Ιστορικά τo αστικό κράτος και τα κόμματα που διαχειρίστηκαν την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού είχαν να αντιμετωπίσουν πιο οξυμένο το πρόβλημα της κατοικίας με τη συγκέντρωση του πληθυσμού στην περιοχή της Αττικής, όπου δεν είχαν διαμορφωθεί αστικοί οικισμοί πριν το 19ο αιώνα. Τα προβλήματα οξύνθηκαν με τη μεταφορά των προσφυγικών πληθυσμών, ενώ συγκεντρωνόταν το μεγαλύτερο μέρος της βιομηχανικής δραστηριότητας και γενικότερα της οικονομικής ζωής, του κρατικού μηχανισμού κλπ. στο διάστημα του μεσοπολέμου. Οξύνθηκαν μεταπολεμικά λόγω της εντονότερης τρομοκρατίας στην ύπαιθρο.
Οι μεταπολεμικές αστικές κυβερνήσεις επεδίωκαν να βρουν τρόπους για να ενσωματώσουν την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα στο σύστημα, γνωρίζοντας την επίδραση που άσκησε στη συνείδηση του ελληνικού λαού η εθνική αντίσταση με καθοδηγητή και αιμοδότη το ΚΚΕ, αλλά και η αυξανόμενη επίδραση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και των κατακτήσεων που σημειώθηκαν. Η πολιτική ενσωμάτωσης ήταν ζωτικό ζήτημα, καθώς η Ελλάδα διαδραμάτιζε ιδιαίτερο ρόλο στην πολιτική του ιμπεριαλισμού στα σοσιαλιστικά Βαλκάνια.
Η ελληνική αστική τάξη απάντησε κοντοπρόθεσμα και ιδιαίτερα ανέξοδα γι’ αυτήν στο πρόβλημα της κατοικίας με την πολιτική της αντιπαροχής, του συντελεστή δόμησης, με την ανοχή στην εξάπλωση της αυθαίρετης πρώτης κατοικίας που κυρίως κατέφευγαν τα πιο φτωχά τμήματα της εργατικής τάξης και στη συνέχεια στην αναζήτηση δεύτερης κατοικίας από λαϊκές δυνάμεις με σχετικά καλύτερο οικογενειακό εισόδημα.
Η κατασκευή, η διατήρηση και νομιμοποίηση των αυθαιρέτων χρησιμοποιήθηκε για την ενσωμάτωση στο σύστημα με τα γνωστά λαδώματα, τις ρεμούλες και την εισπρακτική πολιτική μέσω προστίμων. Στήθηκε δηλαδή ένα ολόκληρο σύστημα κομματικών πελατειακών σχέσεων που μετέτρεψε και μετατρέπει ως σήμερα χιλιάδες λαϊκές οικογένειες σε ομήρους των κομμάτων εξουσίας.
Η πολιτική ενσωμάτωσης αγκάλιασε επίσης ένα σημαντικό αριθμό μικρών και μεσαίων εργολάβων που εξ αντικειμένου αναλάμβαναν την οικοδόμηση, καθώς στην Ελλάδα δεν είχαν ακόμα αναπτυχθεί οι προϋποθέσεις να οργανωθεί το κεφάλαιο σε εταιρείες κατασκευής αστικών κατοικιών. Η μικρή επιχείρηση κυριάρχησε για πολύ μεγάλο διάστημα, ενώ η συγκέντρωση στον τομέα των κατασκευών προχώρησε γρήγορα στη δεκαετία του 1990.
Το κράτος σε πολύ μικρό βαθμό αναλάμβανε δράση για οργανωμένη δόμηση με κάποιους κανόνες π.χ. εργατική κατοικία. Οι αστικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν ορισμένα οξυμένα προβλήματα υποδομών δίνοντας αρμοδιότητες στους δήμους να λύνουν σε τοπική βάση κάποια προβλήματα με ανταποδοτικότητα, π.χ. με την υποδομή για νερό, δρόμους, αποχέτευση κλπ. Από εδώ προκύπτουν και τα προβλήματα, ώστε ολόκληρες περιοχές να οικοδομούνται χωρίς να υπάρχει αποχέτευση, σχεδιασμός για χωματερές, εναπόθεση λυμάτων όπως συμβαίνει στην περιοχή της Ανατολικής Αττικής.
