Η βαθιά κρίση του σοσιαλισμού και το γκρέμισμά του στην Ευρώπη προκάλεσαν σε πολλούς σοσιαλιστές παρόμοια αντίδραση με εκείνη της κατάρρευσης της καπιταλιστικής οικονομίας στην οικονομική κρίση του 1929-22 σε πολλούς τότε υπερασπιστές της οικονομίας της αγοράς. Αυτοί είδαν σαν μόνη δυνατότητα σωτηρίας του καπιταλισμού το να περάσει σε σχεδιασμένη οικονομία, ακολουθώντας το πρότυπο της Σοβιετικής Ενωσης. «Οικονομία Σχεδίου», «σχεδιασμένη οικονομία», «οικονομικός σχεδιασμός» - αυτή ήταν τότε η διαδομένη συνταγή σωτηρίας για τον καχεκτικό καπιταλισμό, όπως «οικονομία της αγοράς», «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς» επαινούνταν τα τελευταία χρόνια σαν φάρμακο για το στάσιμο σοσιαλισμό.
Και στις δυο περιπτώσεις φαίνεται να είχαν δίκιο εκείνοι που είχαν τη γνώμη ότι η «καπιταλιστική σχεδιασμένη οικονομία» είναι εξίσου μη ρεαλιστική όπως και η «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς». Η «καπιταλιστική σχεδιασμένη οικονομία» λειτούργησε μόνο σαν σχεδιασμός για προετοιμασία πολέμου, η «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς» οδήγησε και οδηγεί παντού, όπου επιχειρήθηκε και επιχειρηθεί σε «γνήσια» οικονομία της αγοράς, στον καπιταλισμό.
Επίσης στον Τύπο του «Δημοκρατικού Σοσιαλισμού» συνηθίζεται από πολύ καιρό να μη μιλάνε πια για σχεδιασμένη οικονομία, όταν κάνουν λόγο για τις σοσιαλιστικές χώρες, αλλά έχουν υιοθετήσει τον από δεκαετίες συνηθισμένο ορισμό των υπερασπιστών του καπιταλισμού και μιλάνε περιφρονητικά μόνο για «οικονομία κρατικών διαταγών» σαν συνώνυμη με τη σχεδιασμένη οικονομία.
Κατά περίεργο τρόπο πουθενά δεν αναλογίζονται μήπως δεν είναι η αρχή της σχεδιασμένης οικονομίας - που ωστόσο έχει προσφέρει εντυπωσιακές δοκιμές της χρησιμότητάς της - αυτό που απότυχε, αλλά «μόνο» ο συγκεκριμένος σχεδιασμός, δηλαδή οι σχεδιαστές που κατασκεύασαν εσφαλμένα, αχρείαστα σχέδια. Αυτό είναι περίεργο για το λόγο ότι πραγματικά τίποτα δεν είναι ευκολότερο να αντιληφθείς από τούτο: όπως μια γέφυρα τότε μόνο προσφέρει την επιθυμητή ανθεκτικότητα, όταν στο σχεδιασμό ληφθούν υπόψη επακριβώς οι νόμοι της στατικής, έτσι και το οικονομικό σχέδιο μπορεί να λειτουργήσει μόνο τότε, όταν υπολογίζει επακριβώς τους οικονομικούς νόμους.
Για να μην επικαλεστώ πάλι το Λένιν σαν κύριο μάρτυρα, τον οποίο άλλωστε θεωρούν υπεύθυνο για όλα γιατί είναι κατά κάποιο τρόπο ο πατριάρχης του σταλινισμού, αφήνω να μιλήσει γι’ αυτό το σημείο ο Μπουχάριν, ο οποίος διαπιστώνει ως εξής τη γνωστή σε όλους τους μαρξιστές διαφορά μεταξύ της ανάπτυξης του καπιταλισμού και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού:
«Η αστική τάξη δε δημιούργησε τον καπιταλισμό, αυτός δημιουργήθηκε μόνος του. Το προλεταριάτο σαν οργανωμένο συλλογικό υποκείμενο θα οικοδομήσει το σοσιαλισμό σαν οργανωμένο σύστημα. Ενώ το προτσές της γένεσης του καπιταλισμού ήταν ένα αυθόρμητο προτσές, το προτσές της οικοδόμησης του σοσιαλισμού είναι εντελώς αποφασιστικά ένα συνειδητό, δηλαδή οργανωμένο προτσές ... Η εποχή της κομμουνιστικής οικοδόμησης θα είναι γι’ αυτό αναπόφευκτα εποχή της σχεδιασμένης και οργανωμένης εργασίας»[8].
