλυμμά της σημερινής πολιτικής, ο κίνδυνος ενός πολέμου μεταξύ των δυνάμεων της Τριάδας από χρόνο σε χρόνο. Ενα Κομμουνιστικό Κόμμα, που δεν παίρνει θέση για το θέμα αυτό με κάθε σαφήνεια, αποτυγχάνει ιστορικά.
Αποτυγχάνει ιστορικά γιατί αυτό το ίδιο αφαιρεί την ικανότητα από τον εαυτό του στη θεωρητική του δουλειά να συνθέσει σε μια εικόνα τις εξής πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές ψηφίδες:
- Το ΔΝΤ, όπου κυριαρχούν οι ΗΠΑ, αποκόπτει από τον Ιάπωνα ανταγωνιστή τη νοτιοανατολικοασιατική περιβάλλουσα αγορά.
- Η γερμανική κυβέρνηση προωθεί, ενάντια στην αντίσταση των ΗΠΑ, ένα δικό της σχέδιο καταδιωκτικού αεροπλάνου, το οποίο δεν έχει καμία στρατιωτική έννοια εκτός του ότι, μετά την απόσπαση της ανεξαρτησίας στο θέμα των τεθωρακισμένων (αντικατάσταση των τεθωρακισμένων των ΗΠΑ από την σειρά LEOPARD), αποσπά την τεχνική ανεξαρτησία και στο θέμα της πολεμικής αεροπορίας.
- Η γερμανική κυβέρνηση εγκαινιάζει, κάτω από απαρέγκλιτες διαμαρτυρίες των ΗΠΑ, το Γκάρχινγκ ΙΙ και, έτσι, υπογραμμίζει τις φιλοδοξίες της για μια δική της ατομική ένοπλη δύναμη.
- Ταυτόχρονα, εντείνονται οι επαφές μεταξύ Καρλσρούης (= Βερολίνου) και Τόκιο για τη λεγόμενη ειρηνική αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας.
- Το Τόκιο αναπτύσσει -και πάλι ενάντια στην αντίσταση των ΗΠΑ- δικούς του στρατιωτικούς δορυφόρους διαστημικής στήριξης.
- Στο γιουγκοσλαβικό εμφύλιο πόλεμο διαδραματίζεται, για όσους μπορούν να δουν, μια διελκυστίνδα μεταξύ των ΗΠΑ και της γερμανικής Ευρώπης σε βάρος του γιουγκοσλαβικού πληθυσμού και το ερώτημα είναι ποιος θα κυριαρχεί στο μέλλον στα Βαλκάνια πολιτικά και στρατιωτικά.
- Τόσο στο Πεντάγωνο όσο και στην Ευρώπη, εντείνονται οι έρευνες για το πώς ένας πόλεμος τύπου ABC μπορεί να «ελαχιστοποιηθεί σε διαστάσεις» ώστε να γίνει και πάλι «διεξαγώγιμος» και, πιθανώς, το Ιράκ έχει το θλιβερό ρόλο του πεδίου δοκιμών σ’ αυτές τις έρευνες.
- Η Ιαπωνία εξοπλίζεται και πάλι σε δεύτερη ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου (εδώ παραλείπεται η Κίνα).
Εδώ δεν είναι τίποτε ανοιχτό - πρόκειται για προετοιμασίες του 3ου Παγκοσμίου Πολέμου.
Η παραγνώριση όλων αυτών - αυτή είναι η πρακτική πολιτική συνέπεια της αερολογίας της παγκοσμιοποίησης. Το γεγονός ότι αφηνόμαστε να αποκοιμηθούμε σε τέτοιο βαθμό (αποφεύγω εδώ την παραπομπή στο πόσο μας αφήνει ανυπεράσπιστους η αποδοχή της αντίληψης αυτής στην προφορική μας προπαγάνδα στους μισθολογικούς αγώνες των επιχειρήσεων και των συνδικάτων) είναι τόσο περισσότερο οδυνηρό όσο η αντίπαλη πλευρά μπορεί να ξεχωρίσει πολύ πιο καθαρά από ό,τι μερικοί από μας μεταξύ της δικής της προπαγάνδας και της πραγματικότητας.
Ετσι, ο νέος πρύτανης του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης Γιούργκεν Ζίμπκε αξιοποίησε την έναρξη της θητείας του, πέρυσι τον Οκτώβρη, για μια ανοιχτή κριτική στην αντίληψη της παγκοσμιοποίησης:
«Πολιτικοί, ΜΜΕ και επιστήμονες κακομεταχειρίζονται το σύνθημα της παγκοσμιοποίησης για να εξορκίσουν κινδύνους και φόβους, είπε ο οικονομολόγος που προΐσταται τώρα στην Χαϊδελβέργη. Προβάλλεται το πρόσχημα ότι γίνεται μια «βασική ανατροπή» στις οικονομικές εξελίξεις αυτού του κόσμου, την οποία πρέπει να ακολουθήσει και μια αλλαγή παραδειγμάτων του οικονομικού στοχασμού. Τα εμπειρικά γεγονότα ωστόσο μιλούν, κατά την άποψη του Ζίμπκε, ενάντια σε μια ανατροπή. Το βάθεμα των διεθνών οικονομικών σχέσεων και η αύξηση του διεθνούς καταμερισμού εργασίας δεν είναι, ούτως ή άλλως, ένα νέο φαινόμενο. Ο Ζίμπκε ανέφερε τον αμερικανό συνάδελφό του Πωλ Κρούγκμαν, ο οποίος τοποθέτησε την αρχή της παγκοσμιοποίησης το 1869: Εκείνο τον χρόνο τέθηκαν σε λειτουργία η Διώρυγα του Σουέζ και η σιδηροδρομική γραμμή της UNION - PACIFIC.
