Να η απαρίθμηση των σπουδαιότερων γεγονότων κατά την περίοδο που εξετάζουμε, που αποτέλεσαν την απαρχή του νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου. Το 1935 η Ιταλία επιτέθηκε στην Αβησσυνία και την κατέλαβε. Το καλοκαίρι του 1936 η Γερμανία και η Ιταλία οργάνωσαν στρατιωτική επέμβαση στην Ισπανία, μάλιστα η Γερμανία εδραιώθηκε στη Βόρεια Ισπανία και στο ισπανικό Μαρόκο, και η Ιταλία στη Νότια Ισπανία και στις Βαλεαρίδες νήσους. Το 1937 η Ιαπωνία μετά την κατάληψη της Μαντζουρίας, εισέβαλε στη Βόρεια και την Κεντρική Κίνα, κατέλαβε το Πεκίνο, το Τιεντσίν (Τιαντσίν;), τη Σαγκάη και άρχισε να εκτοπίζει από τη ζώνη κατοχής τους ξένους ανταγωνιστές της. Στις αρχές του 1938 η Γερμανία κατέλαβε την Αυστρία και το φθινόπωρο του 1938 τη Σουδητική περιοχή της Τσεχοσλοβακίας. Στα τέλη του 1938 η Ιαπωνία κατέλαβε την Καντώνα και στις αρχές του 1939 το νησί Χαϊνάν.
Ετσι, ο πόλεμος, που πλησίασε τόσο απαρατήρητα τους λαούς, παρέσυρε στην τροχιά του πάνω από πεντακόσια εκατομμύρια πληθυσμού, επεκτείνοντας τη σφαίρα δράσης του σ’ ένα τεράστιο έδαφος, από το Τιεντσίν (Τιαντσίν) , τη Σαγκάη και την Καντώνα, μέσω της Αβησσυνίας, ως το Γιβραλτάρ.
Μετά τον πρώτο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, τα κράτη-νικητές, κυρίως η Αγγλία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ, δημιούργησαν ένα νέο καθεστώς σχέσεων ανάμεσα στις χώρες, το μεταπολεμικό καθεστώς της ειρήνης. Οι κύριες βάσεις αυτού του καθεστώτος ήταν στην Απω Ανατολή - το Σύμφωνο των εννέα δυνάμεων και στην Ευρώπη - η Συνθήκη των Βερσαλλιών και μια ολόκληρη σειρά από άλλα σύμφωνα. Η Κοινωνία των Εθνών καλούνταν να ρυθμίζει τις σχέσεις ανάμεσα στις χώρες στα πλαίσια αυτού του καθεστώτος στη βάση του ενιαίου μετώπου των κρατών, στη βάση της συλλογικής υπεράσπισης της ασφάλειας των κρατών. Ωστόσο, τα τρία επιθετικά κράτη και ο νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος που αυτά ξεκίνησαν, ανέτρεψαν όλο αυτό το σύστημα του μεταπολεμικού ειρηνικού καθεστώτος. Η Ιαπωνία ξέσχισε το Σύμφωνο των εννέα δυνάμεων, η Γερμανία και η Ιταλία τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Για να έχουν λυμένα τα χέρια τους, τα τρία αυτά κράτη αποχώρησαν από την Κοινωνία των Εθνών.
Ο νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος έγινε γεγονός.
Στην εποχή μας δεν είναι τόσο εύκολο να ξεκοπεί κανείς με μιας από την αλυσίδα και να ορμήσει κατ’ ευθείαν σε πόλεμο, μη υπολογίζοντας τα διάφορα σύμφωνα, μη υπολογίζοντας την κοινή γνώμη. Οι αστοί πολιτικοί αυτό το ξέρουν αρκετά καλά. Το ξέρουν επίσης και οι φασίστες κυβερνώντες. Γι’ αυτό οι φασίστες κυβερνώντες πριν ορμήσουν στον πόλεμο, αποφάσισαν να προπαρασκευάσουν μ’ έναν ορισμένο τρόπο την κοινή γνώμη, δηλαδή να την παραπλανήσουν, να την εξαπατήσουν.
