Η πολιτική των συμμαχιών αποτελεί βασικό συστατικό της πολιτικής κάθε κόμματος, ένα από τα πιο ισχυρά όπλα στην ταξική πάλη. Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε μια συνοπτική έκθεση των θέσεων και της πρακτικής των κομμάτων στο ζήτημα αυτό.
Η πολιτική των συμμαχιών κάθε κόμματος προκύπτει από τη στρατηγική του, η οποία καλείται να υπηρετήσει τα ταξικά συμφέροντα που εκφράζει το συγκεκριμένο κόμμα. Φυσικά εδώ, όπως και σε κάθε άλλον τομέα, το τι πραγματικά κάνει κάθε πολιτική δύναμη μετράει περισσότερο από το τι υποστηρίζει ότι θέλει να κάνει, παρά το ό,τι προγράμματα και θέσεις αποκαλύπτουν, αρκεί κανείς να τα διαβάζει υπό το φως της ταξικής ανάλυσης. Να μη μπερδεύεται π.χ. με τις γενικόλογες αναφορές σε «συντήρηση - πρόοδο», «δεξιά - αριστερά», «εκσυγχρονισμός - οπισθοδρόμηση», «κατάργηση διαχωριστικών γραμμών» κ.ο.κ., που χρησιμοποιούνται κατά κόρον και όχι μόνο δεν αποτελούν αξιόπιστα αναλυτικά εργαλεία αλλά, αντίθετα, αποτελεσματικά όργανα συσκότισης της αντικειμενικής πραγματικότητας.
Στα βασικά ντοκουμέντα του ΚΚΕ καταγράφεται με σαφήνεια το πώς αντιμετωπίζει την ανάγκη να υπηρετείται με την πολιτική των συσπειρώσεων και συνεργασιών, με την εφαρμογή της στην καθημερινή δουλιά, δηλαδή με τη δράση για την οικοδόμηση του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Δημοκρατικού Μετώπου, ο στρατηγικός στόχος του, ο σοσιαλισμός. Σκοπός και μέσα σε άμεση αλληλεξάρτηση, ώστε να βαδίζει στον ίδιο δρόμο η τακτική με τη στρατηγική.
Τόσο το 15ο Συνέδριο του ΚΚΕ, που καθόρισε τη στρατηγική στόχευση του Κόμματος, τη σοσιαλιστική επανάσταση και την εγκαθίδρυση της εξουσίας της εργατικής τάξης σε συμμαχία με τα άλλα καταπιεζόμενα στρώματα, όσο και το 16ο Συνέδριο έθεσαν τα εξής θεμελιακά ζητήματα: «...δύο είναι οι δρόμοι που ανοίγονται μπροστά στη χώρα και στο λαό: Ο δρόμος της προσαρμογής, της ενσωμάτωσης στην ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων. Δηλαδή ο δρόμος, με τη μια ή την άλλη μορφή, της μεγαλύτερης και πιο ληστρικής εκμετάλλευσης των εργαζομένων από τη μια μεριά, και από την άλλη ο δρόμος της αντίστασης και της ρήξης με αυτή την πολιτική. Ο δρόμος της συγκρότησης του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού δημοκρατικού Μετώπου πάλης, που υπηρετεί τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των πλατιών λαϊκών στρωμάτων της πόλης και του χωριού, της πλειοψηφίας του λαού»[1]. «Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό δημοκρατικό Μέτωπο βασίζεται στην κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων, στο κοινό τους συμφέρον να εναντιωθούν, πέρα από τις διαφορές τους, και να παλέψουν κατά του κοινού αντιπάλου τους, των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού. Βασίζεται στη διαλεκτική σχέση και αλληλεπίδραση των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών»[2]. «Για να ανέβει η ικανότητα σύνδεσης της τακτικής με τη στρατηγική μας στην καθημερινή δράση ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ το Κόμμα να θέτει στην εργατική τάξη την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας με όλες τις εκφράσεις που παίρνει. Να αντιπαραθέτουμε στη νεοφιλελεύθερη επίθεση, στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις, ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα στόχων και διεκδικήσεων που να εκφράζουν τις σύγχρονες ανεβασμένες ανάγκες των εργαζομένων με βάση τις υλικές δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα, τη συσσώρευση του πλούτου και τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνικής»[3].
