Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί είναι εθελοντικές ενώσεις των αγροτών που έχουν στόχο να περιορίσουν την εκμετάλλευση των μελών τους από το μεγάλο κεφάλαιο, να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση και να μειώσουν το κόστος παραγωγής.
Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί σαν εθελοντικές ενώσεις προϋποθέτουν την αυτοτελή ύπαρξη των αγροτών που έχουν δικά τους μέσα παραγωγής και την πλήρη τυπική τουλάχιστον δυνατότητα αυτοδιάθεσής τους. Δηλαδή την πλήρη τυπική ελευθερία να αποφασίζουν μόνοι τους για τη συμμετοχή τους σε διάφορες συλλογικές οικονομικές οργανώσεις και δραστηριότητες.
Αυτές οι δύο προϋποθέσεις εξασφαλίστηκαν με τη διάλυση των φεουδαρχικών σχέσεων παραγωγής. Οι δουλοπάροικοι απέκτησαν πλήρη δικαιώματα κυριότητας και νομής της γης τους και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης με την κατάργηση των φεουδαρχών, από τους οποίους ήταν εξαρτημένοι -τουλάχιστον οικονομικά- στο τελευταίο στάδιο της φεουδαρχίας.
Στην πορεία η εξασφάλιση αυτών των προϋποθέσεων δημιούργησε τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, γι’ αυτό δεν είναι καθόλου τυχαία η εμφάνισή τους, στη φάση περάσματος από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Επειδή ακριβώς οι αγροτικοί συνεταιρισμοί εκφράζουν το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, αποτελούν κρίκους προόδου, σε καμία όμως περίπτωση δεν εκφράζουν πέρασμα στον κολεχτιβισμό και το σοσιαλισμό. Και αυτό γιατί οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, σαν οικονομικές ενώσεις μικροϊδιοκτητών μέσων παραγωγής, είναι μικροκαπιταλιστικές συλλογικές επιχειρήσεις που από τη θέση τους συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος αναπαράγοντας τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, ακόμα και στο εσωτερικό τους.
Σαν οικονομικές ενώσεις μικροϊδιοκτητών μέσων παραγωγής οι αγροτικοί συνεταιρισμοί εκμεταλλεύονται μισθωτή εργατική δύναμη, ταυτόχρονα όμως αποτελούν και αντικείμενο εκμετάλλευσης από το μεγάλο κεφάλαιο και τα μονοπώλια με αποτέλεσμα πολλές φορές όχι μόνο να μην μπορούν να βελτιώσουν την κοινωνικο-οικονομική θέση των μελών τους αλλά να είναι αδύνατη και η επιβίωσή τους.
Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι αγροτικοί συνεταιρισμοί εξ αντικειμένου αμφισβητούν το καπιταλιστικό σύστημα. Και αυτό γιατί παρόμοια κατάσταση και προοπτική στον καπιταλισμό υπάρχει για όλους τους καπιταλιστές, μεμονωμένους ή συλλογικούς, είναι όμως πιο έντονη στους μικροκαπιταλιστές και είναι αποτέλεσμα του αδυσώπητου ανταγωνισμού που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού.
Η ιδιομορφία όμως των μελών των αγροτικών συνεταιρισμών ως μικροϊδιοκτητών προσδίδει εξ αντικειμένου στους συνεταιρισμούς αντιμονοπωλιακά χαρακτηριστικά που μπορούν να αξιοποιηθούν πολιτικά, όχι για να γυρίσει πίσω η κοινωνία στον προμονοπωλιακό καπιταλισμό, αλλά για τη δημιουργία προοδευτικού αντιμονοπωλιακού μετώπου της εργατικής τάξης με τις οργανώσεις της μικρομεσαίας αγροτιάς, με στόχο τη λαϊκή οικονομία, το σοσιαλισμό.
