Για το 2000 οι συνολικές δαπάνες για την υγεία στη χώρα μας έφθασαν στα 3,7 τρις δρχ. ή το 9,1% του ΑΕΠ. Το 5,2% ήταν δημόσιες δαπάνες και το 3,9% ιδιωτικές, δηλαδή οι δημόσιες δαπάνες αποτελούσαν το 57% των συνολικών δαπανών. Ενώ το 1989, οι δημόσιες δαπάνες ήταν το 63% των συνολικών δαπανών υγείας[2]. Υπάρχει διαχρονική αύξηση των ιδιωτικών δαπανών υγείας, έτσι που σε σημαντικό βαθμό να κλείνει η ψαλίδα ανάμεσα στις δημόσιες και στις ιδιωτικές δαπάνες. Οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας το διάστημα 1998-2000 αυξάνονταν κάθε χρόνο κατά 1,2%, ενώ το ίδιο διάστημα οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν κατά 0,5%.[3]
Πρέπει να επισημάνουμε ότι και οι λεγόμενες κοινωνικές δαπάνες, είτε προέρχονται από ασφαλιστικά ταμεία, δημόσια και μη, είτε από δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, αποτελούν προϊόν της εργασίας της εργατικής τάξης και των άλλων εργαζόμενων στρωμάτων.
Σε σχετική έρευνα της ΕΣ.Υ.Ε. (1998-1999) εμφανίζεται ότι τα ποσά που πληρώνουν τα νοικοκυριά απευθείας για επισκέψεις σε γιατρούς, διαγνωστικές εξετάσεις, οδοντιατρικές επισκέψεις, αποκλειστικές νοσοκόμες, φάρμακα χωρίς συνταγή, υπολογίζονται στο 41% των συνολικών δαπανών υγείας και ανέρχονται στα 1,3 τρις δρχ. το χρόνο. Το δείγμα της έρευνας ήταν 6.800 οικογένειες.
Αντίστοιχη έρευνα το 1992-1993 με βάση τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς έδειξε ότι οι ιδιωτικές δαπάνες δεν ξεπερνούσαν το 39,2% των συνολικών δαπανών.
Το 2001, το 56% των συνολικών δαπανών για την υγεία ήταν δημόσιες και το 44% ιδιωτικές[4].
Η χώρα κατέχει την υψηλότερη θέση στο ποσοστό ιδιωτικών δαπανών υγείας και την τελευταία θέση στις δημόσιες δαπάνες μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Το 95% των ιδιωτικών δαπανών καταβάλλονται από τους ίδιους τους εργαζόμενους και το 5% αφορά ασφαλιστικές αποζημιώσεις, σύμφωνα με στοιχεία που δόθηκαν στο 3ο συνέδριο για τα συστήματα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης του περιοδικού Economist[5]. Το 2001 η Ελλάδα δαπάνησε για την υγεία το 9,4% του ΑΕΠ.
Η κυβέρνηση με τη λειτουργία των απογευματινών εξωτερικών ιατρείων στα δημόσια νοσοκομεία επιβαρύνει ακόμα περισσότερο το λαό με τις επιπρόσθετες απευθείας δαπάνες. Το α΄ εξάμηνο της λειτουργίας του, τα νοσοκομεία του Α΄ ΠΕΣΥ Αθηνών εισέπραξαν 700 εκατ. δρχ. Η αύξηση των ιδιωτικών δαπανών σχετίζεται με τη συμμετοχή στα φάρμακα, στα πλαίσια των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, για περιορισμό των κρατικών δαπανών και επιβολή εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης. Η πληρωμή στα εξωτερικά ιατρεία, ακόμα και στα επείγοντα, είναι εφαρμογή αυτών των κατευθύνσεων.
