ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟ


του Κουρτ Γκοσβάιλερ

Ο σοσιαλισμός δεν είχε ελπίδα μετά το 1945; Η ερώτηση μπορεί να εκπλήσσει. Γιατί μόνο μετά το 1945; Γιατί όχι η ερώτηση: Είχε ο σοσιαλισμός μετά τη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης ελπίδα; Επειδή υπάρχουν σήμερα όχι λίγες γνώμες αριστερών που συμφωνούν εκ των υστέρων με τη ρήση του Κάουτσκι του 1918 ότι ο σοσιαλισμός σε μια τόσο καθυστερημένη χώρα, όπως η Ρωσία, δεν είχε καμιά ελπίδα και που συνεπώς βλέπουν στην εξαφάνιση του σοσιαλισμού στις ημέρες μας την εκπλήρωση αυτής της καουτσκικής ρήσης.

Στο μεταξύ καμιά απροκάλυπτη θεώρηση της ιστορίας του σοσιαλισμού μεταξύ 1917 και 1990 δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι το «πείραμα» που άρχισε το 1917 στη Ρωσία ως το 1945, παρά τις εντονότατες επιδράσεις ενός εχθρικού περιβάλλοντος, ανάπτυξε μια ζωτική δύναμη, ικανότητα επικράτησης και εκσυγχρονισμού, που κατόρθωσαν αυτό που θεωρείτο αδύνατο να το κάνουν πραγματικότητα: από μια καταστρεμμένη και αποδιοργανωμένη από τον πόλεμο και τον εμφύλιο πόλεμο χώρα μεταξύ 1917-1920 να κάνουν μια χώρα που μόνη αυτή στην ευρωπαϊκή ήπειρο συγκέντρωσε την οικονομική, στρατιωτική και ηθική δύναμη όχι μόνο να αντέξει στην εισβολή της δεύτερης ισχυρότερης βιομηχανικής δύναμης του καπιταλισμού και του ισχυρότερου και άριστα εξοπλισμένου καπιταλιστικού στρατού, αλλά και να τον συντρίψει - και μάλιστα ουσιαστικά με δική της δύναμη.

Μέσα στην ιστορία δε γνωρίζω κανένα παράδειγμα που ένα κράτος και ένα κοινωνικό σύστημα να υποβλήθηκε σε σκληρότερη δοκιμασία και να την ξεπέρασε τόσο πειστικά. Γι’ αυτό, όταν το αποτέλεσμα αυτής της δοκιμής διατυπώθηκε με τα λόγια, ότι η νίκη σημαίνει πως νικητές ήταν το σοβιετικό κοινωνικό και κρατικό σύστημα και ότι αυτά απέδειξαν τη ζωτικότητά τους, σε αυτή τη διαπίστωση ενός ολοφάνερου σε όλους γεγονότος, δεν μπόρεσαν να αντιμιλήσουν ούτε οι πιο αδυσώπητοι εχθροί της Σοβιετικής Ενωσης.

Ο,τι ψεγάδι της σοβιετικής κοινωνίας και αν υπήρχε σ’ αυτό το χρονικό διάστημα και χρειαζόταν διόρθωση, αυτό δεν εμπόδισε αυτή την κοινωνία να αναπτύξει αμέτρητες δυνάμεις και να φτάσει σε επιτεύγματα που έως τώρα δεν είχε κατορθώσει να επιτελέσει καμιά χώρα της αστικής κοινωνίας.

Αυτό με υποχρεώνει να ρωτήσω αν μετά το 1945 δεν παρουσιάστηκαν νέα στοιχεία που επίσης πρέπει να ληφθούν υπόψη, όταν ρωτάμε για τις αιτίες της αποτυχίας του «σοσιαλιστικού πειράματος».

Στη συνέχεια θα αναφέρω τρία τέτοια στοιχεία, τα οποία μου φαίνονται ότι είναι εντελώς ουσιαστικά, που μπορούν να συνοψιστούν στην εσφαλμένη τοποθέτηση κλειδιών σε βασικά ζητήματα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, σαν παρέκκλιση από αρχές, των οποίων η τήρηση είναι σύμφωνα με τη μαρξιστική κατανόηση ζωτική για μια κοινωνία που θέλει να επιτύχει στο σοσιαλισμό, δηλαδή:

1. Η εγκατάλειψη του διεθνισμού στη σχέση των κομμουνιστικών κομμάτων και των σοσιαλιστικών χωρών μεταξύ τους.

2. Η εγκατάλειψη της διαμόρφωσης της σοσιαλιστικής κοινωνίας σαν μιας νέας, αντίθετης στον καπιταλισμό κοινωνίας με δικούς της στόχους και δρόμους.

3. Η εγκατάλειψη μιας επιστημονικά θεμελιωμένης οικονομικής πολιτικής.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΙΣΜΟΥ

Ο διεθνισμός είναι ζωτική αρχή του επιστημονικού σοσιαλισμού. Το σύνθημα: «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!» πρέπει να αποτελεί την αρχή δράσης όλων των σοσιαλιστών, όλων των σοσιαλιστικών κομμάτων και όλων των σοσιαλιστικών χωρών στη μεταξύ τους σχέση.

Αυτό σημαίνει για όλα τα μαρξιστικά κόμματα ότι αποτελούν μια κοινότητα, στην οποία κάθε μέλος είναι υπεύθυνο απέναντι στο σύνολο, αδιάφορο αν αυτό εκφράζεται και οργανωτικά με τη συσπείρωση σε μια Διεθνή ή με ένα άλλο διεθνές όργανο συντονισμού ή όχι.

Ολοι πρέπει να παλεύουν διαρκώς για μια συμφωνία στα βασικά ζητήματα της διεθνούς πολιτικής, στην κρίση για τη διεθνή κατάσταση και της απ’ αυτή αναγκαίας στρατηγικής και τακτικής ολόκληρου του κινήματος και του κάθε κόμματος χωριστά.

