1. Οι αναδιαρθρώσεις, η όξυνση των αντιθέσεων και η πολιτική διαχείρισής τους.
Οι ελληνικές κυβερνήσεις, τόσο του ΠΑΣΟΚ όσο και της ΝΔ, συμμετείχαν ενεργά στην επεξεργασία και στη λήψη των αποφάσεων στην ΕΕ. Είναι δεσμευμένες με αυτές και στοχοπροσηλωμένες στην υλοποίηση της πολιτικής απελευθέρωσης των αερομεταφορών.
Προχώρησαν στην κατάργηση της κρατικής μονοπωλιακής αξιοποίησης των εσωτερικών αερογραμμών και στην απελευθέρωση της εκμετάλλευσής τους. Στα πλαίσια αυτά και στο όνομα της εξυπηρέτησης του εισερχόμενου τουρισμού προχώρησαν στην αδειοδότηση δεκάδων ιδιωτικών αεροπορικών επιχειρήσεων. Οι 20 από αυτές έκλεισαν τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας τους, αφήνοντας πίσω τους σημαντικά χρέη προς το ελληνικό δημόσιο, τα οποία θα κληθούν να πληρώσουν οι Ελληνες εργαζόμενοι. Σύμφωνα μάλιστα με στοιχεία της Αεροπορικής Ακαδημίας της Ελλάδας, μία στις τρεις αεροπορικές εταιρίες είχε διάρκεια λειτουργίας μέχρι τρία χρόνια.
Για να διευκολυνθεί ο ανταγωνισμός στις αερομεταφορές, η είσοδος νέων αεροπορικών εταιριών και η ιδιωτικοποίηση της ΟΑ, ξεκίνησαν τα προγράμματα «εξυγίανσης» και συρρίκνωσης της ΟΑ το 1996, ενώ ο άμεσα ανταγωνιστής της, η Aegean, άρχισε να παίρνει «σάρκα και οστά» το 2000. Σε αυτή την πορεία συρρικνώθηκε το μερίδιο αγοράς που κατείχε και ως συνέπεια του εσωτερικού ανταγωνισμού με τις νέες ιδιωτικές αερομεταφορικές εταιρίες και στο διεθνή με τις μεγάλες ξένες. Ομως οι απόπειρες πώλησής της, με τα διάφορα «προγράμματα εξυγίανσής» της επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ, απέβησαν άκαρπες.
Το 1996 η ΟΑ και οι θυγατρικές της είχαν ένα στόλο 51 αεροσκαφών, το 2005 οι Ολυμπιακές Αερογραμμές διαθέτουν 40 αεροσκάφη, μείωση 22%. Μειώθηκαν ή και καταργήθηκαν υπερπόντιες αεροπορικές γραμμές με ΗΠΑ, Αυστραλία κ.α. Το 1996 εξυπηρετούσαν αεροπορικά 80 προορισμούς (35 στην Ελλάδα, 27 στην Ευρώπη και 18 σε άλλες ηπείρους). Το 2004 εξυπηρετούσαν αεροπορικά 67 προορισμούς (35 στην Ελλάδα, 22 στην Ευρώπη και μόνο 10 σε άλλες Ηπείρους). Δηλαδή μειώθηκαν οι προορισμοί της ΟΑ, ιδιαίτερα οι εκτός Ευρώπης. Αποτέλεσμα αυτών ήταν και η μείωση των επιβατών από 6,4 εκατ. επιβάτες το 1996 σε 5,8 εκατ. το 2005.
Μειώθηκαν οι εργαζόμενοι κατά 40%. Το 1997 απασχολούσε 8.208 εργαζόμενους, ενώ το 2002, πριν διαχωριστεί ο όμιλος, απασχολούσε 5.027 εργαζόμενους.