Πρόσφατα η ΚΕ, με την απόφασή της για «την πολιτική συσπείρωσης και συνεργασίας του ΚΚΕ», υπογράμμισε και τις εξής πλευρές: «Να καταδείξουμε, γιατί έξω από την αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή συσπείρωση δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά η ενσωμάτωση, η αδράνεια και η παθητικότητα, η όξυνση των προβλημάτων. Απαντάμε επίσης σε εκείνους που θέτουν ζήτημα κοινής δράσης με τη μορφή της «ενότητας της Αριστεράς». Την ίδια ώρα κρύβουν τις πραγματικές απόψεις τους ως προς την κυρίαρχη πολιτική και δεν έχουν πρόταση σε αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση. Δείχνουμε γιατί τα οξυμένα προβλήματα του λαού δεν μπορούν να βρουν ουσιαστική λύση, αν η συμμαχία δεν απαντά και στο θέμα ποια εξουσία, ποια οικονομία, ποιες κοινωνικοπολιτικές προϋποθέσεις απαιτούνται».
Η έτσι επεξεργασμένη πολιτική του ΚΚΕ στηρίζεται γερά στην πραγματικότητα των διεθνών και εσωτερικών εξελίξεων του καπιταλισμού. Και απαιτεί τρομακτική απόσπαση από την πραγματικότητα ή συγκάλυψή της για να μη δει κανείς ότι:
Επιταχύνεται η εφαρμογή των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, σημειώνεται νέο επίπεδο συγκεντροποίησης και μεγέθυνσης των μονοπωλίων, νέα αύξηση της σχετικής και απόλυτης φτώχειας των εργατικών λαϊκών στρωμάτων. Η Ελλάδα βρίσκεται σε τέτια γεωστρατηγική θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, που δέχεται με πιο οξυμένο τρόπο τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις ηγετικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της ΕΕ και τις ΗΠΑ. Παράλληλα ενισχύονται οι διεθνείς και εσωτερικοί μηχανισμοί καταστολής, περιορίζονται ακόμη περισσότερο τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, κυρίως με πρόσχημα την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Τα επόμενα χρόνια, λόγω της όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης, η κατάσταση της εργατικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων θα χειροτερέψει. Ηδη αναμένονται και άμεσες τέτιες εξελίξεις, εξαιτίας της πολεμικής επίθεσης κατά του Ιράκ, που προετοιμάζεται.
Η επίθεση των μονοπωλίων, του ιμπεριαλισμού θέτει επιτακτικά το δίλημμα που προαναφέρθηκε: Ή θα έχει ένα κόμμα πολιτικής διαχείρισης (με ποια μορφή δεν έχει σημασία) ή θα έχει πολιτική σύγκρουσης και αντεπίθεσης. Πίσω από τη γραμμή της αντιιμπεριαλιστικής αντιμονοπωλιακής συσπείρωσης υπάρχει μόνο η γραμμή της μοιρολατρικής ενσωμάτωσης.
Ας δει κανείς το πρόβλημα της ανεργίας, ως ένα παράδειγμα. Οι αποφάσεις της ΕΕ προωθούν τις «ελαστικές μορφές απασχόλησης», με ό,τι συνεπάγονται αυτές για τη ζωή της εργατικής οικογένειας (εισόδημα, συνταξιοδότηση, υγεία, ελεύθερος χρόνος κ.ά.). Ονοματίζουν, δηλαδή, ως εργασία, το μοίρασμα μιας θέσης σε δύο ή και σε τρεις ανέργους και το παρουσιάζουν στις στατιστικές ως μείωση της ανεργίας.