Από δεκαετίες βρισκόμαστε μπροστά σε μια εντελώς παράδοξη πραγματικότητα: Τα σοσιαλδημοκρατικά και σοσιαλιστικά κόμματα έχουν ενωθεί σε μια κορυφαία οργάνωση, τη Σοσιαλιστική Διεθνή, η οποία με αποτελεσματικό τρόπο συντονίζει τη δραστηριότητα όλων των μελών της και πραγματοποιεί σε κανονικά διαστήματα τις συνόδους της για τον καθορισμό της παραπέρα γραμμής στη δραστηριότητά της. Αντίθετα τα κομμουνιστικά κόμματα όχι μόνο δε διαθέτουν κανένα συντονιστικό κέντρο, αλλά από το 1969 δεν ήταν καν σε θέση να πραγματοποιήσουν μια διάσκεψη που να συγκεντρώσει τα κόμματα. Τα πράγματα έφτασαν μάλιστα στο σημείο, ώστε στις -κάποτε αιματηρές- εθνικές αντιπαραθέσεις στη Σοβιετική Ενωση ήταν όχι σπάνια επικεφαλής οι ηγέτες των οργανώσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος της εκάστοτε Δημοκρατίας. Το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα δεν υπάρχει πια, κατάρρευσε -όπως το 1914 η 2η Διεθνής- καταφαγωμένο από τον εθνικισμό.

Για τις σοσιαλιστικές χώρες το σύνθημα του Μαρξ για τη συσπείρωση των προλετάριων όλων των χωρών σήμαινε ότι όλοι έπρεπε να αποτελέσουν μια κοινότητα κρατών, που βαθμιαία και σταθερά όλο και περισσότερο θα συγχωνεύονταν σε έναν ενιαίο πολιτικό και οικονομικό οργανισμό.

Για να καθοδηγηθεί και να προωθηθεί αυτό το προτσές ιδρύθηκε το 1949 το Συμβούλιο Οικονομικής Αλληλοβοηθείας (ΣΟΑ). Σε πολλές συνόδους του, από διάφορα μέλη έγιναν κρούσεις για να εξελιχτεί ο ΣΟΑ παραπέρα προς αυτή την κατεύθυνση. Ετσι για παράδειγμα σε ένα υπόμνημα της αντιπροσωπείας της ΓΛΔ για σύνοδο του ΣΟΑ το 1956 αναφερόταν: «Αναμένουμε αυτή η σύνοδος να οδηγήσει σε απόφαση, η οποία εξασφαλίζει μια στενή συστηματική συνεργασία της Σοβιετικής Ενωσης και των χωρών της Λαϊκής Δημοκρατίας: Είναι αναγκαίο το τωρινό Συμβούλιο να εξελιχτεί σε κεντρικό όργανο, το οποίο σε στενότατη συνάφεια με το κρατικό σχέδιο (GOS-PLAN) της ΕΣΣΔ να καθοδηγεί, δείχνοντας την κατεύθυνση για τα μεγάλα καθήκοντα των λαϊκών οικονομιών των χωρών της Λαϊκής Δημοκρατίας»[1].

Αυτό ήταν περισσότερο αναγκαίο, επειδή οι χώρες οι ενωμένες στην ΕΟΚ υπό την πίεση των οικονομικά ισχυρότερων ηγετικών δυνάμεων, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας Γερμανίας και της Γαλλίας, κατέβαλλαν ισχυρές προσπάθειες να δημιουργήσουν μια ενιαία οικονομική περιοχή από τον Ελβα ως τον Ατλαντικό και από τη Βαλτική Θάλασσα ως τη Μεσόγειο.

Αλλά και στο επίπεδο των κρατικών σχέσεων τα πράγματα πήγαιναν ακριβώς το ίδιο παράδοξα όπως στο κομματικό επίπεδο:

Ενώ τα καπιταλιστικά κράτη της Δυτικής Ευρώπης οικονομικά όλο και περισσότερο πλησίαζαν μέσα στο ΣΟΑ στη θέση της ολοκλήρωσης -αν και πάνω σε αυτό λέχθηκαν και γράφτηκαν τόσα πολλά- στην πραγματικότητα έγινε μια μακρόχρονη απομάκρυνση.

Το να αναζητηθούν οι αιτίες για μια τέτοια εξέλιξη στον οικονομικό τομέα οδηγεί κατά τη γνώμη μου σε πλάνη, γιατί είναι περιπλοκότερο και δυσκολότερο να ξεπεραστούν οι προερχόμενες από την καπιταλιστική ιδιοκτησία αντιθέσεις, ανταγωνισμοί, από το να πραγματοποιηθεί οικονομική συνεργασία στη βάση ομοειδούς κοινωνικής ιδιοκτησίας με επί πλέον τους ίδιους πολιτικούς στόχους - εφόσον αυτοί πραγματικά υπάρχουν.

Η μη ολοκλήρωση των σοσιαλιστικών κρατών αντιφάσκει στην οικονομική τους φύση και μπορεί να είναι μόνο συνέπεια εσφαλμένων πολιτικών αποφάσεων. Μια τέτοια εσφαλμένη πολιτική απόφαση λήφθηκε στα μέσα του 1955. Με αυτή εγκαταλείφθηκε ο διεθνισμός σαν βασική αρχή στις σχέσεις μεταξύ των κομμουνιστικών κομμάτων και των σοσιαλιστικών χωρών και αντικαταστάθηκε με τις αρχές του λεγόμενου «Εθνικού Κομμουνισμού». Οταν το καλοκαίρι του 1955 ο Χρουτσόφ ταξίδεψε στο Βελιγράδι για τη συμφιλίωση με τον Τίτο και την Ενωση των Κομμουνιστών της Γιουγκοσλαβίας, υπογράφτηκε από τους δυο ένα ντοκουμέντο, το οποίο έγινε γνωστό σαν «Δήλωση του Βελιγραδίου», της 2 Ιούνη 1995, όπου αναφέρεται[2]: «Ζητήματα της εσωτερικής οργάνωσης και ... της διαφοράς στις συγκεκριμένες μορφές της ανάπτυξης του σοσιαλισμού είναι αποκλειστικώς υπόθεση των λαών των επιμέρους χωρών».

Αυτό σήμαινε την άρνηση της αρχής, η οποία ίσχυε έως τότε για τα κόμματα που ανήκαν στο Γραφείο Πληροφοριών των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων και η οποία έλεγε ότι: «Κάθε κόμμα έχει υποχρέωση να λογοδοτεί στο Γραφείο Πληροφοριών, όπως ακριβώς κάθε κόμμα έχει δικαίωμα κριτικής στα άλλα κόμματα»[3].