Απ’ αυτό συνάγεται ότι όλες οι προσπάθειες να οικοδομήσεις το σοσιαλισμό έτσι ώστε να γίνει ένα «αυτορυθμιζόμενο σύστημα», ισοδυναμούν με την προσπάθεια να χτίσεις το περπέτουμ μόμπιλε (αεικίνητο).
Ακριβώς επειδή ο σοσιαλισμός πρέπει να οικοδομηθεί συνειδητά και σχεδιασμένα, και μόνο έτσι μπορεί να οικοδομηθεί, είναι τόσο δύσκολο να τον πραγματοποιήσεις γιατί εξαρτάται από την ωριμότητα της συνείδησης και του επιπέδου της επιστημονικής σκέψης, καθώς και της κατοχής της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας από τους σχεδιαστές και τους οικοδόμους. Γι’ αυτό το λόγο και ο αγώνας για το σωστό σχέδιο υπήρξε τόσο σημαντικός, τόσο αναγκαίος και ενίοτε και τόσο σκληρός, γιατί επρόκειτο - όπως εμείς θα έπρεπε να το αντιλαμβανόμαστε αυτό καλύτερα από κάθε γενιά πριν από εμάς - για την ύπαρξη ή μη ύπαρξη του σοσιαλισμού, δηλαδή για το αν η Επανάσταση του Οκτώβρη μένει η μεγάλη στροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας ή αν όλες οι θυσίες που έγιναν από τότε υπήρξαν μάταιες και ο σοσιαλισμός πρέπει να αρχίσει άλλη μια φορά εντελώς από την αρχή.
Ο σοσιαλισμός ευδοκιμεί και είναι υπέρτερος του καπιταλισμού αν τα σχέδια της σοσιαλιστικής οικοδόμησης είναι σωστά. Αναπόφευκτα θα καταποντιστεί αν στη θέση του επιστημονικού σχεδιασμού μπουν ερασιτεχνικός εσφαλμένος σχεδιασμός, εξωπραγματική σκέψη, τυχοδιωκτισμός και πραγματική κακοτεχνία.
Μπαίνει το ερώτημα, αν στα τελευταία τριάντα χρόνια στα πλαίσια του ΣΟΑ και στις επιμέρους χώρες-μέλη του υπήρξε σχεδιασμένη οικονομία που να αξίζει πραγματικά αυτό το όνομα. Πιστεύω ότι σ’ αυτή την περίπτωση δεν είναι καθόλου αναγκαίο να συγκεντρώσουμε εκτενή στοιχεία. Δεν χρειάζεται να έχει κάνει κανείς μακρόχρονες έρευνες για να μπορέσει να αιτιολογήσει το ΟΧΙ σε αυτή την ερώτηση. Εχω τη γνώμη ότι με όσα είπα έως τώρα έχω αιτιολογήσει αυτό το ΟΧΙ.
Δεν υπήρχε και δεν μπορούσε να υπάρχει γνήσια σχεδιασμένη οικονομία:
Πρώτο, γιατί στη βάση της «εθνοκομμουνιστικής αρχής» ότι καθένας κάνει το δικό του και δεν ανέχεται ανάμειξη δεν είναι δυνατός ένας σοσιαλιστικός διεθνιστικός καταμερισμός της εργασίας, που να αξίζει αυτό το όνομα. Γιατί οι συμβιβασμοί και οι συμφωνίες που κλείνονταν στα πλαίσια του ΣΟΑ δεν ήταν καμιά αξιόπιστη βάση για τον ιδιαίτερο σχεδιασμό. Γιατί στο ΣΟΑ ναι μεν δημιουργήθηκαν αμοιβαίες εξαρτήσεις, αυτές όμως όσο περνούσε ο καιρός τόσο περισσότερο γίνονταν από πηγές αμοιβαίας βοήθειας, πηγές διατάραξης του ιδιαίτερου σχεδιασμού.
Δεύτερο, γιατί στη Σοβιετική Ενωση, τη σοσιαλιστική χώρα από της οποίας την οικονομική ανάπτυξη εξαρτώνταν όλες οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60 στη θέση του επιστημονικού οικονομικού σχεδιασμού επικράτησαν ακαταλόγιστος αυθορμητισμός και υψηλού βαθμού υποκειμενισμός, από τους οποίους ζημιώθηκαν όλες οι σοσιαλιστικές χώρες.