Στρατιωτικός συνασπισμός της Γερμανίας και της Ιταλίας ενάντια στα συμφέροντα της Αγγλίας και της Γαλλίας στην Ευρώπη; Για όνομα του θεού, μα τι σόϊ συνασπισμός είναι αυτός! «Εμείς» δεν έχουμε κανένα στρατιωτικό συνασπισμό. «Εμείς» έχουμε όλο κι όλο έναν αθώο «άξονα Βερολίνο-Ρώμη», δηλαδή κάποιο γεωμετρικό τύπο του άξονα. (Γέλια).
Στρατιωτικός συνασπισμός της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας ενάντια στα συμφέροντα των ΗΠΑ, της Αγγλίας και της Γαλλίας στην Απω Ανατολή; Που τέτιο πράγμα! «Εμείς» δεν έχουμε κανένα στρατιωτικό συνασπισμό. «Εμείς» έχουμε όλο κι όλο ένα αθώο «τρίγωνο Βερολίνο-Ρώμη-Τόκιο», δηλαδή ένα μικρό πάθος για τη γεωμετρία. (Γέλια σε όλη την αίθουσα).
Πόλεμος ενάντια στα συμφέροντα της Αγγλίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ; Ανοησίες! «Εμείς» διεξάγουμε πόλεμο ενάντια στην Κομμουνιστική Διεθνή και όχι ενάντια σε αυτά τα κράτη. Αν δεν πιστεύετε, διαβάστε το «αντικομιντέρν σύμφωνο» που σύναψαν η Ιταλία, η Γερμανία και η Ιαπωνία.
Ετσι σκέφτονταν να προπαρασκευάσουν την κοινή γνώμη οι κύριοι επεμβασίες, αν και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς, ότι όλο αυτό το αδέξιο παιχνίδι συγκάλυψης είναι φως φανάρι, γιατί είναι αστείο να ψάχνει κανείς «εστίες» της Κομμουνιστικής Διεθνούς στις ερήμους της Μογγολίας, στα βουνά της Αβησσυνίας, στους αγριότοπους του ισπανικού Μαρόκου. (Γέλια).
Ο πόλεμος όμως είναι αδυσώπητος. Δεν μπορεί να τον κρύψει κανείς με κανένα κάλυμμα. Διότι με κανένα «άξονα», «τρίγωνο» και «αντικομιντέρν σύμφωνο» δεν μπορεί να κρύψει κανείς το γεγονός, ότι η Ιαπωνία κατέλαβε αυτό το διάστημα μια τεράστια έκταση της Κίνας, η Ιταλία την Αβησσυνία, η Γερμανία την Αυστρία και τη Σουδητική περιοχή, η Γερμανία και η Ιταλία μαζί την Ισπανία και όλα αυτά ενάντια στα συμφέροντα των μη επιθετικών κρατών. Κι έτσι ο πόλεμος είναι πόλεμος, ο στρατιωτικός συνασπισμός των εισβολέων είναι στρατιωτικός συνασπισμός και οι εισβολείς είναι εισβολείς.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα του νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου είναι ότι δεν έγινε ακόμα γενικός, παγκόσμιος πόλεμος. Τον πόλεμο τον κάνουν τα κράτη-εισβολείς, βλάπτοντας με κάθε τρόπο τα συμφέροντα των μη επιθετικών κρατών, πριν απ’ όλα της Αγγλίας, της Γαλλίας, των ΗΠΑ, ενώ τα τελευταία κάνουν πίσω και υποχωρούν, κάνοντας στους εισβολείς τη μια παραχώρηση ύστερα από την άλλη.
Επομένως, μπροστά στα μάτια μας συντελείται το ανοικτό ξαναμοίρασμα του κόσμου και των σφαιρών επιρροής, σε βάρος των συμφερόντων των μη επιθετικών κρατών, χωρίς να γίνονται κάποιες προσπάθειες απόκρουσης και μάλιστα με μια ορισμένη ανοχή από μέρους των τελευταίων.