Μια τέτοια κριτική κηρύχτηκε σαν ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις, που παραβίαζε την αρχή της μη ανάμειξης που καθιερώθηκε με τη Δήλωση του Βελιγραδίου.

Αυτό σήμαινε ριζική ρήξη με το μαρξισμό-λενινισμό, γιατί για το Μαρξ ίσχυε ότι όλα όσα αφορούν ένα κόμμα της Διεθνούς ενδιαφέρουν και όλα τα άλλα κόμματα, και ανάλογα ίσχυε για το Λένιν ότι όλα όσα συνέβαιναν στη Σοβιετική Ενωση ενδιέφεραν την εργατική τάξη όλων των χωρών, όλου του κόσμου και το κυβερνών κομμουνιστικό κόμμα λογοδοτεί μπροστά στους εργάτες όλων των χωρών. Για το Μαρξ και τον Ενγκελς ο διεθνισμός ήταν η αρτηρία ζωής του σοσιαλιστικού κινήματος, μια απόκλιση απ’ αυτόν ισοδυναμούσε με το κόψιμο αυτής της αρτηρίας της ζωής.

Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα αφότου δημιουργήθηκε μια κοινότητα σοσιαλιστικών χωρών, που ήταν αντιμέτωπη με ένα κατά πολύ υπερέχον οικονομικά ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, που στόχος του είναι η εξαφάνιση του σοσιαλισμού απ’ αυτή τη γη.

Σε έναν τέτοιο αντίπαλο οι σοσιαλιστικές χώρες μπορούσαν μακρόχρονα τότε μόνο να αντισταθούν με επιτυχία, όταν διαμόρφωναν καλύτερα και αποτελεσματικότερα απ’ αυτόν τη σύμφυση των εθνικών τους οικονομιών σε έναν όλο και περισσότερο ενοποιημένο οικονομικό οργανισμό. Αυτό όμως ήταν αδύνατο με τη διατήρηση μιας τέτοιας αρχής εθνικής βλακείας, όπως αυτή που καθιερώθηκε με τη Δήλωση του Βελιγραδίου. Αλλά μια και αυτή η αρχή δεν ανακλήθηκε στα επόμενα χρόνια και επιβεβαιώθηκε μάλιστα ενισχυμένα με μια νέα «Δήλωση του Βελιγραδίου»[4], στις 18.3.1998 από τον Γκορμπατσόφ και τους Γιουγκοσλάβους εταίρους του κατά την επίσκεψή του στη Γιουγκοσλαβία, η μη ολοκλήρωση και η τελική διάλυση του ΣΟΑ ήταν πλέον ζήτημα χρόνου. Κατά βάση ο ΣΟΑ είχε ήδη πολύ ζημιωθεί, όταν στις αρχές του 1958 το μέλος του ΣΟΑ Πολωνία έκλεισε εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, που προέβλεπε να πληρώνει τις εισαγωγές της από τις ΗΠΑ με πολωνικό νόμισμα, αντίθετα προς την ως τότε ισχύουσα αρχή για όλα τα σοσιαλιστικά κράτη να μη δώσουν καμιά δυνατότητα στα καπιταλιστικά κράτη μέσω του εθνικού νομίσματος να αποκτήσουν τη δυνατότητα επιρροής ή μάλιστα ελέγχου στην οικονομία των σοσιαλιστικών χωρών[5].

Την αρχή ότι κανένα σοσιαλιστικό κράτος δε δικαιούται να «επεμβαίνει» στις υποθέσεις ενός άλλου σοσιαλιστικού κράτους, η Γιουγκοσλαβία την αξίωσε όχι μόνο για την εσωτερική αλλά και για την εξωτερική πολιτική: Αυτοχαρακτηριζόταν μεν σαν «αδέσμευτη», αλλά στις 28 Φλεβάρη 1953 σχημάτισε μαζί με τα ΝΑΤΟϊκά κράτη Τουρκία και Ελλάδα το λεγόμενο Βαλκανικό Σύμφωνο, το οποίο προέβλεπε και στρατιωτική συνεργασία. Ο εταίρος στο Σύμφωνο αυτό Τουρκία έγινε στις 24 Φλεβάρη και μέλος του Συμφώνου της Βαγδάτης, που σχηματίστηκε προπάντων με παρακίνηση της Μεγάλης Βρετανίας και στο οποίο ανήκαν εκτός από την Τουρκία, το Ιράκ, η Μεγάλη Βρετανία, το Πακιστάν και το Ιράν. Ετσι λοιπόν η «αδέσμευτη» Γιουγκοσλαβία ήταν πολλαπλά ενσωματωμένη στα ιμπεριαλιστικά συστήματα συμμαχιών και με αυτόν τον τρόπο έγινε άξια να την προμηθεύσουν με όπλα οι ΗΠΑ.

Αυτοί οι δεσμοί προστάτευσαν μεν την Γιουγκοσλαβία από «αναμείξεις» σοσιαλιστικών χωρών, αλλά καθόλου από αναμείξεις των συμμάχων της και προμηθευτών όπλων. Ετσι εξηγείται το γεγονός ότι η Γιουγκοσλαβία -και μετά την αποκατάσταση και πάλι φιλικών σχέσεων με τα σοσιαλιστικά κράτη- αργά και μετά από επίμονη πίεση συγκατατέθηκε να αναγνωρίσει τη ΓΛΔ, παρότι την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας την είχε αναγνωρίσει διπλωματικά λίγο μετά την ίδρυσή της. Οι επιπτώσεις τέτοιων δεσμών ήταν ευδιάγνωστες και στην άποψη που αντιπροσώπευε η Γιουγκοσλαβία μέσα στο Κίνημα των Αδεσμεύτων ως προς τη σχέση τους απέναντι στα τότε υφιστάμενα δυο μπλοκ. Ενώ η σοσιαλιστική Κούβα επίμονα επέμενε στη θέση ότι οι σοσιαλιστικές χώρες είναι οι φυσικοί σύμμαχοι των «Αδεσμεύτων», η Γιουγκοσλαβία υποστήριζε αμετάβλητα ότι οι «Αδέσμευτοι» πρέπει να κρατήσουν «την ίδια απόσταση απέναντι στα δυο μπλοκ», τάχθηκε δηλαδή ενάντια στην αντιιμπεριαλιστική συμπόρευση των «Αδεσμεύτων» με τις σοσιαλιστικές χώρες.