Σήμερα είναι ολοφάνερη η όξυνση του προβλήματος κατοικίας, ιδιαίτερα για τα λαϊκά στρώματα. Τα κτίσματα έχουν παλαιώσει, δεν ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες αντισεισμικής θωράκισης, αλλά και σε άλλες προϋποθέσεις υποδομής. Η εκτεταμένη τσιμεντοποίηση οξύνει τα προβλήματα του περιβάλλοντος, της έλλειψης πρασίνου και ελεύθερων χώρων, της ρύπανσης και της κυκλοφορίας.
Τα τελευταία χρόνια, με ακόμα μεγαλύτερους ρυθμούς από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, γίνεται η επέκταση της βιομηχανίας, της κατοικίας, των πολυκαταστημάτων έξω από την Αθήνα και τον Πειραιά, προς την Ανατολική Αττική με άξονα την Αττική οδό, το αεροδρόμιο των Σπάτων. Αναπαράγονται όλα τα προβλήματα της 10ετίας του ’50 και του ’60. Μέσα στην Αθήνα στις υποβαθμισμένες περιοχές συγκεντρώνονται οι οικογένειες των μεταναστών, ενώ οικογένειες υψηλών αλλά και σχετικά χαμηλότερων εισοδημάτων βγαίνουν από την πόλη.
Αν στη 10ετία του ’50 και του ’60 η αντιπαροχή, ο συντελεστής δόμησης ως «βοηθήματα» για την απόκτηση στέγης μετριάζουν τις επιπτώσεις της κερδοσκοπίας γης, σήμερα είναι τα στεγαστικά και τα καταναλωτικά δάνεια. Η μεγάλη πλειοψηφία των κατοικιών για τα λαϊκά στρώματα είναι υποθηκευμένα για πολλά, 20 και 30 χρόνια, στις τράπεζες. Η δόμηση γίνεται σε περιοχές που δεν έχουν υποδομή. Αν χρειάστηκαν 20 και 30 χρόνια για να εμφανισθούν τα προβλήματα της δόμησης μετά τον πόλεμο, σε πολύ λιγότερα χρόνια θα γίνουν πολύ οξυμένα τα προβλήματα σε πολλές περιοχές της Αττικής: ο κίνδυνος πλειστηριασμών εξ αιτίας της ανερχόμενης φτώχειας, της ανεργίας και γενικότερα του κόστους ζωής, προβλήματα αποχέτευσης, μόλυνσης του πόσιμου και θαλάσσιου νερού κλπ.
Το πρόβλημα της γης, του θεσμικού πλαισίου για τη δόμηση εμφανίσθηκε και στο νομικό πλαίσιο που οι κυβερνήσεις της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ διαμόρφωναν στη μεταπολίτευση. Πότε ο ένας, πότε ο άλλος άνοιγαν σταδιακά την πόρτα πιο διάπλατα στη ληστεία από τη μεριά του κεφαλαίου, στην αύξηση του κόστους της κατοικίας.
Η στρατηγική τους υπέρ του κεφαλαίου, αλλά και η τακτική εκτόνωσης της λαϊκής απαίτησης για σύγχρονη κατοικία, για ελεύθερους χώρους, οδηγούσε σε μια καιροσκοπική πολιτική και στο νομικό καθεστώς, με διαχωρισμούς περιοχών εντός και εκτός σχεδίων, με συνεχείς χαρακτηρισμούς και αποχαρακτηρισμούς σε δασικές και μη δασικές περιοχές. Αποκορύφωμα η τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος που αφορά τα δάση και τις δασικές εκτάσεις, αλλά και η επικείμενη αναθεώρηση που θα καταργήσει κάποιους τυπικούς περιορισμούς.
Εκλειναν σκόπιμα τα μάτια στις αυθαιρεσίες των διαφόρων οικοπεδικών συνεταιρισμών και των κατασκευαστικών εταιρειών που άρχισαν να δημιουργούνται, οι οποίες συνήθως παρέκαμπταν τους νόμους, οξύνοντας το πρόβλημα. Η λογική για προστατευμένες και μη περιοχές υποτάσσεται στο κέρδος.
Σήμερα, οι εκφραστές της κυρίαρχης πολιτικής παρουσιάζουν σαν τρόπο αντιμετώπισης και λύσης των προβλημάτων την αλλαγή στη διοικητική δομή. Μιλούν για Μητροπολιτική Διοίκηση ή Αυτοδιοίκηση για Μητροπολιτικές λειτουργίες. Είναι φανερό ότι αυτές όσο και αν εξωραΐζονται με τη «συμμετοχή και τη συναίνεση», δεν μπορούν να αυτονομηθούν από τη στρατηγική και τους στόχους της κρατικής εξουσίας.