Απίθανο, όμως είναι γεγονός.
Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτός ο μονόπλευρος και περίεργος χαρακτήρας του νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου;
Πώς μπόρεσε να συμβεί, οι μη επιθετικές χώρες που διαθέτουν τεράστιες δυνατότητες, να παραιτηθούν τόσο εύκολα και χωρίς αντίσταση από τις θέσεις τους και τις υποχρεώσεις τους για το χατίρι των επεμβασιών;
Μήπως, αυτό εξηγείται με την αδυναμία των μη επιθετικών κρατών; Φυσικά, όχι! Τα μη επιθετικά, δημοκρατικά κράτη, παρμένα μαζί, είναι αναμφισβήτητα πιο ισχυρά από τα φασιστικά κράτη και από οικονομική και από στρατιωτική άποψη.
Τότε, πώς μπορούν να εξηγηθούν σε αυτήν την περίπτωση οι συστηματικές παραχωρήσεις των κρατών αυτών προς τους επιτιθέμενους;
Αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί, για παράδειγμα, με το αίσθημα του φόβου μπροστά στην επανάσταση που μπορεί να ξεσπάσει, αν τα μη επιθετικά κράτη μπουν στον πόλεμο και ο πόλεμος πάρει παγκόσμιο χαρακτήρα. Οι αστοί πολιτικοί ξέρουν, φυσικά, ότι ο πρώτος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος έφερε τη νίκη στην επανάσταση σε μια από τις μεγαλύτερες χώρες. Φοβούνται ότι ένας δεύτερος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος μπορεί να οδηγήσει επίσης στη νίκη της επανάστασης σε μια ή σε μερικές χώρες.
Αυτή, όμως, τώρα δεν είναι η μοναδική και μάλιστα ούτε η κύρια αιτία. Η κύρια αιτία βρίσκεται στο ότι οι περισσότερες μη επιθετικές χώρες και πριν απ’ όλα η Αγγλία και η Γαλλία, παραιτήθηκαν από την πολιτική της συλλογικής ασφάλειας, από την πολιτική της συλλογικής απόκρουσης των επεμβασιών, στο ότι πέρασαν στη θέση της μη ανάμιξης, στη θέση της «ουδετερότητας».
Τυπικά, την πολιτική της μη ανάμιξης θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς με τον εξής τρόπο: «ας αμυνθεί η κάθε χώρα από τους εισβολείς, όπως θέλει και όπως μπορεί, αυτό εμάς δε μας ενδιαφέρει, εμείς θα κάνουμε εμπόριο και με τους επιτιθέμενους και με τα θύματά τους». Στην πράξη, ωστόσο, η πολιτική της μη ανάμιξης σημαίνει ανοχή της επίθεσης, εξαπόλυση πολέμου, άρα, μετατροπή του σε παγκόσμιο πόλεμο. Στην πολιτική της μη ανάμιξης διαφαίνεται η επιδίωξη, η επιθυμία να μην εμποδιστούν οι εισβολείς να πραγματοποιήσουν το σκοτεινό τους έργο, να μην εμποδιστεί, ας πούμε, η Ιαπωνία να εμπλακεί σε πόλεμο με την Κίνα, και, ακόμα καλύτερα, με τη Σοβιετική Ενωση, να μην εμποδιστεί, ας πούμε η Γερμανία να μπερδεύεται στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, να εμπλακεί σε πόλεμο με τη Σοβιετική Ενωση, να αφεθούν όλοι όσοι συμμετέχουν στον πόλεμο να χωθούν βαθιά στο βούρκο του πολέμου, να ενθαρρύνονται στα κρυφά, να αφεθούν να εξασθενήσουν και να αλληλοεξαντληθούν και μετά, όταν εξασθενήσουν αρκετά, να εμφανιστούν στη σκηνή με φρέσκες δυνάμεις, να εμφανιστούν, φυσικά, «για το συμφέρον της ειρήνης» και να υπαγορεύσουν στους εξασθενημένους εμπόλεμους τους όρους τους.