Ωστόσο τα σοσιαλιστικά κράτη δεν άσκησαν κριτική σ’ αυτό, γιατί αυτό θα ήταν «ανάμειξη».

Από πολλούς εξηγούνται αυτές οι ιδιόμορφες θέσεις της Γιουγκοσλαβίας με την αναφορά στη ρήξη των σοσιαλιστικών χωρών με τη Γιουγκοσλαβία που έγινε το 1948-49 και με τις «αδικαιολόγητες κατηγορίες» εναντίον της. Είναι βέβαια δύσκολο να σχηματίσει κανείς γνώμη αν αυτές οι κατηγορίες ήταν πραγματικά εντελώς αδικαιολόγητες, όταν έχει υπόψη του τις τόσο μπερδεμένα αντιφατικές δηλώσεις του Χρουτσόφ γι’ αυτές τις κατηγορίες: «Εξετάσαμε λεπτομερώς τα υλικά στα οποία στηρίζονταν οι βαριές κατηγορίες και προσβολές που εγέρθηκαν τότε κατά των ηγετών της Γιουγκοσλαβίας. Τα γεγονότα δείχνουν ότι αυτά τα υλικά κατασκευάστηκαν από εχθρούς του λαού, αχρείους πράκτορες του ιμπεριαλισμού, που διείσδυσαν με απάτη, κρυφά στις γραμμές του Κόμματός μας»[6].

Ομως τον Ιούνη του 1958 η κρίση του Χρουτσόφ για την Γιουγκοσλαβία του Τίτο ακουγόταν τελείως διαφορετική, όταν στο 7ο Συνέδριο του ΚΚ Βουλγαρίας ανάφερε: «Σ’ αυτόν τον αγώνα τα κύρια πυρά στρέφονται ενάντια στους ρεβιζιονιστές, στους κατασκόπους του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου ... Ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός είναι ένα είδος Δούρειου Ιππου. Οι ρεβιζιονιστές προσπαθούν να αποσυνθέσουν τα Κομμουνιστικά Κόμματα από τα μέσα, να υποσκάψουν την ενότητα και να μπάσουν σύγχυση και ανακάτωμα στη μαρξιστικο-λενινιστική ιδεολογία ... Το 1948 η διάσκεψη του Γραφείου Πληροφοριών έγκρινε ένα ψήφισμα «Για την κατάσταση στο ΚΚ Γιουγκοσλαβίας», που περιείχε μια δικαιολογημένη κριτική στη δραστηριότητα του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας σε μια σειρά ζητημάτων αρχών. Αυτό το ψήφισμα ήταν ουσιαστικά σωστό και ανταποκρινόταν στα συμφέροντα του επαναστατικού κινήματος»[7].

Οπως και αν έχει το ζήτημα, γεγονός είναι πάντως ότι το 1955, στον 38ο χρόνο ζωής της Σοβιετικής Ενωσης, αντικαταστάθηκε η αρχή του Λένιν για τη σχέση μεταξύ των σοσιαλιστικών χωρών με την αρχή του τότε λεγόμενου «εθνικού κομμουνισμού» (που φυσικά είναι τελείως αντίφαση στους όρους), χωρίς στις επόμενες δεκαετίες έχει γίνει ανάκληση αυτής της αντιλενινιστικής απόφασης.

Επιτρέπεται να παραβλέψει και να προσπεράσει κανείς ένα τέτοιο γεγονός, όταν αναζητά τις αιτίες της αποτυχίας της κοινότητας των σοσιαλιστικών κρατών; […]

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΕΝΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΩΜΕΝΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ

Η βαθιά κρίση του σοσιαλισμού και το γκρέμισμά του στην Ευρώπη προκάλεσαν σε πολλούς σοσιαλιστές παρόμοια αντίδραση με εκείνη της κατάρρευσης της καπιταλιστικής οικονομίας στην οικονομική κρίση του 1929-22 σε πολλούς τότε υπερασπιστές της οικονομίας της αγοράς. Αυτοί είδαν σαν μόνη δυνατότητα σωτηρίας του καπιταλισμού το να περάσει σε σχεδιασμένη οικονομία, ακολουθώντας το πρότυπο της Σοβιετικής Ενωσης. «Οικονομία Σχεδίου», «σχεδιασμένη οικονομία», «οικονομικός σχεδιασμός» - αυτή ήταν τότε η διαδομένη συνταγή σωτηρίας για τον καχεκτικό καπιταλισμό, όπως «οικονομία της αγοράς», «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς» επαινούνταν τα τελευταία χρόνια σαν φάρμακο για το στάσιμο σοσιαλισμό.

Και στις δυο περιπτώσεις φαίνεται να είχαν δίκιο εκείνοι που είχαν τη γνώμη ότι η «καπιταλιστική σχεδιασμένη οικονομία» είναι εξίσου μη ρεαλιστική όπως και η «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς». Η «καπιταλιστική σχεδιασμένη οικονομία» λειτούργησε μόνο σαν σχεδιασμός για προετοιμασία πολέμου, η «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς» οδήγησε και οδηγεί παντού, όπου επιχειρήθηκε και επιχειρηθεί σε «γνήσια» οικονομία της αγοράς, στον καπιταλισμό.

Επίσης στον Τύπο του «Δημοκρατικού Σοσιαλισμού» συνηθίζεται από πολύ καιρό να μη μιλάνε πια για σχεδιασμένη οικονομία, όταν κάνουν λόγο για τις σοσιαλιστικές χώρες, αλλά έχουν υιοθετήσει τον από δεκαετίες συνηθισμένο ορισμό των υπερασπιστών του καπιταλισμού και μιλάνε περιφρονητικά μόνο για «οικονομία κρατικών διαταγών» σαν συνώνυμη με τη σχεδιασμένη οικονομία.

Κατά περίεργο τρόπο πουθενά δεν αναλογίζονται μήπως δεν είναι η αρχή της σχεδιασμένης οικονομίας - που ωστόσο έχει προσφέρει εντυπωσιακές δοκιμές της χρησιμότητάς της - αυτό που απότυχε, αλλά «μόνο» ο συγκεκριμένος σχεδιασμός, δηλαδή οι σχεδιαστές που κατασκεύασαν εσφαλμένα, αχρείαστα σχέδια. Αυτό είναι περίεργο για το λόγο ότι πραγματικά τίποτα δεν είναι ευκολότερο να αντιληφθείς από τούτο: όπως μια γέφυρα τότε μόνο προσφέρει την επιθυμητή ανθεκτικότητα, όταν στο σχεδιασμό ληφθούν υπόψη επακριβώς οι νόμοι της στατικής, έτσι και το οικονομικό σχέδιο μπορεί να λειτουργήσει μόνο τότε, όταν υπολογίζει επακριβώς τους οικονομικούς νόμους.