Η λειτουργία του ιδιωτικού τομέα είναι εντελώς ανεξέλεγκτη και αδιαφανής. Επιβάλλουν στους ασθενείς υπέρογκα χρηματικά ποσά για τη νοσηλεία τους, διαμορφώνοντας με κριτήριο το κέρδος, το αντίστοιχο κόστος των ιατρικών πράξεων, εξετάσεων και των αναλωσίμων υλικών. Προσφέρουν αμφιβόλου ποιότητας υπηρεσίες. Εχουν επιλέξει μεθόδους νοσηλείας με στόχο να διασφαλίζεται μεγαλύτερο κέρδος. Μείωση του χρόνου νοσηλείας, μείωση του κόστους.
Στην κυριολεξία ξεζουμίζουν τα ασφαλιστικά ταμεία και μάλιστα το μεγαλύτερο ασφαλιστικό οργανισμό, το ΙΚΑ. Σύμφωνα με στοιχεία της διοίκησης του ΙΚΑ, το 1998 το ίδρυμα δαπάνησε για:
α) Εξετάσεις σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα 12.208.780.493 δρχ.
β) Κόστος νοσηλείας και διενέργεια εξετάσεων σε ιδιωτικές κλινικές της Αττικής, το ποσό των 3.921.814.678 δρχ.
γ) Μαγνητικές τομογραφίες 576.653.040 δρχ.
Οι αμοιβές των ιατρικών πράξεων στον ιδιωτικό τομέα είναι πανάκριβες, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες του δημόσιου τομέα.
| ΑΜΟΙΒΕΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ |
| Κατηγορία εξέτασης |
Ιδιωτικός τομέας |
Δημόσιος τομέας |
Απόκλιση % |
| Ιατρική επίσκεψη |
10.000 |
2200 |
78,00 |
| Γενική αίματος |
3.950 |
980 |
75,19 |
| Τριγλυκερίδια |
4.000 |
1.530 |
61,75 |
| P. S. A. |
23.550 |
14.280 |
39,36 |
| Ακτινογρ. Θώρακος F/P |
12.050 |
2.760 |
77,10 |
| Υπερηχ. ύπατος-παγκρέατος |
14.150 |
4.970 |
64.88 |
| Triplex καρδιάς |
31.700 |
25.000 |
21,14 |
| Μαγνητική τομογραφία |
103.000 |
80.740 |
21,61 |
| Αξονική τομογραφία |
31.900 |
24.230 |
24,04 |
(Δεδομένα 1994. Υπολογισμοί: Κυριάκος Σουλιώτης).
Πρόκειται για καθαρά πολιτική επιλογή. Σε συνδυασμό με την αύξηση των νοσηλίων στο δημόσιο τομέα, από το 1992 και μετά (από 2.840 δρχ. το νοσήλιο Γ’ θέσης πήγε στις 8.000 και στη συνέχεια στις 15.000). Το ’97 δόθηκε νέα αύξηση από το ΠΑΣΟΚ, από 29-69%. Με το ημερήσιο ενοποιημένο νοσήλιο ο κλάδος υγείας του ΙΚΑ, που ήταν πλεονασματικός και χρηματοδοτούσε τον ελλειμματικό κλάδο σύνταξης, έγινε και αυτός ελλειμματικός. Το ότι είναι ελλειμματικός οφείλεται και στο ότι χρηματοδοτεί τον κλάδο σύνταξης.
Με τις αναδιαρθρώσεις που επιταχύνονται και στο δημόσιο τομέα υγείας (λειτουργία με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, ανακοστολόγηση ιατρικών πράξεων, ανταγωνιστικότητα κλπ.) η κατάσταση θα γίνει πλέον εκρηκτική για τα ασφαλιστικά ταμεία, όπου συνολικά το κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στους νόμους της αγοράς με βαριές επιπτώσεις στην εργατική οικογένεια και όλο το λαό. Διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις εξάπλωσης της συμπληρωματικής ιδιωτικής ασφάλισης, των επαγγελματικών ασφαλιστικών ταμείων, ενίσχυσης των επενδύσεων των ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών.
Τα ιδιωτικά Θεραπευτήρια διατηρούν το μεγαλύτερο μερίδιο στο συνολικό αριθμό Θεραπευτηρίων (δημόσιων και ιδιωτικών).