Με μέτρο την εξέλιξη των ροών εμπορευμάτων πέρα από τα σύνορα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παγκοσμιοποιητικό κύμα στην εποχή μας, τόνισε ο Ζίμπκε. Το ποσοστό των εξαγωγών συνέβαλλε 5% στο παγκόσμιο κοινωνικό προϊόν το 1850, ενώ, μέχρι την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αυξήθηκε σταθερά στο 12%. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το παγκόσμιο εμπόριο έφθασε το 7% και έφθασε το 1973 πάλι τον όγκο της προπολεμικής εποχής. Στα μέσα της 10ετίας του ’90, βρισκόταν περίπου στο 17%. Ακόμη και ανάλογα με το βαθμό ανοιγμάτων εθνικών οικονομιών, δεν προκύπτει η μεταφορά της «έκρηξης». Στη Μεγάλη Βρετανία, ο όγκος των εισαγωγών-εξαγωγών το 1913 είχε φθάσει το 30% περίπου του κοινωνικού προϊόντος, ενώ, στα τέλη του δεκαετίας του ’80, μόνο το 21%. Για τη Γερμανία, υπολογίζεται, στην περίοδο αυτή, μια αύξηση από το 20 στο 23%, ενώ, για τις ΗΠΑ, από το 4 στο 7%»[10].
Τέτοιες εκτιμήσεις δεν εξαφανίζονται εντελώς ούτε από τις συμπληρωματικές σελίδες του αστικού τύπου. Αυτή η ίδια FAZ, η οποία αναφέρει τόσο διεξοδικά τον Ζίμπκε, δημοσιεύει γύρω στους δύο μήνες μετά -πάντως όχι στο πολιτικό αλλά στο οικονομικό της μέρος- το εισαγωγικό άρθρο με τον τίτλο «Μύθοι της παγκοσμιοποίησης» και τεκμηριώνει με πλήρη σαφήνεια και ακρίβεια:
«Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι κάτι καινούργιο. Ηδη δυο χρόνια μετά την ίδρυσή της, το 1872, η Γερμανική Τράπεζα άνοιξε υποκαταστήματα στην Σαγκάη και τη Γιοκοχάμα. Καινούργιο είναι η διεθνής δικτύωση των εργασιακών διαδικασιών»[11].
Και για το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή προοπτική έρευνας, σε υπεραρκετά γνωστή ευρωκεντρική παράδοση, θεωρεί την «ηπειροποίηση» που πράγματι γίνεται σαν παγκοσμιοποίηση, μαρτυρά το γεγονός ότι αυτό το σύνθημα -όπως, άλλωστε, και το σύνθημα του «Νεοφιλελευθερισμού», που εξετάζουμε παρακάτω- στο προπύργιο του ιμπεριαλισμού τις ΗΠΑ, δεν παίζει, τουλάχιστον στον τομέα της οικονομίας, κανένα ρόλο.
«Η παγκοσμιοποίηση είναι για πολλούς διευθυντές μια ξένη λέξη», τιτλοφορεί το HANDELSBLATT στις 31.7.96 ένα μεγάλο άρθρο του για τις ΗΠΑ και συνεχίζει:
«Η εγχώρια αγορά, γιγαντιαία σε παγκόσμια σύγκριση, φαίνεται σε πολλούς διευθυντές των ΗΠΑ πιο ασφαλής από μια αβέβαιη δέσμευση στο εξωτερικό. Η ιδέα της παγκοσμιοποίησης κερδίζει στην οικονομία των ΗΠΑ, παρά την παγκόσμια παρουσία της, έδαφος μόνο με πολύ αργούς ρυθμούς».
Από μαρξιστική σκοπιά, προειδοποιεί ο γέρος Βρετανός οικονομολόγος Ρον Μπέλλαμυ από χρόνια, εν μέρει κάνοντας κριτική άμεσα στην γερμανική συζήτηση, εξ ίσου έντονα όσο και χωρίς να ακουστεί μεταξύ Ρήνου και Οντερ ενάντια σε μια απατηλή αντίληψη των υπερεθνικών μονοπωλίων και παρατηρεί βαρύθυμα ήδη τον χειμώνα του 1995 στο θεωρητικό όργανο του ΚΚ Βρετανίας:
«Υπάρχει ένα σκωτσέζικο ρητό που παρέχει μια καλή προστασία απέναντι στο δογματισμό: Τα γεγονότα είναι παιδιά που δεν κάνουν ποτέ ό,τι τους πεις»[12].