Για να μην επικαλεστώ πάλι το Λένιν σαν κύριο μάρτυρα, τον οποίο άλλωστε θεωρούν υπεύθυνο για όλα γιατί είναι κατά κάποιο τρόπο ο πατριάρχης του σταλινισμού, αφήνω να μιλήσει γι’ αυτό το σημείο ο Μπουχάριν, ο οποίος διαπιστώνει ως εξής τη γνωστή σε όλους τους μαρξιστές διαφορά μεταξύ της ανάπτυξης του καπιταλισμού και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού:

«Η αστική τάξη δε δημιούργησε τον καπιταλισμό, αυτός δημιουργήθηκε μόνος του. Το προλεταριάτο σαν οργανωμένο συλλογικό υποκείμενο θα οικοδομήσει το σοσιαλισμό σαν οργανωμένο σύστημα. Ενώ το προτσές της γένεσης του καπιταλισμού ήταν ένα αυθόρμητο προτσές, το προτσές της οικοδόμησης του σοσιαλισμού είναι εντελώς αποφασιστικά ένα συνειδητό, δηλαδή οργανωμένο προτσές ... Η εποχή της κομμουνιστικής οικοδόμησης θα είναι γι’ αυτό αναπόφευκτα εποχή της σχεδιασμένης και οργανωμένης εργασίας»[8].

Απ’ αυτό συνάγεται ότι όλες οι προσπάθειες να οικοδομήσεις το σοσιαλισμό έτσι ώστε να γίνει ένα «αυτορυθμιζόμενο σύστημα», ισοδυναμούν με την προσπάθεια να χτίσεις το περπέτουμ μόμπιλε (αεικίνητο).

Ακριβώς επειδή ο σοσιαλισμός πρέπει να οικοδομηθεί συνειδητά και σχεδιασμένα, και μόνο έτσι μπορεί να οικοδομηθεί, είναι τόσο δύσκολο να τον πραγματοποιήσεις γιατί εξαρτάται από την ωριμότητα της συνείδησης και του επιπέδου της επιστημονικής σκέψης, καθώς και της κατοχής της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας από τους σχεδιαστές και τους οικοδόμους. Γι’ αυτό το λόγο και ο αγώνας για το σωστό σχέδιο υπήρξε τόσο σημαντικός, τόσο αναγκαίος και ενίοτε και τόσο σκληρός, γιατί επρόκειτο - όπως εμείς θα έπρεπε να το αντιλαμβανόμαστε αυτό καλύτερα από κάθε γενιά πριν από εμάς - για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη του σοσιαλισμού, δηλαδή για το αν η Επανάσταση του Οκτώβρη μένει η μεγάλη στροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας ή αν όλες οι θυσίες που έγιναν από τότε υπήρξαν μάταιες και ο σοσιαλισμός πρέπει να αρχίσει άλλη μια φορά εντελώς από την αρχή.

Ο σοσιαλισμός ευδοκιμεί και είναι υπέρτερος του καπιταλισμού αν τα σχέδια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης είναι σωστά. Αναπόφευκτα θα καταποντιστεί αν στη θέση του επιστημονικού σχεδιασμού μπουν ερασιτεχνικός εσφαλμένος σχεδιασμός, εξωπραγματική σκέψη, τυχοδιωκτισμός και πραγματική κακοτεχνία.

Μπαίνει το ερώτημα, αν στα τελευταία τριάντα χρόνια στα πλαίσια του ΣΟΑ και στις επιμέρους χώρες-μέλη του υπήρξε σχεδιασμένη οικονομία που να αξίζει πραγματικά αυτό το όνομα. Πιστεύω ότι σ’ αυτή την περίπτωση δεν είναι καθόλου αναγκαίο να συγκεντρώσουμε εκτενή στοιχεία. Δεν χρειάζεται να έχει κάνει κανείς μακρόχρονες έρευνες για να μπορέσει να αιτιολογήσει το ΟΧΙ σε αυτή την ερώτηση. Εχω τη γνώμη ότι με όσα είπα έως τώρα έχω αιτιολογήσει αυτό το ΟΧΙ.

Δεν υπήρχε και δεν μπορούσε να υπάρχει γνήσια σχεδιασμένη οικονομία:

Πρώτο, γιατί στη βάση της «εθνοκομμουνιστικής αρχής» ότι καθένας κάνει το δικό του και δεν ανέχεται ανάμειξη δεν είναι δυνατός ένας σοσιαλιστικός διεθνιστικός καταμερισμός της εργασίας, που να αξίζει αυτό το όνομα. Γιατί οι συμβιβασμοί και οι συμφωνίες που κλείνονταν στα πλαίσια του ΣΟΑ δεν ήταν καμιά αξιόπιστη βάση για τον ιδιαίτερο σχεδιασμό. Γιατί στο ΣΟΑ ναι μεν δημιουργήθηκαν αμοιβαίες εξαρτήσεις, αυτές όμως όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο γίνονταν από πηγές αμοιβαίας βοήθειας, πηγές διατάραξης του ιδιαίτερου σχεδιασμού.

Δεύτερο, γιατί στη Σοβιετική Ενωση, τη σοσιαλιστική χώρα από της οποίας την οικονομική ανάπτυξη εξαρτώνταν όλες οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60 στη θέση του επιστημονικού οικονομικού σχεδιασμού επικράτησαν ακαταλόγιστος αυθορμητισμός και υψηλού βαθμού υποκειμενισμός, από τους οποίους ζημιώθηκαν όλες οι σοσιαλιστικές χώρες.

Γι’ αυτά θα σκιτσάρω μόνο λίγα παραδείγματα.

