Μα κει μεσ’ απ’ το κύμανα λεβέντικες καρδιέςπου παλαίβουν με τη μπόραΑγάντ’ αδέρφια...αγάντα!Κόντρα στη φορτούνα αγάντα!Βίρα τα πανιά![1]
Οπωσδήποτε θα υπάρχουν εκείνοι, οι οποίοι θα έχουν έτοιμη την ετυμηγορία τους, ότι είμαστε δογματικοί και μονόπλευροι αναγνώστες του παρελθόντος, αφού απ’ αφορμή μια 80χρονη επέτειο θανάτου, θα στραφούμε στο στοχασμό, στο έργο, στη δημιουργία του μεγάλου ηγέτη του επαναστατημένου προλεταριάτου της Ρωσίας των αρχών του 20ού αιώνα, του Βλαντίμιρ Ιλιτς Λένιν (1870-1924).
Το ιδεολόγημα λοιπόν, που θέλει το ΚΚΕ απλώς ένα ρεύμα της Αριστεράς που κάνει μονόπλευρες δογματικές αναγνώσεις του παρελθόντος[2], αποτελεί μονόπλευρη και χιλιομασημένη έκφραση του παρελθόντος, από την εποχή του Μαρξ ακόμα, όταν υπηρέτες του καπιταλιστικού κατεστημένου άρχισαν τις πιο οργανωμένες και συστηματοποιημένες προσπάθειές τους να διαβρώσουν το νεογέννητο εργατικό κίνημα με αστικές αντιλήψεις συγκαλυμμένες με «αριστερές» κουβέντες (οπορτουνισμός). Το φαινόμενο αυτό απασχόλησε δικαίως τους κλασικούς του μαρξισμού και προφανώς γι’ αυτό το λόγο η εκάστοτε σύγχρονη έκδοση του Δούρειου αυτού Ιππου μέσα στο εργατικό κίνημα δεν κουράζεται να τονίζει ξανά και ξανά πόσο δογματικός και απαρχαιωμένος είναι ο επαναστατικός διεθνιστικός μαρξισμός των κομμουνιστών, που δεν υποχώρησαν μπροστά στη διείσδυση της αστικής ιδεολογίας στο εργατικό κίνημα και πόσο σύγχρονος και εκσυγχρονισμένος είναι ο οπορτουνισμός των απογόνων των ηγετών της Β΄ Διεθνούς, που πάντα προσπαθούσαν να βγάλουν την επαναστατική ψυχή από το εργατικό κίνημα δημιουργώντας συνεχώς διασπάσεις, αλλά πάντα κατηγορώντας την επαναστατική πτέρυγα για τις διασπάσεις αυτές. Γι’ αυτό το λόγο αφορίζουν «την ανάγνωση του παρελθόντος» (εννοείται η ανάγνωση των Μαρξ-Ενγκελς-Λένιν, τσιτάτα από άλλα, ακόμα και πολύ παλαιότερα παρελθόντα ή της ίδιας εποχής, αλλά ρεφορμιστικά, επιτρέπονται), γιατί ο κάθε εργάτης, ο κάθε προβληματισμένος με τα κακώς κοινωνικά κείμενα θα μάθαινε τη διέξοδο από τον εγκλωβισμό του στη σύγχρονη κοινωνική-οικονομική αθλιότητα, θα καταλάβαινε ποιος τον εξαπατά και ποιοι είναι οι φίλοι του, θα διδασκόταν την τακτική της ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας και θα γινόταν, με αυτό τον τρόπο, ένας πραγματικός αντίπαλος του σημερινού καπιταλιστικού κατεστημένου μέσα από την ταξική του αυτή συνειδητοποίηση.
Συνδέοντας ο Λένιν το φαινόμενο του οπορτουνισμού με το ιμπεριαλιστικό (κρατικομονοπωλιακό) στάδιο του καπιταλισμού, υποστήριζε στο εξαιρετικά σύγχρονο απόσπασμα από την εργασία του «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού»[3]: «Τα υψηλά μονοπωλιακά κέρδη που βγάζουν οι καπιταλιστές ενός από τους πολλούς κλάδους της βιομηχανίας, μιας από τις πολλές χώρες κτλ. τους δίνουν την οικονομική δυνατότητα να εξαγοράζουν ορισμένα στρώματα των εργατών, προσωρινά μάλιστα και μια αρκετά σημαντική μειοψηφία τους, τραβώντας τους με το μέρος της αστικής τάξης του δοσμένου κλάδου ή του δοσμένου έθνους ενάντια σ’ όλους τους υπόλοιπους... Πιο επικίνδυνοι είναι στην περίπτωση αυτή οι άνθρωποι που δε θέλουν να καταλάβουν ότι ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό είναι κούφια και ψεύτικη φρασεολογία, αν δε συνδέεται αδιάρρηκτα με τον αγώνα ενάντια στον οπορτουνισμό».