Η τυπική ισότητα που υπήρχε για μεγάλη περίοδο ανάμεσα στα μέλη των αγροτικών συνεταιρισμών και εκφραζόταν με τη συνεργατική αρχή ένα μέλος - μία μερίδα - μια ψήφος σε καμιά περίπτωση δεν απέτρεπε, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, την αναπαραγωγή των πραγματικών ανισοτήτων και μέσα στο συνεταιρισμό και κατά συνέπεια δεν εξουδετέρωνε την τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης στην αγροτική οικονομία. Και αυτό γιατί τα οφέλη των συνεταίρων από τη λειτουργία των συνεταιρισμών δεν εξαρτώνται από τη μερίδα (μετοχή), αλλά από το μέγεθος της ατομικής εκμετάλλευσης του κάθε μέλους, δηλαδή από τον όγκο της αγροτικής παραγωγής. Αν για παράδειγμα η λειτουργία του αγροτικού συνεταιρισμού μειώσει το κόστος της αγροτικής παραγωγής επειδή αγοράζει ή παράγει φθηνότερα αγροτικά εφόδια και μηχανήματα ή κάνει επενδύσεις που μειώνουν το κόστος μεταποίησης και εμπορίας, θα ωφεληθεί περισσότερο ο μεγαλοαγρότης, επειδή καταναλώνει περισσότερα γεωργικά εφόδια ή επειδή έχει μεγαλύτερη αγροτική παραγωγή. Αν πάλι η λειτουργία του αγροτικού συνεταιρισμού πετύχει μεγαλύτερες τιμές πώλησης για τα προϊόντα των μελών του επειδή θα διαπραγματευθεί συλλογικά την πώλησή τους ή θα κάνει κάποιους βαθμούς μεταποίησης, οι μεγαλοαγρότες θα ωφεληθούν περισσότερο από τους μικροαγρότες επειδή έχουν πολλαπλάσια παραγωγή.
Πέρα όμως από την τυπική ισότητα υπάρχει η ουσιαστική ανισότητα που εκφράζεται με το γεγονός ότι οι μεγαλοαγρότες με διάφορους τρόπους και για διάφορους λόγους κυριαρχούν στις διοικήσεις των συνεταιρισμών και την κυριαρχία τους αυτή την εκμεταλλεύονται για να διαμορφώνουν αποφάσεις που ωφελούν τους ίδιους και όχι τους μικροαγρότες.
Από τότε που εμφανίστηκαν οι συνεταιρισμοί μέχρι και σήμερα αναπτύχθηκαν διάφορες θεωρίες που έλεγαν ότι οι συνεταιρισμοί μπορούν από μόνοι τους, χωρίς να είναι αναγκαία η σοσιαλιστική αλλαγή της κοινωνίας, να καταργήσουν και όχι μόνο να περιορίσουν την εκμετάλλευση των αγροτών. Οπως επίσης ότι οι συνεταιρισμοί αποτελούν σοσιαλιστικές νησίδες μέσα στον καπιταλισμό, που μεγαλώνοντας μπορούν να κάνουν κυρίαρχες τις συνεταιριστικές (σοσιαλιστικές) σχέσεις παραγωγής, χωρίς να είναι αναγκαία η σοσιαλιστική επανάσταση, ο πρωτοπόρος ρόλος της εργατικής τάξης και η δικτατορία του προλεταριάτου.
Στη χώρα μας τις θεωρίες αυτές με διάφορες παραλλαγές στη μεταπολιτευτική περίοδο τις υποστήριζε κυρίως το ΠΑΣΟΚ.
Δύο σχεδόν αιώνες όμως, από τότε που εμφανίστηκαν οι συνεταιρισμοί, όχι μόνο δεν επιβεβαιώθηκαν αυτές οι θεωρίες αλλά διαψεύστηκαν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί δεν επέβαλαν τις σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής στην αγροτική οικονομία καμιάς καπιταλιστικής χώρας. Δεν κατάργησαν την εκμετάλλευση των μικρομεσαίων αγροτών από το μεγάλο κεφάλαιο, και δεν μπόρεσαν να στηρίξουν αποτελεσματικά τους μικρομεσαίους αγρότες-μέλη τους, με αποτέλεσμα να ξεκληριστούν και να συγκεντρωθεί η γη και η αγροτική παραγωγή σε λίγους μεγαλοαγρότες. Δηλαδή καπιταλιστικοποιήθηκε αντί να σοσιαλιστικοποιηθεί η αγροτική οικονομία. Η πραγματικότητα αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι σε όλες τις βιομηχανικές χώρες από το 1950 μέχρι σήμερα ο αριθμός των αγροτών έχει μειωθεί μέχρι και 80%. Ετσι στις ΗΠΑ οι αγρότες με πλήρη απασχόληση είναι λιγότεροι από το 1% του πληθυσμού και οι μεγάλες φάρμες είναι κλασικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις.