Η αγροτική πολιτική: Την εποχή του Χρουτσόφ (το όνομα Χρουτσόφ δεν αφορά τον έναν άνθρωπο, αλλά το ρεύμα στο ΚΚΣΕ, του οποίου αυτός ήταν εκπρόσωπος) στη γεωργία αφιερώθηκε περισσότερη προσοχή παρά ποτέ προηγούμενα. Η λύση του προβλήματος των δημητριακών, δηλαδή η εξασφάλιση τέτοιων σοδειών, που να εγγυώνται όχι μόνο τον εφοδιασμό του δικού της πληθυσμού, αλλά επιπλέον να εξασφαλίζουν πλεονάσματα για την εξαγωγή και παροχή βοήθειας σε φιλικές χώρες, ήταν πραγματικά υπόθεση εξέχουσας οικονομικής και πολιτικής σημασίας. Προτάθηκαν δυο κύριοι δρόμοι για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος.

Ο ένας δρόμος ήταν να ενταθεί η καλλιέργεια της γης στις παλιές γεωργικές περιοχές και μ’ αυτό τον τρόπο να προσεγγίσουν σχετικά χαμηλές αποδόσεις κατά εκτάριο το κεντροευρωπαϊκό επίπεδο. Ετσι χωρίς πάρα πολύ μεγάλες δαπάνες θα εξασφαλιζόταν μια σίγουρη μόνιμη ύψωση των σοδειών. Ο άλλος δρόμος ήταν αυτός που προπαγανδίστηκε από το Χρουτσόφ, τον Μπρέζνιεφ και άλλους, ο δρόμος της καλλιέργειας 30 εκατομμυρίων εκταρίων νέας γης στην Κεντρική Ασία. Πολλοί ειδικοί απέτρεπαν από αυτό το δρόμο γιατί θα καταβρόχθιζε τεράστια ποσά χωρίς εγγύηση για βέβαιες σοδειές στη νέα γη επειδή οι κλιματικές συνθήκες -για τη σπορά λόγω της μεγάλης παγωνιάς και για τα ωριμάζοντα δημητριακά λόγω της μεγάλης ξηρασίας- θα τις εξέθεταν σε κίνδυνο. Πρόσθετα έπρεπε να γίνει μεγάλη μετακίνηση πληθυσμού και να δημιουργηθούν οικισμοί, χωρίς καν να γίνεται λόγος για την αδυναμία της διάθεσης σε σύντομο χρόνο των απαραίτητων γεωργικών μηχανημάτων για την καλλιέργεια τόσο τεράστιων επιφανειών.

Παρά τις πάρα πολύ αιτιολογημένες αυτές αντιρρήσεις, ο Χρουτσόφ και οι οπαδοί του επέβαλαν το έργο της νέας γης με τη διαβεβαίωση ότι έτσι λύνεται μια για πάντα το πρόβλημα των δημητριακών για τη Σοβιετική Ενωση. Ομως συνέβη το αντίθετο. Από χρόνο σε χρόνο η Σοβιετική Ενωση χρειάστηκε να κάνει όλο και μεγαλύτερες εισαγωγές για να αντισταθμίσει το αυξανόμενο έλλειμμα της εγχώριας απόδοσης. Βεβαιότατα το έργο της νέας γης ήταν μια μεγάλη επίτευξη, αλλά ήταν μια βίαιη πράξη δύναμης, που κόστισε στη χώρα τεράστιες δαπάνες σε εργατική δύναμη, υλικά και οικονομικούς πόρους, χωρίς να επιτευχθεί ούτε καν κατά προσέγγιση αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί με τον πάρα πολύ οικονομικότερο δρόμο της εντατικοποίησης της γεωργίας με ένα πολλοστημόριο των δαπανών. Το έργο της νέας γης ήταν μια γιγαντιαία εσφαλμένη επένδυση και ασφαλέστατα μια από τις αιτίες για τη μόνιμη κρίση της σοβιετικής γεωργίας. Δεν έχει τίποτα το κοινό με επιστημονικά σχεδιασμένη οικονομία.

Αλλά το έργο της νέα γης δεν ήταν η μοναδική πράξη που εμπόδισε μια σταθερή ανάπτυξη της γεωργίας. Οπως σε όλους τους τομείς, το ηγετικό στυλ του Χρουτσόφ διακρίθηκε και στη γεωργία με το ότι οι άνθρωποι σπρώχτηκαν από τη μια καμπάνια στην άλλη. Αν χθες ήταν η καμπάνια για το καλαμπόκι, σήμερα ήταν για τους ανοιχτούς σταύλους, κατόπιν μια καμπάνια για τη σπορά σε σχήμα «τετράγωνων φωλιών» κλπ. Το αποτέλεσμα κάθε φορά όμως ήταν όχι το υποσχημένο άλμα προς τα μπρος, αλλά τελικά συνήθως το καθήκον να περιοριστεί όσο το δυνατό η ζημιά που προέκυψε.

Ενα άλλο παράδειγμα για τον αυθορμητισμό και την αυθαιρεσία της μεταχείρισης της οικονομίας: Στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ είχαν αποφασιστεί οι κατευθυντήριες γραμμές για το 6ο πεντάχρονο σχέδιο 1956-1960, ένα έργο αριθμών και σχεδιασμών που ήταν βάση για το σχεδιασμό όλων των κρατών του ΣΟΑ. Αλλά μέσα στην περίοδο του σχεδίου ο Χρουτσόφ έκρινε ότι το πεντάχρονο σχέδιο έπρεπε να αντικατασταθεί από ένα εφτάχρονο σχέδιο και έτσι αποφασίστηκε ότι από το 1959 ως το 1965 μπαίνει σε ισχύ ένα εφτάχρονο σχέδιο που μ’ αυτό όχι μόνο οι αρχές σχεδιασμού της Σοβιετικής Ενωσης, αλλά και αυτές όλων των χωρών του ΣΟΑ ασχολήθηκαν με μια εξίσου δυναμοβόρα και χρονοβόρα, όσο και περιττή και άχρηστη εργασία και εμποδίστηκαν στην πραγματικά ωφέλιμη εργασία.

Το αποτέλεσμα της εργασίας στο εφτάχρονο σχέδιο ήταν οι στόχοι που προανέφερα για να φθάσουμε τις ΗΠΑ ως το 1970 και να περάσουμε στον κομμουνισμό ως το 1980. Σκέφτομαι ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδείξω λεπτομερώς ότι αυτή η στοχοθέτηση δεν είχε τίποτα το κοινό με επιστημονικό σχεδιασμό αλλά περισσότερο με εξωπραγματική σκέψη και τυχοδιωκτισμό.