Στις εγχώριες πτήσεις το μεγαλύτερο μερίδιο από την απώλεια της ΟΑ κέρδισε η ιδιωτικού κεφαλαίου εταιρία Aegean, η οποία διακινεί περίπου το 50% των επιβατών στις εσωτερικές πτήσεις. Το 2005 η Aegeanμετέφερε συνολικά 4 εκατ. επιβάτες, ενώ το 2000 είχε μεταφέρει 1,6 εκατ. επιβάτες. Διαθέτει στόλο 18 αεροσκαφών και εξυπηρετεί 30 συνολικά προορισμούς (15 στην Ελλάδα και 15 στην Ευρώπη). Από το Νοέμβριο του 2005 έχει προχωρήσει σε συνεργασία με τη γερμανική Lufthansaσε πτήσεις προς και από τη Γερμανία.
Για να διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση της ΟΑ τεμαχίστηκε η καθετοποιημένη δομή του Ομίλου. Ιδιωτικοποιήθηκε η OlympicCetering. Το 1998 δημιουργήθηκε η κοινοπραξία της Ολυμπιακής Εταιρίας Καυσίμων, η οποία ανέλαβε την κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία του συστήματος εφοδιασμού καυσίμων του ΔΑΑ. Στην κοινοπραξία εκτός της ΟΑ συμμετέχουν: Η MotorOil, η AvinOil, η βελγική BFSCκαι η γερμανική HansaConsult.
Το 2003 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ διέσπασε τις δραστηριότητες του ομίλου: Δημιούργησε τις Ολυμπιακές Αερογραμμές, στις οποίες εντάχθηκαν οι κύριες πτήσεις της ΟΑ, την Ολυμπιακή Αεροπλοΐα και τις Μακεδονικές Γραμμές. Η νέα εταιρία «Ολυμπιακές Αερογραμμές» απαλλάχτηκε από τα παλιά χρέη, απέκτησε νέο κανονισμό εργασίας που περιόριζε τα εργατικά δικαιώματα και κατακτήσεις, και εξασφάλιζε καλύτερες οικονομικές συνθήκες για πώλησή της. Στην παλιά ΟΑ εκτός από τα χρέη παρέμειναν και οι υπόλοιπες λειτουργίες. Στους κατά καιρούς σχεδιασμούς των κυβερνήσεων περιλαμβάνονται διαθέσεις ιδιωτικοποίησης κάποιων τομέων του ομίλου, όπως της επίγειας εξυπηρέτησης, της οποίας το μερίδιο ανέρχεται στο 70% του συνολικού έργου και εξυπηρετεί 33 αεροδρόμια, του συστήματος ηλεκτρονικής κράτησης Gallileo και της Τεχνικής βάσης.
Το 2005 η κυβέρνηση της ΝΔ ίδρυσε μια νέα αεροπορική εταιρία, την PantheonAirlines, που θα αντικαθιστούσε τις Ολυμπιακές Αερογραμμές, στο μετοχικό κεφάλαιο της οποίας θα συμμετείχαν και ιδιωτικά κεφάλαια. Μια εταιρία που παραμένει ανενεργή, αν και το επιχειρησιακό της σχέδιο προέβλεπε έναρξη των πτήσεων στις 26 Οκτωβρίου του 2006.
Οι επιδοτήσεις που πήρε η ΟΑ στο διάστημα της «απελευθέρωσης» κρίθηκαν παράνομες από το Ευρωδικαστήριο, το οποίο επέβαλε την επιστροφή 540 εκατ. ευρώ στο ελληνικό δημόσιο το διάστημα 2002-2004, ενώ εκκρεμεί η απόφασή του για την επιστροφή 161 εκ. ευρώ για το διάστημα 1998-2002. Η Κομισιόν σε αυτή τη φάση αρνείται τη διαδικασία συμψηφισμού της απόφασης του Ευρωδικαστηρίου με την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, το οποίο επιδίκασε ποσό ύψους 580 εκ. ευρώ ως χρέος του ελληνικού δημοσίου προς την ΟΑ. Αυτή η αντιπαράθεση αποτελεί έκφραση των αντιθέσεων και του ανταγωνισμού στον κλάδο των αερομεταφορών σε ευρωενωσιακό επίπεδο, όπου το ελληνικό κράτος έχει χαμηλή διαπραγματευτική δύναμη.