Πατώντας σε πραγματικές ανάγκες της εργατικής τάξης, όπως είναι η μείωση του εργάσιμου χρόνου, προωθούν μέτρα σε συνεργασία με τους «πράκτορές τους» στο εργατικό κίνημα όπως το ψευδεπίγραφο 35ωρο, το οποίο δοκιμάστηκε ήδη στη Γαλλία, προβάλλοντας το σαν πανάκεια για την αντιμετώπιση της ανεργίας. Βέβαια, η διαμόρφωση αιτημάτων με βάση την ανάγκη και δυνατότητα για μείωση του εργάσιμου χρόνου, όπως το 35ωρο, 5ήμερο, 7ωρο με αύξηση των αποδοχών, ώστε να υπάρχει ελεύθερος χρόνος για ανάπαυση, μόρφωση, ψυχαγωγία, πολιτική δραστηριότητα, δίνει ώθηση στην ταξική πάλη, βοηθά να αναπτύσσεται η συνείδηση της εργατικής τάξης, να δυναμώνει η αντίστασή της και να ωριμάζει η αντεπίθεσή της. Αλλά αυτό είναι διαφορετικό από τον ισχυρισμό ότι η μείωση του εργάσιμου χρόνου θα καταπολεμήσει την ανεργία.
Μέσω λοιπόν των ελαστικών εργασιακών σχέσεων ισχυρίζονται ότι θα πέσει η ανεργία στο μισό ποσοστό από ό,τι είναι σήμερα, στα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, και αν ακόμη η ανεργία «μειωνόταν» -για εξάλειψη δε γίνεται λόγος- με αυτό τον τρόπο, πράγμα αμφίβολο, αφού η προοπτική της ύφεσης κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική είναι, καταλαβαίνει εύκολα κανείς την έκταση εξάπλωσης της απόλυτης εξαθλίωσης που θα επέλθει μέσω της επέκτασης εφαρμογής των ελαστικών εργασιακών σχέσεων.
Την ίδια ώρα οι προϋποθέσεις που έχει διαμορφώσει η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι υπερώριμες για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και το σχεδιασμό της οικονομίας, που είναι ο μόνος δρόμος που υπάρχει για την εξάλειψη της ανεργίας, όπως και ιστορικά έχει αποδειχτεί.
Είναι σαφές, ότι δεν υπάρχει καμιά ενδιάμεση απάντηση στο θέμα της ανεργίας, πέρα από τις δύο προηγούμενες. Και η μεν πρώτη είναι απάντηση από τη σκοπιά του κεφαλαίου, ενώ η δεύτερη από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Η μεν πρώτη αποτελεί το «ρεαλισμό» εκείνο που αυξάνει τα κέρδη και εξαπλώνει τη δυστυχία, ενώ η δεύτερη ξεκινάει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με βάση τις υπάρχουσες δυνατότητες που παρέχει το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων, άρα με βάση τον ρεαλισμό. Ο οποίος ρεαλισμός, αντιμετωπίζοντας με τον παραπάνω τρόπο το πρόβλημα, ανοίγει το επόμενο «παράθυρο»: Το ζήτημα είναι αμιγώς πολιτικό. Και έχει να κάνει με τη λαϊκή εξουσία που θα διαχειριστεί τη λαϊκή οικονομία, που θα κοινωνικοποιήσει, δηλαδή, τα βασικά μέσα παραγωγής και θα τα εντάξει, ως εργαλείο, στον κεντρικό πανεθνικό σχεδιασμό άσκησης φιλολαϊκής κοινωνικοοικονομικής πολιτικής.