Η ακατανόητη ασυναρτησία αυτών των στόχων του «σχεδίου» καταφαίνεται ακόμα σαφέστερα, όταν θυμάται κανείς ότι σ’ αυτό το ίδιο 22ο κομματικό συνέδριο που αποφάσισε να εισαχθούν αυτοί οι στόχοι στο νέο κομματικό Πρόγραμμα, άρχισε η πικρή αντιπαράθεση με το ΚΚ της Κίνας, η οποία με το σταμάτημα όλων των συμβατικά συμφωνημένων προμηθειών της Σοβιετικής Ενωσης σε βιομηχανικούς εξοπλισμούς και με την ανάκληση όλων των σοβιετικών ειδικών από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, οξύνθηκε στο έπακρο και τελικά οδήγησε στην πλήρη ρήξη μεταξύ αυτών των δυο μεγαλύτερων σοσιαλιστικών κρατών που η συνεργασία τους θα ήταν μια από τις σημαντικότερες εγγυήσεις για να ανταπεξέλθει ο σοσιαλισμός στις ιμπεριαλιστικές προσπάθειες στραγγαλισμού.

Ολα αυτά μαζί είχαν σαν αποτέλεσμα ότι σε καμιά χώρα του ΣΟΑ δεν ήταν δυνατός ένας σταθερός οικονομικός σχεδιασμός και όσο μακροπρόθεσμος τόσο λιγότερο.

Η συνέπεια αυτού ήταν ότι οι μεν -όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία- προσανατολίζονταν όλο και περισσότερο προς την παγκόσμια καπιταλιστική αγορά και εκεί -στην Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο- ζητούσαν στήριγμα, με αποτέλεσμα μια έρπουσα, καλυμμένη υπόσκαψη των αρχών της σοσιαλιστικής οικονομίας. Οποιος στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ‘50 και μετά βρέθηκε στην Πολωνία και την Ουγγαρία θα θυμάται ακόμα πώς τον εξέπληξε η πλούσια προσφορά εμπορευμάτων, αλλά και οι φανερά ισχυρότερες κοινωνικές αντιθέσεις που δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα που παρουσίαζε ένα περίεργο μείγμα από τους δυο κόσμους - το σοσιαλιστικό και τον καπιταλιστικό.

Οι ηγεσίες άλλων σοσιαλιστικών χωρών -όπως επίσης της ΓΛΔ- προσπαθούσαν παρ’ όλες τις δυσκολίες να εφαρμόσουν στην πράξη σοσιαλιστικές οικονομικές αρχές -όπως περίπου διατυπώθηκαν στη ΓΛΔ στη φόρμουλα για την «ενότητα μεταξύ οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής» ή με την προσπάθεια να μην αφήσουν να υψωθούν τα έξοδα συντήρησης- και να διατηρήσουν ένα σοσιαλιστικό οικονομικό σχεδιασμό. Αυτό όμως ήταν αδύνατο.

Η σοβιετική ηγεσία μετά την απομάκρυνση του Χρουτσόφ από τη διεύθυνση προσπάθησε να επανέλθει σε ένα υγιή και κανονικό σχεδιασμό, όμως η χώρα έπεφτε όλο και βαθύτερα σε κρίσιμες καταστάσεις. Στην αρχή της ανάληψης του αξιώματος ο Γκορμπατσόφ έδωσε γι’ αυτό μια σωστή εξήγηση. Είπε δηλαδή ότι οι αποφάσεις τις οποίες είχε πάρει το Κόμμα τότε στις συνόδους του ήταν σωστές, αλλά είχαν μείνει στα χαρτιά. (Το ζήτημα, γιατί έγινε αυτό, έχει μεγίστη σπουδαιότητα, αλλά δεν είναι του θέματός μας).

Ετσι η οικονομία της σοβιετικής χώρας βυθιζόταν όλο βαθύτερα στην κρίση και μαζί της αναπόφευκτα και όλες οι συνδεδεμένες μαζί της στην ευτυχία και τη δυστυχία σοσιαλιστικές χώρες.

Γι’ αυτό και όλες οι προσπάθειες που έγιναν π.χ. στη ΓΛΔ για να κρατηθεί σε κίνηση μια λειτουργούσα σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία υπήρξαν μάταιες. Ναι μεν εδώ υπολόγισαν πόσο υψηλό πρέπει να είναι το ποσοστό της ανόδου της λαϊκής οικονομίας για να γίνει δυνατό να εξασφαλιστεί τόσο η άνοδος του βιοτικού επιπέδου όσο και η αναγκαία συσσώρευση. Αλλά αυτό το ποσοστό της ανόδου, παρά τις μεγάλες προσπάθειες, επιτυγχανόταν από χρόνο σε χρόνο όλο και λιγότερο και αυξανόταν μόνο με τη βοήθεια της στατιστικής. Επιπλέον: Μια και μέσα στο ΣΟΑ δεν κατορθώθηκε κοινή εργασία για την εξέλιξη της πιο σύγχρονης τεχνικής, όπως της μικροηλεκτρονικής, αλλά η ΓΛΔ χωρίς την εξέλιξή της δεν μπορούσε να κρατήσει την εξαγωγική της ικανότητα στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, έκανε ταυτόχρονα αξιοθαύμαστη όσο και αξιολύπητη προσπάθεια να συναγωνιστεί με δική της ανάπτυξη τέτοιους γίγαντες όπως η ΙΒΜ, η Ζήμενς και οι ιαπωνικές εταιρείες - μια προσπάθεια, η οποία φυσικά έκανε ουτοπική κάθε ισόρροπη αναλογία της οικονομικής ανάπτυξης. Τελικά η ηγεσία της ΓΛΔ είχε υποσχεθεί να μην υψώσει το επίπεδο τιμών για ζωτικά αναγκαία αγαθά, αλλά οι οικονομικοί νόμοι δεν μπορούν να τεθούν εκτός ισχύος ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις. Ανοδος των τιμών στην παγκόσμια αγορά και μειωμένα έσοδα από εξαγωγές, αλματωδώς αυξανόμενες επενδύσεις σε βάρος ενός διαρκώς μειωνόμενου ποσοστού συσσώρευσης και με αυτόν τον τρόπο όλο και ακριβότερη παραγωγή, όλα αυτά αποκρυσταλλώθηκαν σε μια έρπουσα ύψωση των τιμών σχεδόν σε όλους τους τομείς, η οποία, επειδή δεν ομολογούνταν επίσημα, υπέσκαψε την εμπιστοσύνη στην ηγεσία που έγινε αναξιόπιστη. (Γνωρίζω βέβαια ότι μ’ αυτό ανάφερα μόνο έναν από τους λόγους που οδήγησαν στην υπόσκαψη της εμπιστοσύνης).