Αλλες εξελίξεις αφορούν:
i. Την τεχνική συμφωνία με την Τουρκία για τους διεθνείς αεροδιαδρόμους στο Αιγαίο, που υπέγραψε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το Δεκέμβριο του 2003, στα πλαίσια του «Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού». Με βάση αυτή τη συμφωνία καταργούνται συγκεκριμένοι αεροδιάδρομοι, όπως αυτός που διέρχεται από τη Λήμνο, αφήνοντας έτσι ελεύθερο το πεδίο για τη δράση της Τουρκικής πολεμικής αεροπορίας. Η τουρκική πλευρά, αξιοποιώντας τα διάφορα τραγικά περιστατικά, προβάλλει απαιτήσεις για συνδιαχείριση σε θέματα έρευνας και διάσωσης του Αιγαίου.
ii. Την προετοιμασία Προεδρικού Διατάγματος (Π.Δ.) για την ίδρυση Ανεξάρτητης Εθνικής Εποπτικής Αρχής Αεροναυτιλίας με βάση τις ευρωενωσιακές οδηγίες, αφαιρώντας από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) τις αρμοδιότητες εποπτείας και ελέγχου.
iii. Την προοπτική ιδιωτικοποίησης λειτουργιών της ΥΠΑ. Ηδη επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ έχει εκχωρηθεί για 29 χρόνια στην εταιρία «Αίολος» η εκμετάλλευση των τελών υπερπτήσης και διαδρομής.
iv. Τη δημιουργία, με πρόσφατο νόμο, Αρχής Συντονισμού Πτήσεων, η οποία θα είναι αρμόδια -σύμφωνα και με σχετικές κοινοτικές οδηγίες- για την κατανομή του διαθέσιμου χρόνου πτήσης (Slots) στα αεροδρόμια της χώρας. Μια λειτουργία που από το 1980 είχε ανατεθεί από την ΥΠΑ στην ΟΑ. Και αυτή η διαδικασία εξυπηρετεί τα αιτήματα επιχειρηματικών κύκλων για εμπορευματοποίηση και πλειστηριασμό των Slots σε ετήσια βάση, διαδικασία που ουσιαστικά δρα προς όφελος των μεγάλων αερομεταφορικών εταιριών.
Η πολιτική αυτή, εκτός από τις προαναφερόμενες αρνητικές επιπτώσεις εξαιτίας της εντατικοποίησης και της συμπίεσης της τιμής της εργατικής δύναμης, στους εργαζόμενους και στην ασφάλεια των πτήσεων, δημιουργεί προβλήματα στην αεροπορική σύνδεση με τις απομονωμένες και «εμπορικά άγονες» περιοχές και νησιά της χώρας μας, από τη στιγμή που κίνητρο για την όποια αεροπορική σύνδεση δεν είναι η ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών, αλλά η εξυπηρέτηση της κερδοφορίας των αεροπορικών εταιριών.
Το ΠΑΣΟΚ, ανεξάρτητα από τις προπαγανδιστικές αντιπολιτευτικές αιχμές του απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ, παραμένει σταθερά προσηλωμένο στην εξυπηρέτηση της ευρωενωσιακής πολιτικής της απελευθέρωσης, εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης του τομέα των αερομεταφορών. Αυτό άλλωστε ξεκάθαρα προτείνεται από τις πρόσφατες παρεμβάσεις του, όπως η ερώτηση 17 βουλευτών του, με την οποία εγκαλούν την κυβέρνηση γιατί δεν προχωράει στην υλοποίηση της σύμβασης που είχε υπογράψει με τη γερμανική κοινοπραξία ITCS για να αναλάβει τον έλεγχο ασφαλείας των αποσκευών σε έξι αεροδρόμια. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η πρόσφατη επερώτηση του ΠΑΣΟΚ για την ΟΑ, με την οποία επαίρεται ότι είχε δημιουργήσει μια ανταγωνιστική εταιρία, χωρίς χρέη, με νέο εργασιακό κανονισμό, ελκυστική για το ιδιωτικό κεφάλαιο, δηλαδή τις Ολυμπιακές Αερογραμμές.