Το παράδειγμα, ωστόσο, της ανεργίας εντάσσεται σε ένα συνολικό πλέγμα, το οποίο καθορίζει ότι η αντιιμπεριαλιστική αντιμονοπωλιακή γραμμή συσπείρωσης είναι το έσχατο όριο, από το οποίο δεν μπορεί ούτε ρούπι να γίνει πίσω, από τις δυνάμεις που αρνούνται την ενσωμάτωση και την υποταγή. Πρόκειται για την επίθεση του ιμπεριαλισμού που αγκαλιάζει όλες τις πλευρές της ζωής των εργαζομένων: Πόλεμοι, χτύπημα στοιχειωδών δικαιωμάτων, επιβολή ακόμη πιο αντιδημοκρατικών μέτρων ενίσχυσης της δικτατορίας των μονοπωλίων, αλλαγές συνόρων, ένταση της εκμετάλλευσης, νέοι μηχανισμοί ιδεολογικής χειραγώγησης των μαζών κλπ. Και εδώ πρέπει να υπάρχει απάντηση: Πώς θα αντιμετωπιστούν όλα αυτά; Ο όρος αγώνας δεν απαντά από μόνος του. Γιατί ο αγώνας μπορεί να εγκλωβιστεί σε παραλλαγές της αστικής πολιτικής, π.χ. σε προτάσεις για ένα «νέο μίγμα οικονομικής πολιτικής», που σημαίνει μια πολιτική απορρόφησης των λαϊκών αντιδράσεων, παρεμπόδισης της ριζοσπαστικοποίησής τους στην κατεύθυνση σύγκρουσης με τις αιτίες που δημιουργούν τα προβλήματα. «Αγώνα» διεξάγουν και οι δυνάμεις του κεφαλαίου που κινούν τα νήματα του «Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ» και ζητάνε την υλοποίηση του φόρου Τόμπιν, για να συνδράμουν, λέει, τους λαούς του πιο καθυστερημένου καπιταλισμού! Ο αγώνας, λοιπόν, για να είναι αποτελεσματικός και για να δίνει προοπτική, πρέπει να ξεκινάει από τη βάση που ξεδιπλώνει τις κοινωνικές αντιθέσεις και όχι από το μετριασμό κάποιων συνεπειών, που ούτε αυτός πρόκειται να υπάρξει έξω από τη γραμμή σύγκρουσης και ρήξης.
Οι πρόσφατες δημοτικές-νομαρχιακές εκλογές μας προσφέρουν πλούσια εμπειρία, άρα και διδάγματα. Και πρώτα απ’ όλα δείχνουν, σε ό,τι αφορά στο ΚΚΕ, ότι αντιμετώπισε τη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση, δείχνοντας συνέπεια στην εφαρμογή της πολιτικής του.
Η πολιτικοποίηση της εκλογικής μάχης που ανέδειξε το ΚΚΕ, στηρίχτηκε στις σημαντικές, ακόμη πιο αρνητικές, αλλαγές που έχουν επέλθει με νόμους στο θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, με αποτέλεσμα η αυτοδιοίκηση να «δεθεί» πιο στενά με την κεντρική κρατική εξουσία, να «συσφιχτεί», ως γρανάζι του που είναι, περισσότερο με το αστικό κράτος. Μέσα από την ΤΑ υλοποιείται ένα βασικό μέρος της κυβερνητικής πολιτικής και της ΕΕ, όπως είναι οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Αυτές οι εξελίξεις στον εν λόγω θεσμό, συναρτημένες με τις γενικότερες, καθόρισαν και τους εξής παράγοντες: α) Οτι στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης πρέπει να τεθούν τα προβλήματα των ιδιωτικοποιήσεων, των εργασιακών σχέσεων, της φορολογίας, της δημοτικής αστυνομίας, της παιδείας, υγείας, πρόνοιας και άλλα αυτού του βεληνεκούς. β) Οτι ο λαός χρειάζεται δημάρχους και νομάρχες που θ’ αντιπαλεύουν την αντιλαϊκή πολιτική, θα συμβάλλουν στη συσπείρωσή του, χρειάζεται δημάρχους και νομάρχες που θ’ απειθαρχούν. γ) Στη βάση των δύο προηγούμενων πλευρών το ΚΚΕ επιχείρησε (και το πραγματοποίησε) να διαμορφωθούν ψηφοδέλτια μάχης μέσα από την ευρύτερη δυνατή πολιτική συσπείρωση δυνάμεων, με τις οποίες το ΚΚΕ είχε συναντηθεί σε κοινωνικά κινήματα (ΠΑΜΕ, αντιπολεμικό, δικαιωμάτων και ελευθεριών κ.