Σε αυτό το άρθρο το οποίο, παρά τις προσπάθειες του συγγραφέα αυτής της μπροσούρας δε δημοσιεύθηκε πουθενά στα μαρξιστικά δημοσιεύματα της Γερμανίας, ο Μπέλλαμυ παραπέμπει σε μια βασική αναφορά οικονομικών στοιχείων - κλειδιών από τις ιμπεριαλιστικές χώρες - πυρήνες:
«Το 1988, τα υπερεθνικά μονοπώλια απασχολούσαν σε όλο τον κόσμο 65.000.000 εργάτες. Από αυτούς, εργάζονταν 43.000.000 - δηλ. τα 2/3 - στις χώρες βάσης και τα 22.000.000 - δηλ. το 1/3 - στο εξωτερικό. Από αυτή την τελευταία ομάδα πάλι, εργάζονταν 7.000.000 σε αναπτυσσόμενες χώρες - πολύ λιγότερο από το 1% των προσώπων που θεωρούνται οικονομικά ενεργά εκεί. Τα 58.000.000, τα οποία εργάζονταν στις ανεπτυγμένες χώρες - στη χώρα βάσης ή στο εξωτερικό - αποτελούσαν το 14% περίπου των εκεί απασχολουμένων»[13].
Και αυτό είναι «Καπιταλισμός στο στάδιο της Παγκοσμιοποίησης»;
Εδώ μπερδεύεται -για να μείνουμε στην σκοτσέζικη παροιμία- ένα μικρό παιδί -όχι, ένα μωρό- με ένα 20άρη, η σύγχυση αυτή διατυμπανίζεται σε όλο τον κόσμο σαν μεγάλο βήμα της ιατρικής προς τα εμπρός και μάλιστα με το επιχείρημα ότι το ον αυτό έχει πασιφανώς και, συνεπώς, αυτό μπορούν να το αμφισβητήσουν μόνο οι αμαθείς δυο χέρια και δυο πόδια, άρα είναι ένας πλήρως σχηματισμένος άνθρωπος.
Ωστόσο, η UZ ευτυχώς δημοσίευσε αποσπάσματα από ένα άλλο άρθρο του Μπέλλαμυ, στο οποίο αυτός τονίζει την ανάγκη μεγαλύτερης προσοχής στην διαλεκτική των παραγωγικών δυνάμεων και των σχέσεων παραγωγής και -σε άμεση κριτική στο παλαιό «Ινστιτούτο Μαρξιστικών Σπουδών και Ερευνών» (IMSF)- συνάγει τα όπως και πρώτα μεγάλα περιθώρια εθνικής πολιτικής.
Αλλά και εδώ αποδείχνεται ότι η μαρξιστική κουλτούρα διαμάχης έχει στην χώρα μας τόσο παρακμάσει ώστε πράγματι μοιάζει όλο και πιο πολύ με εξημμένο διάλογο μεταξύ κωφαλάλων. Ετσι ο Μπέλλαμυ προειδοποιεί έντονα στο παραπάνω άρθρο του:
«Φυσικά, κανείς δεν αμφιβάλει ότι μεμονωμένα υπερεθνικά μονοπώλια και ατομικοί καπιταλιστές έχουν πολύ μεγάλη δύναμη. Ωστόσο, η πνευματική «ένωση» μέσω της καθαρής πρόσθεσης μεμονωμένων στοιχείων δεν παράγει τίποτε άλλο από πλήρη φαντασίωση. Προσθέστε τον Κόκκινο Στρατό και την Ναζιστική Βέρμαχτ του 1942 και θα έχετε μια ακατανίκητη στρατιωτική μηχανή. Το πρόβλημα είναι ότι πολέμησαν μεταξύ τους»[14].
Κουφός απέναντι σε τέτοιες σαφείς υποδείξεις, ο Λέο Μάγερ γράφει, μια εβδομάδα αργότερα, στο ίδιο φύλλο:
«Σήμερα, τα υπερεθνικά μονοπώλια είναι ισχυρότερα από κάθε άλλη φορά.. Οι 100 μεγαλύτερες οικονομικές μονάδες του κόσμου αποτελούνται από 51 μονοπώλια και μόνο 49 χώρες. Παγκοσμιοποίηση και άνοιγμα των αγορών, απορύθμιση και ιδιωτικοποίηση εξαπέλυσαν ένα γιγαντιαίο κύμα συγκέντρωσης. Τα υπερεθνικά μονοπώλια απέκτησαν την ίδια νομική θέση με τα εθνικά κράτη»[15].
Ετσι, ερχόμαστε στην τελευταία, την πολυαγαπημένη αντίληψη όλων των αριστερών, από τον Λαφονταίν ως τον Βοϋτύλα, στην