Η ανάγνωση των «παλαιών» αυτών κειμένων πρέπει επομένως να αποτραπεί, βρίσκουν οι πανταχού οπορτουνιστές και όσοι επιμένουν σε αυτά πρέπει να περάσουν στην κοινή γνώμη ως οι αποστεωμένοι οπισθοδρομικοί της ιδεολογικής περιχαράκωσης, οι «απομονωτιστές» του εργατικού κινήματος, τη στιγμή που εντελώς το αντίθετο συμβαίνει. Ο αναγνώστης μπορεί να κάνει τη σύγκρισή του -τηρουμένων των αναλογιών- με τη σημερινή κατάσταση. Το θέμα της εξαγοράς επιβεβαιώνεται πλήρως από την ιστορική εμπειρία του 20ού αιώνα και τις τελευταίες δεκαετίες και παρότι γίνεται προσπάθεια να αποκρυβεί πίσω από «κούφια και ψεύτικη αντιιμπεριαλιστική φρασεολογία» των εξαγορασμένων. Για το τελευταίο φαινόμενο έχουμε σήμερα πολλά παραδείγματα στα διάφορα φόρουμ. Το αποτέλεσμα είναι, αυτή τη στιγμή, το κομμουνιστικό κίνημα να μην αντιστοιχεί στις ανάγκες της εποχής με την ακόμα πιο προχωρημένη ιμπεριαλιστικοποίηση απ’ ό,τι την εποχή, που ο Λένιν έγραφε τις εύστοχα διατυπωμένες αναλύσεις του.
Διαβάζοντας, επομένως, τα λεγόμενα απαρχαιωμένα κείμενα, μαθαίνουμε πώς το ρεύμα αυτό της απο-επαναστατικοποίησης του εργατικού κινήματος «τρώει ξύλο» από το Λένιν και όχι μόνο, αλλά προς τιμήν της επετείου, θα σταθούμε στη σκέψη και τη δράση του ηγέτη της Μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης.
Ηδη, το 1906, ο Λένιν μιλάει για τις προσπάθειες να ανακοπεί η ανατρεπτική, επαναστατική ορμή των λαϊκών μαζών εγκλωβίζοντάς τις στη λογική του λεγόμενου κατορθωτού και ρεαλιστικού, μακριά από τα μεγάλα ιστορικά άλματα: «Είμαστε υποχρεωμένοι να διαλέξουμε - με αυτό το συλλογισμό προσπαθούσαν και προσπαθούν πάντα να δικαιολογηθούν οι οπορτουνιστές. Είναι αδύνατο να πετύχεις μονομιάς κάτι το μεγάλο. Πρέπει ν’ αγωνίζεσαι για το μικρό μα κατορθωτό. Πώς όμως θα καθορίσεις αν ένα πράγμα είναι κατορθωτό; Με το αν συμφωνούν τα περισσότερα πολιτικά κόμματα ή οι περισσότεροι «έγκυροι» πολιτικοί; Οσο περισσότεροι πολιτικοί παράγοντες συμφωνούν για μια κάποια μικρή βελτίωση, τόσο ευκολότερα μπορούμε να την πετύχουμε, τόσο πιο κατορθωτή είναι αυτή. Δεν πρέπει να είσαι ουτοπιστής, επιδιώκοντας το μεγάλο. Πρέπει να είσαι ρεαλιστής πολιτικός, να ξέρεις να συντάσσεσαι με εκείνους που διεκδικούν το μικρό και αυτό το μικρό θα διευκολύνει την πάλη για το μεγάλο. Εμείς βλέπουμε το μικρό σαν τον πιο σίγουρο σταθμό στην πάλη για το μεγάλο. Ετσι σκέπτονται οι οπορτουνιστές, όλοι οι ρεφορμιστές σε διάκριση από τους επαναστάτες... Τι συμπέρασμα βγαίνει κατ’ ανάγκη από το συλλογισμό αυτό; Το συμπέρασμα ότι δε χρειάζεται κανένα επαναστατικό πρόγραμμα, κανένα επαναστατικό κόμμα, καμία επαναστατική τακτική. Χρειάζονται μεταρρυθμίσεις, και μόνο μεταρρυθμίσεις. Δε χρειάζεται επαναστατική σοσιαλδημοκρατία. Χρειάζεται ένα κόμμα δημοκρατικών και σοσιαλιστικών μεταρρυθμίσεων... Ποιο είναι το βασικό λάθος όλων αυτών των οπορτουνιστικών συλλογισμών; Οτι στους συλλογισμούς αυτούς αντικαθίστανται ουσιαστικά η σοσιαλιστική θεωρία της ταξικής πάλης, σαν μοναδικού πραγματικού κινητήρα της ιστορίας, με την αστική θεωρία της «αλληλεγγύης», της «κοινωνικής προόδου»[4].