Στην 10ετία του ’90 και ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της πραγματοποίησης των Ολυμπιακών αγώνων, το αστικό κράτος και οι κυβερνήσεις του περνάνε από την πολιτική γης σε σχέση με την κατοικία και τα διάφορα τοπικά έργα, στα λεγόμενα μεγάλα έργα με σύνθημα «για τη σύγχρονη ανάπτυξη της Αττικής και όλης της Ελλάδας». Η γενική τάση είναι η απελευθέρωση της γης, των δασών, των παραλιών, των ελεύθερων χώρων, από όποιες δεσμεύσεις, προς όφελος του κεφαλαίου. Σε αυτά τα πλαίσια εντάχθηκαν τα λεγόμενα μεγάλα έργα της Αττικής, όπως το Αεροδρόμιο των Σπάτων, η Αττική οδός, η προωθούμενη αναδιοργάνωση του Θριάσιου Πεδίου, η αλλαγή των χρήσεων γης στα Μεσόγεια, καθώς και η εμπορευματοποίηση των χώρων του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού, του Ελαιώνα, των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων, των Ορεινών όγκων, των παραλιών κλπ.
Τα μεγάλα έργα προβάλλονται ως πανάκεια που θα εξασφαλίσουν την έξοδο από την κρίση, την αντιμετώπιση της ανεργίας και τη λύση των κοινωνικών προβλημάτων των εργαζομένων, που θα λύσουν τα προβλήματα της πόλης, όπως το περιβαλλοντικό, το κυκλοφοριακό κ.ά.
Η κατοικία στην Αττική είναι πανάκριβο εμπόρευμα για την εργατική τάξη και τα πλατιά λαϊκά στρώματα. Η αυθαίρετη δόμηση ουσιαστικά υποθάλπεται. Η νομιμοποίηση των αυθαιρέτων χωρίς έλεγχο των κατασκευών εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους.
Οι περισσότερες περιοχές της Αττικής είναι συνώνυμες με την πυκνοδόμηση, την περιβαλλοντική υποβάθμιση και την οικολογική καταστροφή, τις υποβαθμισμένες συνθήκες ζωής, τις καταθλιπτικές πυκνότητες κατοίκησης, τους μεγάλους συντελεστές δόμησης.
Αντί για προστασία και ανάπτυξη του δασικού πλούτου προωθήθηκε κατά το 2001 η καταστροφική αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος και προετοιμάζεται νέα αναθεώρηση για την ευκολότερη αποψίλωση και οικοπεδοποίηση των δασών και των δασικών εκτάσεων, όσων απέμειναν, προς όφελος του μεγάλου κεφαλαίου.
Σήμερα, αν κτιστούν τα οικόπεδα που νόμιμα μπορούν να χτιστούν με το συντελεστή που επιτρέπεται γι’ αυτά στην Αττική, υπολογίζεται ότι μπορούν να κατοικήσουν περισσότερα από 15 εκατ. άνθρωποι.
Ακόμη χειρότερα, αυτές οι επεκτάσεις, στο σύνολό τους σχεδόν, έγιναν χωρίς την εξασφάλιση των αναγκαίων έργων κοινωνικής υποδομής, χωρίς νηπιαγωγεία, σχολεία, ιατρεία, γυμναστήρια, γήπεδα, χωρίς πολιτιστική υποδομή, χωρίς υποδομή διοίκησης και υπηρεσίες κοινής ωφέλειας και εμπορίου, αλλά και τεχνικής υποδομής. Ετσι σήμερα μεγάλες περιοχές της Αττικής δεν έχουν δίκτυα αποχέτευσης και όμβριων ή είναι ημιτελή και χωρίς αποδέκτες, με συνέπεια να πλημμυρίζουν σε κάθε βροχή. Από τα απαιτούμενα δίκτυα όμβριων έχει κατασκευαστεί το 55%. Ορισμένα παραδείγματα:
- Περιοχές της Αττικής εξυπηρετούνται από ιδιωτικά δίκτυα ύδρευσης και αρκετές πληρώνουν πανάκριβα το νερό. Τεράστια είναι τα νέα προβλήματα που δημιουργούνται στα υπόγεια ύδατα της Αττικής από την έλλειψη σχεδιασμού ενιαίας διαχείρισης και προστασίας τους.
- Μεγάλες περιοχές στερούνται προσβάσεων ακόμη και για ασθενοφόρα ή δυνάμεις πυροσβεστικής ή άλλων μονάδων βοήθειας.
- Τεράστιες καμένες δασικές περιοχές εξαιρούνται της αναδάσωσης.
- Το περιαστικό πράσινο και οι παραλίες δίνονται βορά στο μεγάλο κεφάλαιο.