Γι’ αυτά θα σκιτσάρω μόνο λίγα παραδείγματα.
Η αγροτική πολιτική: Την εποχή του Χρουτσόφ (το όνομα Χρουτσόφ δεν αφορά τον έναν άνθρωπο, αλλά το ρεύμα στο ΚΚΣΕ, του οποίου αυτός ήταν εκπρόσωπος) στη γεωργία αφιερώθηκε περισσότερη προσοχή παρά ποτέ προηγούμενα. Η λύση του προβλήματος των δημητριακών, δηλαδή η εξασφάλιση τέτοιων σοδειών, που να εγγυώνται όχι μόνο τον εφοδιασμό του δικού της πληθυσμού, αλλά επιπλέον να εξασφαλίζουν πλεονάσματα για την εξαγωγή και παροχή βοήθειας σε φιλικές χώρες, ήταν πραγματικά υπόθεση εξέχουσας οικονομικής και πολιτικής σημασίας. Προτάθηκαν δυο κύριοι δρόμοι για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος.
Ο ένας δρόμος ήταν να ενταθεί η καλλιέργεια της γης στις παλιές γεωργικές περιοχές και μ’ αυτό τον τρόπο να προσεγγίσουν σχετικά χαμηλές αποδόσεις κατά εκτάριο το κεντροευρωπαϊκό επίπεδο. Ετσι χωρίς πάρα πολύ μεγάλες δαπάνες θα εξασφαλιζόταν μια σίγουρη μόνιμη ύψωση των σοδειών. Ο άλλος δρόμος ήταν αυτός που προπαγανδίστηκε από το Χρουτσόφ, τον Μπρέζνιεφ και άλλους, ο δρόμος της καλλιέργειας 30 εκατομμυρίων εκταρίων νέας γης στην Κεντρική Ασία. Πολλοί ειδικοί απέτρεπαν από αυτό το δρόμο γιατί θα καταβρόχθιζε τεράστια ποσά χωρίς εγγύηση για βέβαιες σοδειές στη νέα γη επειδή οι κλιματικές συνθήκες -για τη σπορά λόγω της μεγάλης παγωνιάς και για τα ωριμάζοντα δημητριακά λόγω της μεγάλης ξηρασίας- θα τις εξέθεταν σε κίνδυνο. Πρόσθετα έπρεπε να γίνει μεγάλη μετακίνηση πληθυσμού και να δημιουργηθούν οικισμοί, χωρίς καν να γίνεται λόγος για την αδυναμία της διάθεσης σε σύντομο χρόνο των απαραίτητων γεωργικών μηχανημάτων για την καλλιέργεια τόσο τεράστιων επιφανειών.
Παρά τις πάρα πολύ αιτιολογημένες αυτές αντιρρήσεις, ο Χρουτσόφ και οι οπαδοί του επέβαλαν το έργο της νέας γης με τη διαβεβαίωση ότι έτσι λύνεται μια για πάντα το πρόβλημα των δημητριακών για τη Σοβιετική Ενωση. Ομως συνέβη το αντίθετο. Από χρόνο σε χρόνο η Σοβιετική Ενωση χρειάστηκε να κάνει όλο και μεγαλύτερες εισαγωγές για να αντισταθμίσει το αυξανόμενο έλλειμμα της εγχώριας απόδοσης. Βεβαιότατα το έργο της νέας γης ήταν μια μεγάλη επίτευξη, αλλά ήταν μια βίαιη πράξη δύναμης, που κόστισε στη χώρα τεράστιες δαπάνες σε εργατική δύναμη, υλικά και οικονομικούς πόρους, χωρίς να επιτευχθεί ούτε καν κατά προσέγγιση αυτό που θα μπορούσε να επιτευχθεί με τον πάρα πολύ οικονομικότερο δρόμο της εντατικοποίησης της γεωργίας με ένα πολλοστημόριο των δαπανών. Το έργο της νέας γης ήταν μια γιγαντιαία εσφαλμένη επένδυση και ασφαλέστατα μια από τις αιτίες για τη μόνιμη κρίση της σοβιετικής γεωργίας. Δεν έχει τίποτα το κοινό με επιστημονικά σχεδιασμένη οικονομία.