Τελικά ποια είναι η απάντηση στην ερώτηση για τη δυνατότητα του σοσιαλισμού; Η απάντησή μου είναι: αυτή η δυνατότητα μετά το 1945 δεν ήταν μικρότερη από ό,τι μετά το 1917.

Αλλά ο σοσιαλισμός είναι στη θεωρία και στην πράξη επιστήμη. Η θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού δεν είναι στολίδι στο βασίλειο των ιδεών ή μια υπόθεση μόνο για τις αίθουσες ακροάσεων, αλλά είναι κατά πρώτον και προπάντων για την πράξη, πρέπει να είναι πυξίδα για την πρακτική δράση αλλιώς το πλοίο σοσιαλισμός αναγκαστικά θα ναυαγήσει. […]

Το χειρότερο, αλλά σήμερα ταυτόχρονα το περισσότερο διαδεδομένο λάθος το βλέπω στην άρνηση της θέσης του Μαρξ και του Ενγκελς ότι η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων. Αυτή η θέση ισχύει ακριβώς και στους καιρούς μας.

Τελικά δεν είμαστε θύματα του γεγονότος ότι αγωνιστήκαμε πολύ σφοδρά κατά του ιμπεριαλισμού, ο οποίος μόλις νίκησε το σοσιαλισμό έδειξε το αληθινό του πρόσωπο σε όλη του την αποκρουστικότητα στον Περσικό Κόλπο. Οχι, πέσαμε πρωταρχικά, όταν και επειδή πάρα πολλοί από εμάς είχαμε σταματήσει να αγωνιζόμαστε εναντίον του και είχαμε αρχίσει να οικοδομούμε με τη «λογική» του και με τη δήθεν ετοιμότητά του να συνυπάρξει ειρηνικά με το σοσιαλισμό.

Δε θα φτάσουμε ποτέ σε σωστά συμπεράσματα αν δεν αντιληφθούμε ότι ο ιμπεριαλισμός σε κανένα χρονικό σημείο δεν είχε και δεν έχει εγκαταλείψει το στόχο του να εξαφανίσει το σοσιαλισμό από τον κόσμο. Ο Μπους το έκφρασε αυτό χωρίς περιστροφές.

Πώς και γιατί απλώς πιστέψαμε ότι από αρπακτικό θηρίο έγινε ένας φυτοφάγος, ότι ο ιμπεριαλισμός από εδώ και πέρα θα άφηνε να καθοδηγείται στις ενέργειές του απέναντί μας από τα «γενικά ανθρώπινα συμφέροντα»!

Αφού βιώσαμε, και στο παράδειγμα της ιμπεριαλιστικής τρέλλας στον Κόλπο εξακολουθούμε να βιώνουμε, ότι δεν έχουμε ούτε τον ελάχιστο λόγο να μεταχειριζόμαστε τα διδάγματα ενός Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ενγκελς και Λένιν σαν παλιωμένα και ανήκοντα στο μουσείο, οφείλουμε να αντιταχθούμε σε όλες τις τάσεις, οι οποίες οδηγούν στην αντιστροφή του επιτεύγματος της ανάπτυξης του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη και οδηγούν στην προπαγάνδιση της επιστροφής του σοσιαλισμού από την επιστήμη στην ουτοπία.

Δεν μπορεί να είναι υπόθεση των σοσιαλιστών, μετά από μια ήττα -όσο και αν αυτή φουρτουνιάζει και συνταράσσει, όπως αυτή που βιώνουμε- να αφήσουν να καταβληθούν και πνευματικά από τους νικητές με το να προσηλυτιστούν στο δόγμα τους, αλλά πρέπει να διευρύνουν και να πλουτίσουν τις γνώσεις τους με τις επεξεργασμένες εμπειρίες της ήττας, με τη βεβαιότητα ότι ο καπιταλισμός δεν είναι η τελευταία λέξη της ιστορίας και δεν επιτρέπεται να είναι η τελευταία λέξη της ιστορίας, αν η ιστορία της ανθρωπότητας πρόκειται να συνεχιστεί.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Ο δρ. Κουρτ Γκοσβάιλερ είναι Γερμανός μαρξιστής. Υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης του Κεντρικού Ινστιτούτου Ιστορίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΓΛΔ. Δημοσιεύουμε εκτενές απόσπασμα από κείμενό του στο περιοδικό «Βαϊσενζέερ Μπλέττερ». Η μετάφραση έγινε από το βιβλίο του συγγραφέα «Ενάντια στο ρεβιζιονισμό», Μόναχο 1997, από το οποίο δανειζόμαστε και τον τίτλο.

[1] Το αναφερόμενο υπόμνημα βρίσκεται στην Πράξη NL 9-/473, φύλλο 328-41 στο Κεντρικό Κομματικό Αρχείο του Ινστιτούτου για την Ιστορία του Εργατικού Κινήματος.

[2] Εγχειρίδιο των Συμφωνιών 1871-1964, Βερολίνο 1968, σελ. 606, συνέχεια.

[3] Τα διδάγματα από τον εκφυλισμό της γιουγκοσλαβικής κομματικής ηγεσίας, Βερολίνο 1948, σελ. 16.

[4] Νόιες Ντόιτσλαντ της 21.3.1988.

[5] Vorwarts της 17.2.1958.

[6] «Για διαρκή ειρήνη, για Λαϊκή Δημοκρατία!», Οργανο του Γραφείου Πληροφοριών των Κομμουνιστικών και Εργατικών Κομμάτων, αρ. 21/1955.

[7] Νόιες Ντόιτσλαντ 5.6.1958.

[8] Τσιτάτο παρμένο και μεταφρασμένο από το βιβλίο του Stephen F. Cohen: «Bukharin and Bolsevic Revolution», Oxford University Press, 1980, σελ. 90.