Ο λόγος ύπαρξης των οπορτουνιστικών κομμάτων, η ιστορική τους αποστολή ήταν και είναι η απονεύρωση, η εξαφάνιση -αν είναι δυνατόν- η σπίλωση των επαναστατικών κομμάτων σπέρνοντας σύγχυση και αβεβαιότητα και κρατώντας τη γνώση μακριά από τα λαϊκά στρώματα για να εκμεταλλευτούν ξεδιάντροπα την καλλιεργημένη άγνοια. Η άγνοια και η σύγχυση αντανακλώνται έπειτα στα εκλογικά αποτελέσματα. Δεν έχει σημασία αν τα μικρά οπορτουνιστικά κόμματα παραμένουν μικρά, αν ίσως δεν περνούν καν το κατώφλι του αστικού κοινοβουλίου με νόμους, που τα ίδια ψήφισαν. Τους καρπούς της σύγχυσης και της απάτης τους εισπράττουν τα μεγάλα κόμματα του καπιταλιστικού κατεστημένου και αυτός είναι επίσης ένας λόγος ύπαρξης σχηματισμών σαν του ΣΥΝ και εκάστοτε συνοδοιπόρων. Ετσι τα μεγάλα αστικά κόμματα δε χρειάζεται να λερώσουν το στόμα τους με ιδιαίτερες αντικομμουνιστικές εκφάνσεις. Μια ιδιαίτερη αντικομμουνιστική ψυχολογία ωστόσο παρατηρείται πάντα στους λεγόμενους «πρώην» κομμουνιστές ηγέτες όλων των εποχών, η οποία εξηγείται από την ανάγκη τους να δικαιολογήσουν στους παλαιούς συντρόφους τα βήματά τους, την αποστράτευσή τους από την επαναστατική ιδεολογία, αλλά ταυτόχρονα να «αποδείξουν» στα καινούργια αφεντικά ότι δεν έχουν πάνω τους το παραμικρό ψεγάδι κομμουνιστικής ιδεολογίας.
«Με ολοφάνερα σοφίσματα», θα πει ο Λένιν με αφορμή τα παραδείγματα της εποχής Κάουτσκι-Πλεχάνοφ, «ξεριζώνουν την επαναστατική ζωντανή ψυχή του μαρξισμού, αναγνωρίζουν στο μαρξισμό τα πάντα, εκτός από τα επαναστατικά μέσα πάλης, το κήρυγμα και την προετοιμασία τους, τη διαπαιδαγώγηση των μαζών ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση»[5].
Ο Λένιν μιλάει πολύ για τους πανταχού συγκαλυμμένους και ανοιχτούς υπηρέτες του ιμπεριαλισμού και της διατήρησης των καπιταλιστικών οικονομικών βάσεών του. Ο σύγχρονος και επίκαιρος χαρακτήρας των αναλύσεων του Λένιν τους ξεσκεπάζει, τους αποκαλύπτει και γι’ αυτό συνιστούν πονηρά στο λαό να μην κοιτάξει τα κείμενά του γνήσιου ηγέτη του προλεταριάτου, γιατί έτσι θα βρει την αλήθεια για τη θέση του στην κοινωνία, και κυρίως για το ποιόν των υποτιθέμενων φίλων του λαού. Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή «δημοκρατία» συνιστά την καταδίκη της κομμουνιστικής ιδεολογίας σαν το ίδιο εγκληματική με τη φασιστική, της οποίας η κομμουνιστική ήταν ο μόνος πραγματικός εχθρός. Η «ιδεολογική υποχώρηση και περιχαράκωση» που διαδίδεται, ότι πάσχει απ’ αυτή η κομμουνιστική αριστερά, είναι το κουσούρι εκείνων που φροντίζουν για τη διάδοση. Οσο υποχωρούν και περιχαρακώνονται ιστορικά, τόσο κατηγορούν τις επαναστατικές δυνάμεις της διεξόδου από τη μιζέρια γι’ αυτό που οι ίδιοι κάνουν.