Αλλά το έργο της νέα γης δεν ήταν η μοναδική πράξη που εμπόδισε μια σταθερή ανάπτυξη της γεωργίας. Οπως σε όλους τους τομείς, το ηγετικό στυλ του Χρουτσόφ διακρίθηκε και στη γεωργία με το ότι οι άνθρωποι σπρώχτηκαν από τη μια καμπάνια στην άλλη. Αν χθες ήταν η καμπάνια για το καλαμπόκι, σήμερα ήταν για τους ανοιχτούς σταύλους, κατόπιν μια καμπάνια για τη σπορά σε σχήμα «τετράγωνων φωλιών» κλπ. Το αποτέλεσμα κάθε φορά όμως ήταν όχι το υποσχημένο άλμα προς τα μπρος, αλλά τελικά συνήθως το καθήκον να περιοριστεί όσο το δυνατό η ζημιά που προέκυψε.
Ενα άλλο παράδειγμα για τον αυθορμητισμό και την αυθαιρεσία της μεταχείρισης της οικονομίας: Στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ είχαν αποφασιστεί οι κατευθυντήριες γραμμές για το 6ο πεντάχρονο σχέδιο 1956-1960, ένα έργο αριθμών και σχεδιασμών που ήταν βάση για το σχεδιασμό όλων των κρατών του ΣΟΑ. Αλλά μέσα στην περίοδο του σχεδίου ο Χρουτσόφ έκρινε ότι το πεντάχρονο σχέδιο έπρεπε να αντικατασταθεί από ένα εφτάχρονο σχέδιο και έτσι αποφασίστηκε ότι από το 1959 ως το 1965 μπαίνει σε ισχύ ένα εφτάχρονο σχέδιο που μ’ αυτό όχι μόνο οι αρχές σχεδιασμού της Σοβιετικής Ενωσης, αλλά και αυτές όλων των χωρών του ΣΟΑ ασχολήθηκαν με μια εξίσου δυναμοβόρα και χρονοβόρα, όσο και περιττή και άχρηστη εργασία και εμποδίστηκαν στην πραγματικά ωφέλιμη εργασία.
Το αποτέλεσμα της εργασίας στο εφτάχρονο σχέδιο ήταν οι στόχοι που προανέφερα για να φθάσουμε τις ΗΠΑ ως το 1970 και να περάσουμε στον κομμουνισμό ως το 1980. Σκέφτομαι ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδείξω λεπτομερώς ότι αυτή η στοχοθέτηση δεν είχε τίποτα το κοινό με επιστημονικό σχεδιασμό αλλά περισσότερο με εξωπραγματική σκέψη και τυχοδιωκτισμό.
Η ακατανόητη ασυναρτησία αυτών των στόχων του «σχεδίου» καταφαίνεται ακόμα σαφέστερα, όταν θυμάται κανείς ότι σ’ αυτό το ίδιο 22ο κομματικό συνέδριο που αποφάσισε να εισαχθούν αυτοί οι στόχοι στο νέο κομματικό Πρόγραμμα, άρχισε η πικρή αντιπαράθεση με το ΚΚ της Κίνας, η οποία με το σταμάτημα όλων των συμβατικά συμφωνημένων προμηθειών της Σοβιετικής Ενωσης σε βιομηχανικούς εξοπλισμούς και με την ανάκληση όλων των σοβιετικών ειδικών από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, οξύνθηκε στο έπακρο και τελικά οδήγησε στην πλήρη ρήξη μεταξύ αυτών των δυο μεγαλύτερων σοσιαλιστικών κρατών που η συνεργασία τους θα ήταν μια από τις σημαντικότερες εγγυήσεις για να ανταπεξέλθει ο σοσιαλισμός στις ιμπεριαλιστικές προσπάθειες στραγγαλισμού.
Ολα αυτά μαζί είχαν σαν αποτέλεσμα ότι σε καμιά χώρα του ΣΟΑ δεν ήταν δυνατός ένας σταθερός οικονομικός σχεδιασμός και όσο μακροπρόθεσμος τόσο λιγότερο.
Η συνέπεια αυτού ήταν ότι οι μεν -όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία- προσανατολίζονταν όλο και περισσότερο προς την παγκόσμια καπιταλιστική αγορά και εκεί -στην Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο- ζητούσαν στήριγμα, με αποτέλεσμα μια έρπουσα, καλυμμένη υπόσκαψη των αρχών της σοσιαλιστικής οικονομίας. Οποιος στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ‘50 και μετά βρέθηκε στην Πολωνία και την Ουγγαρία θα θυμάται ακόμα πώς τον εξέπληξε η πλούσια προσφορά εμπορευμάτων, αλλά και οι φανερά ισχυρότερες κοινωνικές αντιθέσεις που δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα που παρουσίαζε ένα περίεργο μείγμα από τους δυο κόσμους - το σοσιαλιστικό και τον καπιταλιστικό.