Και φτηνό και ωραίο!
Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την Ιαπωνία. Είναι χαρακτηριστικό ότι, πριν από την εισβολή της Ιαπωνίας στη Βόρεια Κίνα, όλες οι έγκυρες γαλλικές και αγγλικές εφημερίδες βροντοφώναζαν για την αδυναμία της Κίνας, για την ανικανότητά της να αντισταθεί, για το ότι η Ιαπωνία με το στρατό της θα μπορούσε μέσα σε δυό-τρεις μήνες να υποτάξει την Κίνα. Υστερα οι ευρωπαίοι και αμερικανοί πολιτικοί άρχισαν να περιμένουν και να παρακολουθούν. Και ύστερα, όταν η Ιαπωνία εξαπέλυσε τις πολεμικές επιχειρήσεις παραχώρησαν σε αυτήν τη Σαγκάη την καρδιά του ξένου κεφαλαίου στην Κίνα, παραχώρησαν την Καντώνα, την εστία της μονοπωλιακής αγγλικής επιρροής στη Νότια Κίνα, παραχώρησαν το Χαϊνάν, άφησαν να περικυκλωθεί το Χογκ-Κογκ. Δεν είναι άραγε αλήθεια ότι όλα αυτά μοιάζουν πολύ με ενθάρρυνση του επιτιθέμενου: δηλαδή, χώσου παραπέρα στον πόλεμο και μετά βλέπουμε.
Ή, για παράδειγμα, ας πάρουμε τη Γερμανία. Παραχώρησαν σε αυτήν την Αυστρία, παρά την ανειλημμένη υποχρέωση να υπερασπίσουν την ανεξαρτησία της, παραχώρησαν τη Σουδητική περιοχή, άφησαν στο έλεος της τύχης την Τσεχοσλοβακία, παραβιάζοντας όλες τις υποχρεώσεις τους και ύστερα άρχισαν να κραυγάζουν ψέματα στον τύπο για «αδυναμία του ρωσικού στρατού», για «αποσύνθεση της ρωσικής αεροπορίας», για «ταραχές» στη Σοβιετική Ενωση, σπρώχνοντας τους Γερμανούς μακρύτερα προς τα Ανατολικά, υποσχόμενοι σε αυτούς μια εύκολη λεία και ψιθυρίζοντάς τους: Εσείς απλώς αρχίστε τον πόλεμο με τους μπολσεβίκους και από ‘κει και πέρα όλα θα πάνε καλά. Πρέπει να αναγνωρίσουμε πως όλα αυτά επίσης μοιάζουν πολύ με προτροπή, με ενθάρρυνση του εισβολέα.
Είναι χαρακτηριστικός ο θόρυβος που ξεσήκωσε ο αγγλογαλλικός και βορειοαμερικανικός Τύπος με αφορμή τη Σοβιετική Ουκρανία. Οι παράγοντες αυτού του Τύπου ξελαρυγγίστηκαν να φωνάζουν ότι οι Γερμανοί τραβούν για τη Σοβιετική Ουκρανία, πως έχουν τώρα στα χέρια τους τη λεγόμενη Ουκρανία των Καρπαθίων που έχει περίπου 700.000 πληθυσμό, ότι οι Γερμανοί, όχι αργότερα από την άνοιξη αυτού του χρόνου, θα προσαρτήσουν τη Σοβιετική Ουκρανία που έχει πάνω από 30 εκατομμύρια πληθυσμό στη λεγόμενη Ουκρανία των Καρπαθίων. Οπως φαίνεται, αυτός ο ύποπτος θόρυβος είχε σαν σκοπό του να προκαλέσει την οργή της Σοβιετικής Ενωσης ενάντια στη Γερμανία, να δηλητηριάσει την ατμόσφαιρα και να προκαλέσει σύγκρουση με τη Γερμανία χωρίς να υπάρχουν γι’ αυτό φανεροί λόγοι.