Στο νέο του Πρόγραμμα, στο όνομα των «συγκεκριμένων νέων συνθηκών», το ΠΑΣΟΚ αποδέχεται την πολιτική της απελευθέρωσης των αερομεταφορών, τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Εναέριο Χώρο και τον ανταγωνισμό στις αερομεταφορές. Στα πλαίσια αυτά για την ΟΑ προτείνει την ανασυγκρότησή της μέσα από την καθιέρωση ενός αποτελεσματικού μάνατζμεντ, την ανάληψη μεγαλύτερης συμμετοχής και ευθύνης από το προσωπικό της (δηλαδή την επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών) και την ιδιωτικοποίησή της μέσα από τη στρατηγική συνεργασία με διεθνή αερομεταφορική εταιρία.
Ο ΣΥΝ, εξαιτίας του ευρωενωσιακού προσανατολισμού του, αποδέχτηκε επί της ουσίας την απελευθέρωση της αγοράς των μεταφορών μέσω της Συνθήκης του Μάαστριχτ, δεν αντιτάχθηκε στην πολιτική του «Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού». Οι θέσεις του για την ΟΑ παρουσιάζουν μια διαρκή μετάλλαξη, από την πολυμετοχική εταιρία, η οποία θα λειτουργεί με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια, στο σύγχρονο ανταγωνιστικό εθνικό αερομεταφορέα ενταγμένο σε διεθνείς συμμαχίες (στις οποίες θα συμμετείχαν μεγάλοι μονοπωλιακοί αεροπορικοί όμιλοι), μέχρι την (όχι αποκλειστικά) δημόσια και ενιαία ΟΑ και του ομίλου της, με πολύπλευρες συμμαχίες σε διάφορους τομείς με άλλους εταίρους (ποιους άραγε;) σε ισότιμη και επωφελή βάση!
Η πολιτική του, ουσιαστικά συμβιβασμού και συναίνεσης με τις στρατηγικές επιλογές της ΕΕ, δεν μπορεί να εκφράσει τις ανάγκες ενός κεντρικού σχεδίου ανάπτυξης των αερομεταφορών σε συνδυασμό με τις άλλες μορφές των μεταφορικών μέσων, με στόχο τη γρήγορη, φτηνή και ασφαλή μετακίνηση πρώτ’ απ’ όλα των ανθρώπων. Μένει εγκλωβισμένος στο στόχο και τις αντιφάσεις ενός αναβαθμισμένου διαμετακομιστικού ρόλου της Ελλάδας στα πλαίσια της ΕΕ, της διασύνδεσής της με την Ασία και τη ΒΑ Αφρική και της ύπαρξης μιας δημόσιας ΟΑ, η οποία θα ανταγωνίζεται με επιτυχία τις άλλες εγχώριες και ξένες εταιρίες. Ο αναβαθμισμένος διαμετακομιστικός ρόλος της χώρας είναι μια επιλογή, η οποία ικανοποιεί σήμερα τις ανάγκες του κεφαλαίου για ελευθερία κίνησης και εκμετάλλευσης αγορών και δεν εξυπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες, ενώ βιώσιμη επιχείρηση στα πλαίσια του καπιταλισμού σημαίνει καπιταλιστική κερδοφορία.
2. Η εξέλιξη στις υποδομές
Στις νέες συνθήκες της προώθησης του «Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού» οι αστικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα έπρεπενα αντιμετωπίσουν την υστέρηση και ανεπάρκεια των υποδομών στις αερομεταφορές με στόχο την ανάδειξη της Ελλάδας σε κόμβο αερομεταφορών σε περιφερειακό επίπεδο. Με βάση τις παραπάνω επιδιώξεις προώθησαν και προωθούν:
Βασικό βήμα ήταν η δημιουργία του Νέου Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών (ΔΑΑ) στα Σπάτα, του οποίου η εκμετάλλευση παραχωρήθηκε στη Hochtief για 30 χρόνια. Κατασκευάστηκε με τη σύμπραξη άμεσα ή έμμεσα (τραπεζικά δάνεια με εγγύηση του δημοσίου) κρατικών και ιδιωτικών κεφαλαίων. Στη γερμανική εταιρία, που συμμετείχε μόνο με το 8% στα κεφάλαια που διατέθηκαν, της παραχωρήθηκε η εκμετάλλευση, με ρήτρα εγγυημένης διασφάλισης του επιπέδου των εσόδων, από το ελληνικό κράτος.