Οι ηγεσίες άλλων σοσιαλιστικών χωρών -όπως επίσης της ΓΛΔ- προσπαθούσαν παρ’ όλες τις δυσκολίες να εφαρμόσουν στην πράξη σοσιαλιστικές οικονομικές αρχές -όπως περίπου διατυπώθηκαν στη ΓΛΔ στη φόρμουλα για την «ενότητα μεταξύ οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής» ή με την προσπάθεια να μην αφήσουν να υψωθούν τα έξοδα συντήρησης- και να διατηρήσουν ένα σοσιαλιστικό οικονομικό σχεδιασμό. Αυτό όμως ήταν αδύνατο.
Η σοβιετική ηγεσία μετά την απομάκρυνση του Χρουτσόφ από τη διεύθυνση προσπάθησε να επανέλθει σε ένα υγιή και κανονικό σχεδιασμό, όμως η χώρα έπεφτε όλο και βαθύτερα σε κρίσιμες καταστάσεις. Στην αρχή της ανάληψης του αξιώματος ο Γκορμπατσόφ έδωσε γι’ αυτό μια σωστή εξήγηση. Είπε δηλαδή ότι οι αποφάσεις τις οποίες είχε πάρει το Κόμμα τότε στις συνόδους του ήταν σωστές, αλλά είχαν μείνει στα χαρτιά. (Το ζήτημα, γιατί έγινε αυτό, έχει μεγίστη σπουδαιότητα, αλλά δεν είναι του θέματός μας).
Ετσι η οικονομία της σοβιετικής χώρας βυθιζόταν όλο βαθύτερα στην κρίση και μαζί της αναπόφευκτα και όλες οι συνδεδεμένες μαζί της στην ευτυχία και τη δυστυχία σοσιαλιστικές χώρες.
Γι’ αυτό και όλες οι προσπάθειες που έγιναν π.χ. στη ΓΛΔ για να κρατηθεί σε κίνηση μια λειτουργούσα σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία υπήρξαν μάταιες. Ναι μεν εδώ υπολόγισαν πόσο υψηλό πρέπει να είναι το ποσοστό της ανόδου της λαϊκής οικονομίας για να γίνει δυνατό να εξασφαλιστεί τόσο η άνοδος του βιοτικού επιπέδου όσο και η αναγκαία συσσώρευση. Αλλά αυτό το ποσοστό της ανόδου, παρά τις μεγάλες προσπάθειες, επιτυγχανόταν από χρόνο σε χρόνο όλο και λιγότερο και αυξανόταν μόνο με τη βοήθεια της στατιστικής. Επιπλέον: Μια και μέσα στο ΣΟΑ δεν κατορθώθηκε κοινή εργασία για την εξέλιξη της πιο σύγχρονης τεχνικής, όπως της μικροηλεκτρονικής, αλλά η ΓΛΔ χωρίς την εξέλιξή της δεν μπορούσε να κρατήσει την εξαγωγική της ικανότητα στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά, έκανε ταυτόχρονα αξιοθαύμαστη όσο και αξιολύπητη προσπάθεια να συναγωνιστεί με δική της ανάπτυξη τέτοιους γίγαντες όπως η ΙΒΜ, η Ζήμενς και οι ιαπωνικές εταιρείες - μια προσπάθεια, η οποία φυσικά έκανε ουτοπική κάθε ισόρροπη αναλογία της οικονομικής ανάπτυξης. Τελικά η ηγεσία της ΓΛΔ είχε υποσχεθεί να μην υψώσει το επίπεδο τιμών για ζωτικά αναγκαία αγαθά, αλλά οι οικονομικοί νόμοι δεν μπορούν να τεθούν εκτός ισχύος ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις. Ανοδος των τιμών στην παγκόσμια αγορά και μειωμένα έσοδα από εξαγωγές, αλματωδώς αυξανόμενες επενδύσεις σε βάρος ενός διαρκώς μειωνόμενου ποσοστού συσσώρευσης και με αυτόν τον τρόπο όλο και ακριβότερη παραγωγή, όλα αυτά αποκρυσταλλώθηκαν σε μια έρπουσα ύψωση των τιμών σχεδόν σε όλους τους τομείς, η οποία, επειδή δεν ομολογούνταν επίσημα, υπέσκαψε την εμπιστοσύνη στην ηγεσία που έγινε αναξιόπιστη. (Γνωρίζω βέβαια ότι μ’ αυτό ανάφερα μόνο έναν από τους λόγους που οδήγησαν στην υπόσκαψη της εμπιστοσύνης).