- Οι ελεύθεροι χώροι, μικροί και μεγάλοι, τσιμεντοποιούνται.
- Ο «Ελαιώνας» δίνεται σε ΠΑΕ και δαπανώνται εκατομμύρια Ευρώ για υποδομές που θα εξυπηρετήσουν τις μεγαλοϊδιοκτησίες της περιοχής και ιδιαίτερα αυτές που αποχτήθηκαν τα τελευταία χρόνια.
- Το «Ελληνικό» ετοιμάζεται να δεχτεί μια νέα πόλη 15-20.000 κατοίκων με την εμπορευματοποίηση πάνω από χιλίων στρεμμάτων και την τσιμεντοποίησή τους.
- Μεγάλες περιοχές της Αττικής δεν έχουν ούτε τους ελεύθερους χώρους που απαιτούνται για τη συγκέντρωση των κατοίκων σε περίπτωση ανάγκης (π.χ. σεισμοί).
- Τα οικόπεδα των στρατοπέδων που καταργούνται, εμπορευματοποιούνται με αντιπαροχή.
- 500 χιλιόμετρα ρεμάτων (το 1/5 του συνόλου) έχουν μπαζωθεί έχουν καταπατηθεί, κτίστηκαν, έγιναν δρόμοι, συχνά, με δραματικές συνέπειες. Παλαιότερα το 80% του νερού απορροφούνταν από το έδαφος, ενώ σήμερα ρέει προς τη θάλασσα.
- Οι οχλούσες βιομηχανικές μονάδες, οι παράνομες μεταποιητικές εγκαταστάσεις και άλλες δραστηριότητες που προκαλούν ρύπανση είναι ενσωματωμένες στον οικιστικό ιστό. Επικίνδυνες χρήσεις, όπως εμπορία και διαχείριση καυσίμων (βενζινάδικα, εμπορία υγραερίων κλπ.), συνυπάρχουν πλάι-πλάι ή στο ίδιο κτίριο με κατοικίες, καταστήματα, ακόμη και με σχολεία, νηπιαγωγεία κλπ. Αγωγοί καυσίμων διέρχονται από τον οικιστικό ιστό.
- Η κυβέρνηση της ΝΔ, βασιζόμενη στους σχεδιασμούς της προηγούμενης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ανοίγει ένα νέο γύρο λεηλασίας των ολυμπιακών εγκαταστάσεων. Μετά τα τεράστια κέρδη των χορηγών και των μεγαλοκατασκευαστών και με πρόσχημα την «αξιοποίηση» και «συντήρηση» των εγκαταστάσεων, τις παραχωρεί στα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα για δεκάδες χρόνια, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο συγκέντρωσης του πλούτου. Μαζί με αυτές παραχωρεί και τους χώρους που τις περιβάλλουν, με ειδικούς καταστροφικούς όρους δόμησης και φοροαπαλλαγές, για την επιχειρηματική κερδοφορία. Παράλληλα δίνει άλλο ένα όπλο στο μεγάλο κεφάλαιο στην επίθεσή του εναντίον των δικαιωμάτων και κατακτήσεων των εργαζομένων: Διαμορφώνει ειδικό καθεστώς ωραρίου και λειτουργίας αυτών των επιχειρήσεων στις ζώνες των εγκαταστάσεών τους, κάνοντας παραπέρα βήματα για την ολοκληρωτική απελευθέρωση του ωραρίου των καταστημάτων και την κατάργηση της αργίας των Κυριακών και εορτών.
- Η κυβέρνηση της ΝΔ αποδεικνύει, για άλλη μια φορά όπως και η προκάτοχός της του ΠΑΣΟΚ, ότι υπηρετεί με απόλυτη πίστη και ευλάβεια τα συμφέροντα της ολιγαρχίας σε βάρος του λαού. Αντί να παραδώσει τα ολυμπιακά έργα, αυτή την κρατική περιουσία, που χτίστηκε με τα χρήματα, τον ιδρώτα και πολλές φορές με το αίμα των εργαζομένων, για ελεύθερη και δωρεάν χρήση στο λαό, την παραδίδει βορά στην επιχειρηματική κερδοσκοπία, υποχρεώνοντας το λαό να πληρώνει και νέα χαράτσια για τη χρήση τους. Αντί να προστατεύσει τους τελευταίους ελεύθερους χώρους και να τους διαμορφώσει σε πνεύμονες πρασίνου και αναψυχής, τους μετατρέπει σε πεδίο ασύδοτης επιχειρηματικής δράσης.