ά.). Δυνάμεων, που συμφωνούσαν με το ΚΚΕ, έστω και μόνο στη βάση ενός αγωνιστικού προγράμματος στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Γίνεται, δηλαδή, λόγος, όπως εύστοχα ειπώθηκε, για ένα αντίστοιχο ΠΑΜΕ στο χώρο της αυτοδιοίκησης, που θα έχει στο στόχο του, όχι γενικά και μόνο την πολιτική των κομμάτων της διαχείρισης, αλλά και τους εκφραστές τους στον τομέα της αυτοδιοίκησης, δηλαδή τους νομάρχες και δημάρχους του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΣΥΝ, που υλοποιούν την πολιτική των αναδιαρθρώσεων, όπως έδειξαν τόσο η προηγούμενη θητεία τους, όσο και τα προγράμματά τους. Ηταν δηλαδή μια προσπάθεια συγκρότησης του ριζοσπαστικού αντιμονοπωλιακού πόλου στο χώρο της ΤΑ που εντάσσεται στη συνολική δράση για τη δημιουργία του Αντιιμπεριαλιστικού Αντιμονοπωλιακού Μετώπου.
Ταυτόχρονα το ΚΚΕ προσπάθησε να δώσει σε πλατύτερες λαϊκές δυνάμεις το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο της πολιτικής του. Την ανάγκη να διαμορφωθεί το Αντιιμπεριαλιστικό Λαϊκό Μέτωπο με στόχευση εξουσίας. Το ζήτημα αυτό συνδέεται άμεσα με το γεγονός ότι δεν μπορούν να διαμορφωθούν «σοσιαλιστικές νησίδες», μέσω της ανάδειξης σε πλειοψηφία στους Δήμους και στις Νομαρχίες, των κομμουνιστών και των φίλων και συνεργαζόμενων με το ΚΚΕ. Με το γεγονός, δηλαδή, ότι δεν μπορεί να εφαρμόζεται από την όποια κυβέρνηση μια βαθιά αντιλαϊκή πολιτική και σε επιμέρους τμήματα της χώρας να εφαρμόζεται πολιτική φιλολαϊκή.
Με γνώμονα τα παραπάνω κριτήρια το ΚΚΕ εκτίμησε και τα εκλογικά αποτελέσματα. Αυτά τα κριτήρια συγκρούονται με σκέψεις ή και απόπειρες, που συναντήσαμε κατά την προεκλογική περίοδο, να «κρύβεται» το πρόσωπο του Κόμματος, ώστε να πάρουμε περισσότερες ψήφους. Ή με τη λογική, που αντιμετωπίζει τις πολιτικές συνεργασίες ως αυτοσκοπό και ως μέσο για την πάση θυσία κατάκτηση της πλειοψηφίας στους Δήμους ή στις Νομαρχίες ή, εν πάση περιπτώσει, για τη διεκδίκησή της.
Το βασικό ζητούμενο είναι η σε βάθος ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης της εργατικής τάξης και των δυνάμει συμμάχων της. Εδώ υποτάσσεται ολόκληρη η δράση του ΚΚΕ, είτε αυτή είναι εκλογική είτε αφορά στα της καθημερινής πάλης, της ιδεολογικής δουλιάς, της προπαγάνδας του. Και από αυτή την άποψη πρέπει να προβληματιστούμε, γιατί σε μια σειρά εργατικά συνδικάτα οι συνδυασμοί που μετέχουν οι κομμουνιστές συγκεντρώνουν πολύ υψηλά ποσοστά, όμως η κομματική επιρροή εκφράζεται σε όλους τους άλλους δείκτες με πολύ χαμηλότερα ποσοστά.