Τελικά ποια είναι η απάντηση στην ερώτηση για τη δυνατότητα του σοσιαλισμού; Η απάντησή μου είναι: αυτή η δυνατότητα μετά το 1945 δεν ήταν μικρότερη από ό,τι μετά το 1917.
Αλλά ο σοσιαλισμός είναι στη θεωρία και στην πράξη επιστήμη. Η θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού δεν είναι στολίδι στο βασίλειο των ιδεών ή μια υπόθεση μόνο για τις αίθουσες ακροάσεων, αλλά είναι κατά πρώτον και προπάντων για την πράξη, πρέπει να είναι πυξίδα για την πρακτική δράση αλλιώς το πλοίο σοσιαλισμός αναγκαστικά θα ναυαγήσει. […]
Το χειρότερο, αλλά σήμερα ταυτόχρονα το περισσότερο διαδεδομένο λάθος το βλέπω στην άρνηση της θέσης του Μαρξ και του Ενγκελς ότι η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων. Αυτή η θέση ισχύει ακριβώς και στους καιρούς μας.
Τελικά δεν είμαστε θύματα του γεγονότος ότι αγωνιστήκαμε πολύ σφοδρά κατά του ιμπεριαλισμού, ο οποίος μόλις νίκησε το σοσιαλισμό έδειξε το αληθινό του πρόσωπο σε όλη του την αποκρουστικότητα στον Περσικό Κόλπο. Οχι, πέσαμε πρωταρχικά, όταν και επειδή πάρα πολλοί από εμάς είχαμε σταματήσει να αγωνιζόμαστε εναντίον του και είχαμε αρχίσει να οικοδομούμε με τη «λογική» του και με τη δήθεν ετοιμότητά του να συνυπάρξει ειρηνικά με το σοσιαλισμό.
Δε θα φτάσουμε ποτέ σε σωστά συμπεράσματα αν δεν αντιληφθούμε ότι ο ιμπεριαλισμός σε κανένα χρονικό σημείο δεν είχε και δεν έχει εγκαταλείψει το στόχο του να εξαφανίσει το σοσιαλισμό από τον κόσμο. Ο Μπους το έκφρασε αυτό χωρίς περιστροφές.
Πώς και γιατί απλώς πιστέψαμε ότι από αρπακτικό θηρίο έγινε ένας φυτοφάγος, ότι ο ιμπεριαλισμός από εδώ και πέρα θα άφηνε να καθοδηγείται στις ενέργειές του απέναντί μας από τα «γενικά ανθρώπινα συμφέροντα»!
Αφού βιώσαμε, και στο παράδειγμα της ιμπεριαλιστικής τρέλλας στον Κόλπο εξακολουθούμε να βιώνουμε, ότι δεν έχουμε ούτε τον ελάχιστο λόγο να μεταχειριζόμαστε τα διδάγματα ενός Καρλ Μαρξ, Φρίντριχ Ενγκελς και Λένιν σαν παλιωμένα και ανήκοντα στο μουσείο, οφείλουμε να αντιταχθούμε σε όλες τις τάσεις, οι οποίες οδηγούν στην αντιστροφή του επιτεύγματος της ανάπτυξης του σοσιαλισμού από την ουτοπία στην επιστήμη και οδηγούν στην προπαγάνδιση της επιστροφής του σοσιαλισμού από την επιστήμη στην ουτοπία.
Δεν μπορεί να είναι υπόθεση των σοσιαλιστών, μετά από μια ήττα -όσο και αν αυτή φουρτουνιάζει και συνταράσσει, όπως αυτή που βιώνουμε- να αφήσουν να καταβληθούν και πνευματικά από τους νικητές με το να προσηλυτιστούν στο δόγμα τους, αλλά πρέπει να διευρύνουν και να πλουτίσουν τις γνώσεις τους με τις επεξεργασμένες εμπειρίες της ήττας, με τη βεβαιότητα ότι ο καπιταλισμός δεν είναι η τελευταία λέξη της ιστορίας και δεν επιτρέπεται να είναι η τελευταία λέξη της ιστορίας, αν η ιστορία της ανθρωπότητας πρόκειται να συνεχιστεί.