Φυσικά, είναι απόλυτα δυνατό να υπάρχουν στη Γερμανία τρελοί που ονειρεύονται να προσαρτήσουν τον ελέφαντα, δηλαδή της Σοβιετική Ουκρανία, στο μαμούνι, δηλαδή στη λεγόμενη Ουκρανία των Καρπαθίων. Και αν πραγματικά υπάρχουν εκεί τέτιοι τρελοί, μπορούμε να μην αμφιβάλλουμε πως στη χώρα μας θα βρεθεί ο απαραίτητος αριθμός από ζουρλομανδύες για τέτιους τρελούς. (Εκρηξη χειροκροτημάτων). Αν όμως κάνουμε πέρα τους τρελούς και απευθυνθούμε σε λογικούς ανθρώπους, δεν είναι μήπως σαφές ότι είναι γελοίο και ανόητο να μιλά κανείς σοβαρά για την προσάρτηση της Σοβιετικής Ουκρανίας στη λεγόμενη Ουκρανία των Καρπαθίων; Σκεφτείτε το μονάχα. Πήγε το μαμούνι ανασκουμπωμένο στον ελέφαντα και του λέει: «Αχ, εσύ, αδελφάκι μου, πόσο σε λυπάμαι... Ζεις χωρίς τσιφλικάδες, χωρίς καπιταλιστές, χωρίς εθνική καταπίεση, χωρίς φασίστες κυβερνώντες - τι ζωή είναι αυτή... Σε κοιτάζω και δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι δεν υπάρχει για σένα άλλη σωτηρία, παρά να ενωθείς μαζί μου... (Γέλια σε όλη την αίθουσα). Ε, λοιπόν, ας γίνει έτσι, σου επιτρέπω να προσαρτήσεις το μικρό σου έδαφος στο απέραντο έδαφός μου...». (Γέλια σε όλη την αίθουσα και χειροκροτήματα).
Ακόμα πιο χαρακτηριστικό είναι ότι μερικοί πολιτικοί και παράγοντες του Τύπου της Ευρώπης και των ΗΠΑ, αφού έχασαν την υπομονή τους, περιμένοντας «την εκστρατεία ενάντια στη Σοβιετική Ουκρανία», άρχισαν μόνοι τους να αποκαλύπτουν τα πραγματικά ελατήρια της πολιτικής της μη ανάμιξης. Μιλούν ανοικτά και γράφουν καθαρά ότι οι Γερμανοί τους «απογοήτευσαν» οικτρά, γιατί, αντί να κινηθούν παραπέρα προς την Ανατολή, ενάντια στη Σοβιετική Ενωση, στράφηκαν, βλέπετε, προς τη Δύση και ζητούν αποικίες. Μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι έδωσαν στους Γερμανούς περιοχές της Τσεχοσλοβακίας σαν αντάλλαγμα για την υποχρέωση να ξεκινήσουν πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ενωση, ενώ οι Γερμανοί αρνούνται τώρα να ξοφλήσουν το γραμμάτιο και τους στέλνουν στον αγύριστο;
Μακρυά από μένα να ηθικολογήσω με αφορμή την πολιτική της μη ανάμιξης, να μιλήσω για προδοσία, για επιορκία κ.ο.κ. Είναι αφέλεια να διδάσκει κανείς ηθική σε ανθρώπους που δεν αναγνωρίζουν την ανθρώπινη ηθική. Η πολιτική είναι πολιτική, όπως λένε οι παλιοί μεγάλοι αστοί διπλωμάτες. Ωστόσο, πρέπει να τονίσουμε ότι το μεγάλο και επικίνδυνο πολιτικό παιχνίδι, που άρχισαν οι οπαδοί της πολιτικής της μη ανάμιξης, μπορεί να τελειώσει γι’ αυτούς με σοβαρή αποτυχία.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόσωπο της κυρίαρχης σήμερα πολιτικής της μη ανάμιξης.
Αυτή είναι η πολιτική κατάσταση στις καπιταλιστικές χώρες.