Για ν’ αποτελέσει το αεροδρόμιο στα Σπάτα κόμβο συνδυασμένων μεταφορών στα πλαίσια των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών, προωθήθηκε η οδική σύνδεσή του με την ΠΑΘΕ μέσω της Αττικής Οδού, η σιδηροδρομική σύνδεσή του μέσω του Προαστιακού και η σύνδεσή του με τις θαλάσσιες μεταφορές, μέσω της σιδηροδρομικής σύνδεσης με το Λιμάνι του Ικονίου.
Η κυβέρνηση της ΝΔ προχωρά στη δημιουργία νέου ιδιωτικού αεροδρομίου (μέσω ΣΔΙΤ) στην περιοχή Καστέλι του Νομού Ηρακλείου, με επιδίωξη να καταστεί κέντρο των αερομεταφορών της Ανατολικής Μεσογείου.
Στην Ελλάδα υπάρχουν ακόμη 43 πολιτικά αεροδρόμια. Από αυτά τα 14 είναι κρατικά αεροδρόμια διεθνών αεροπορικών συνδέσεων, τα 25 κρατικά αεροδρόμια εσωτερικών αεροπορικών συνδέσεων και 4 δημοτικά αεροδρόμια. Αριθμός υπερβολικά μεγάλος για τα πληθυσμιακά και εδαφικά δεδομένα της Ελλάδας, που -εν μέρει- μπορεί να δικαιολογηθεί η ύπαρξη αεροδρομίων σε μικρά και απομακρυσμένα νησιά. Για τα αεροδρόμια με τη μεγαλύτερη επιβατική κίνηση σχεδιάζεται η παραχώρηση της εκμετάλλευσής τους στο ιδιωτικό κεφάλαιο.
3. Η εξέλιξη στις αεροπορικές μετακινήσεις
Μεγάλο βαθμό συγκέντρωσης παρουσιάζει η επιβατική κίνηση στο σύνολο των αεροδρομίων. Με βάση τα κριτήρια της ΕΕ η κατάταξη μεγέθους για τα ελληνικά αεροδρόμια παρουσιάζει την εξής εικόνα: Ενα αεροδρόμιο εντάσσεται στην κατηγορία «Α» (με αριθμό εξυπηρετούμενων επιβατών πάνω από 10 εκατομμύρια), το ΔΑΑ «Ελευθέριος Βενιζέλος», το οποίο συγκεντρώνει το 36% της συνολικής επιβατικής κίνησης. Κανένα αεροδρόμιο στην κατηγορία «Β» (από 5 έως 10 εκατ. επιβάτες), επτά αεροδρόμια στην κατηγορία «C» (από 1 έως 5 εκατ. επιβάτες), τα οποία συγκεντρώνουν το 51,3% της επιβατικής κίνησης και τριάντα αεροδρόμια κατηγορίας «D» (με λιγότερους από 1 εκατ. επιβάτες), τα οποία εξυπηρετούν το 12,5% της συνολικής επιβατικής κίνησης.
Το 2004 έγιναν συνολικά 419.851 αφίξεις και αναχωρήσεις αεροσκαφών για το σύνολο των ελληνικών αεροδρομίων. Από αυτές οι 212.216 αφορούσαν πτήσεις του εσωτερικού, το 50,5% και από τις πτήσεις εξωτερικού οι 103.872, το 24,3%, αφορούσαν τακτικές πτήσεις εξωτερικού και οι 103.763, το 24, 7%, αφορούσαν έκτακτες πτήσεις εξωτερικού (Πίνακας 8).