Στη χώρα μας η πρακτική εφαρμογή της θεωρίας του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980 είχε σαν αποτέλεσμα να χρεοκοπήσουν μαζικά οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, να συρρικνωθούν δραστικά, να περιθωριοποιηθούν και οι περισσότεροι να οδηγηθούν στο κλείσιμο ή στο ξεπούλημα στο ιδιωτικό κεφάλαιο.
Σύγχρονη παραλλαγή αυτών των θεωριών που εκπορεύεται από την ΕΕ και υιοθετείται από όλες τις πολιτικές δυνάμεις που θεωρούν μονόδρομο την ΕΕ, είναι η θεωρία που ισχυρίζεται ότι οι συνεταιρισμοί δεν είναι καπιταλιστικές οργανώσεις αλλά ανήκουν στο λεγόμενο κοινωνικό τομέα της οικονομίας. Μάλιστα η ΕΕ στα τέλη της δεκαετίας δημιούργησε ειδική Διεύθυνση «Κοινωνικής Οικονομίας» η οποία περιλαμβάνει τους συνεταιρισμούς, τα ταμεία αλληλασφάλισης, τις Ενώσεις και τα ιδρύματα. Η διεύθυνση αυτή υπάγεται στην ίδια Γενική Διεύθυνση που υπάγεται η πολιτική για τις επιχειρήσεις, το εμπόριο και τον τουρισμό.
Στόχος αυτής της θεωρίας είναι η διαμόρφωση μιας κοινωνικής συνείδησης σε πλατειά λαϊκά στρώματα ότι ο καπιταλισμός δεν είναι βάρβαρος και ότι δε βάζει πάνω απ’ όλα το καπιταλιστικό κέρδος. Αλλά ενδιαφέρεται και για τον άνθρωπο, γι’ αυτό ένα τμήμα της οικονομίας δεν έχει στόχο του το κέρδος αλλά την ικανοποίηση βασικών αναγκών του σύγχρονου ανθρώπου.
Και η θεωρία όμως αυτή διαψεύδεται από την πραγματικότητα, επειδή οι οικονομικές επιχειρήσεις του λεγόμενου κοινωνικού τομέα αποτελούν οικονομικούς μοχλούς του κρατικομονοπωλιακού συστήματος. Λειτουργούν στα πλαίσιά του, εκμεταλλεύονται εργατική δύναμη και με διάφορους άμεσους και έμμεσους τρόπους (προμήθειες, τιμολογιακή πολιτική κ.ά.) εξυπηρετούν τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου.
Η άμεση συνεργασία των επιχειρήσεων του λεγόμενου κοινωνικού τομέα της οικονομίας με το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο, μέσα από τη δημιουργία κοινών επιχειρήσεων που παρατηρείται έντονα την τελευταία περίοδο στα πλαίσια των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, επιβεβαιώνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τον καπιταλιστικό χαρακτήρα αυτών των επιχειρήσεων.
Φυσικά το λαϊκό κίνημα διεκδικεί να είναι διευρυμένος ο ρόλος αυτών των επιχειρήσεων και τα κριτήρια λειτουργίας τους λιγότερο αντιλαϊκά. Αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις αυτές στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι φιλολαϊκές ή ταξικά ουδέτερες επιχειρήσεις και εξυπηρετούν γενικά και αφηρημένα το κοινωνικό σύνολο.