Το 1993 ήταν 224 (60,9%).
Το 1994 ήταν 218 (60,2%).
Το 1996 ήταν 212 (59,6%).
Σήμερα σε όλη τη χώρα λειτουργούν 140 δημόσια Θεραπευτήρια και 195 ιδιωτικά.
Το μεγαλύτερο ποσοστό κρεβατιών όμως ανήκει στο δημόσιο τομέα. Η κατανομή, σύμφωνα με την ΕΣΥΕ, είναι η παρακάτω:
| ΕΤΟΣ |
ΣΥΝΟΛΟ |
ΚΛΙΝΕΣ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ |
ΚΛΙΝΕΣ ΣΕ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ |
ΚΛΙΝΕΣ ΣΕ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ Ν.Π.Ι.ΔΙΚ. |
| 1996 |
52.586 |
37.016 |
15.286 |
284 |
| 1997 |
52.474 |
37.047 |
15.134 |
293 |
| 1998 |
52.494 |
37.457 |
14.745 |
293 |
| 1999 |
51.404 |
36.438 |
14.673 |
293 |
Δηλαδή το 1999, το 70,9% είναι δημόσια κρεβάτια και το 28,5% ιδιωτικά.
Πρέπει να πάρουμε υπόψη μας ότι τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας προκύπτουν από τους οργανισμούς των νοσοκομείων που σε πολλές περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα, αφού φρόντιζαν οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ να μην αναπτυχθούν όλα τα κρεβάτια που τυπικά καταγράφονται στα χαρτιά.
Το 1999 το 44,9% του συνολικού αριθμού των δημοσίων κρεβατιών βρίσκονταν στην πρωτεύουσα και το 22,5% στη Μακεδονία. Σήμερα στο λεκανοπέδιο τα δημόσια κρεβάτια μειώθηκαν κατά 1.000.
Αντίστοιχα τα ιδιωτικά κρεβάτια κατανέμονται το 53,6% στην Αθήνα και το 23,3% στη Μακεδονία.
Οι επενδύσεις των επιχειρηματιών σε νοσοκομειακά κρεβάτια που η πληρότητά τους εξασφαλίζει και το κέρδος προϋποθέτουν τη μείωση των δημοσίων κρεβατιών και την παραπομπή «πελατών» από τα ασφαλιστικά ταμεία. Αυτό υπηρετούν και δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών για την ανάγκη μείωσης των δημοσίων κρεβατιών και την ενοποίηση των κλάδων υγείας των Ασφαλιστικών Ταμείων σε ενιαίο μηχανισμό, που θα διοχετεύει με όρους ανταγωνισμού και αγοράς ασθενείς στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα περίθαλψης.
Η πολιτική των συγχωνεύσεων και καταργήσεων νοσοκομειακών κλινικών, η αλλαγή του ρόλου νοσοκομείων ή και το κλείσιμο ακόμα, όπως του Αγ. Παύλου στη Φράγκων στη Θεσσαλονίκη, υπηρετεί τους προφανείς πόθους των επιχειρηματιών.
Οσον αφορά στην απασχόληση στα ιδιωτικά νοσηλευτήρια, σημειώνουμε ότι οι 27 μεγαλύτερες ιδιωτικές κλινικές (50-878 εργαζόμενοι) απασχολούν 5.000 άτομα προσωπικό[6]. Ενδεικτικά αναφέρονται από πλευράς προσωπικού τα εξής ιδιωτικά νοσηλευτήρια, σύμφωνα με στοιχεία του 1999.
| Θεραπευτήρια |
Αριθμός εργαζομένων |
| ΙΑΤΡΙΚΟ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε. |
1.145 |
| ΙΑΣΩ Α.Ε. |
680 |
| ΥΓΕΙΑ Α.Ε. |
940 |
| ΕΥΡΩΚΛΙΝΙΚΗ |
320 |
| ΙΑΤΡΙΚΟ ΠΑΛΑΙΟΥ ΦΑΛΗΡΟΥ |
220 |
| ΜΗΤΕΡΑ |
680 |
Τα διαγνωστικά κέντρα -πάνω από 400 σήμερα- την περίοδο ‘85/’91 παρουσίασαν ρυθμό αύξησης 26%. Σε σύνολο 40 διαγνωστικών κέντρων απασχολούνται 1.526 άτομα.
Οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες έφθασαν τις 107 το ‘99, με 9.752 προσωπικό και με καθαρά κέρδη 123.510.424 εκατ. δρχ.
Η πορεία ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα φαίνεται και από τα διαθέσιμα στοιχεία που αφορούν το μέγεθος της εγχώριας αγοράς[7], τις συνολικές πωλήσεις και τα κέρδη του.
Το μέγεθος της εγχώριας αγοράς, μη συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών των γιατρών, παρουσιάζει συνεχή αυξητική πορεία. Π.χ. το 2001 ανήλθε στα 833.500 χιλ. ευρώ, ενώ το 1997 ήταν 506.000 χιλ. ευρώ, δηλαδή ετήσιος ρυθμός αύξησης 13,3%.
Οσον αφορά στο μερίδιο των διαφόρων κλάδων σημειώνουμε ότι οι ιδιωτικές κλινικές αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μερίδιο, ποσοστό 54,7% το 2001, επί του συνόλου της αγοράς του ιδιωτικού τομέα. Την περίοδο 1997-2001, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του μεγέθους της αγοράς των ιδιωτικών κλινικών ήταν 14,5%.
Ακολουθούν οι γυναικολογικές κλινικές και τα ιδιωτικά μαιευτήρια, αντιπροσωπεύοντας το 2001 το 18,0% επί του συνόλου της αγοράς, με ετήσιο ρυθμό αύξησης 14,7% για την ίδια χρονική περίοδο.
Τα διαγνωστικά κέντρα αντιπροσωπεύουν το 27,3% της συνολικής αγοράς, σημειώνοντας για την ίδια χρονική περίοδο, ρυθμό αύξησης 10,3%.
Το μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς στο χώρο των ιδιωτικών κλινικών το 2001 κατέχουν το Ιατρικό Αθηνών και το Θεραπευτήριο «Υγεία». Ανάμεσα στις μαιευτικές κλινικές κυριαρχούν το «ΙΑΣΩ» και το «ΜΗΤΕΡΑ», ενώ στα διαγνωστικά κέντρα ξεχωριστή θέση κατέχουν η ΒΙΟΪΑΤΡΙΚΗ και η EYROMEDICA.
Οι πωλήσεις ακολουθούν αυξητική πορεία.
Το 2000 η αύξηση ήταν 13,7% σε σχέση με το 1999 και το 2001 ήταν 22,7%, συγκριτικά με το 2000.
Συγκεκριμένα, σαν ποσά, αναφέρονται:
1999 314.574.060 ευρώ
2000 357.767.819 ευρώ
2001 439.147.647 ευρώ
Από τους δημοσιευμένους ισολογισμούς προκύπτει ότι 20 κλινικές και διαγνωστικά κέντρα μοιράζονται το 80% σχεδόν των εσόδων και των κερδών των κλάδων (Ιατρικό Αθηνών, Euromedica, «Υγεία», «ΙΑΣΩ», «ΜΗΤΕΡΑ», Βιοϊατρική, Ευρωκλινική Αθηνών, «Αγιος Λουκάς», «Περσεύς», Κεντρική Κλινική Αθηνών).
Προκύπτει επίσης ότι το 2002 190 ιατρικά και διαγνωστικά κέντρα αύξησαν τον κύκλο εργασιών τους κατά 16%, φτάνοντας στα 802 εκατ. ευρώ.
Τα καθαρά κέρδη των 20 μεγαλύτερων επιχειρήσεων το 2002 έφτασαν τα 71,5 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 70% των συνολικών κερδών των κλάδων[8].