Η Ενωση των Κομμουνιστών ήταν η εμβρυακή μορφή μιας διεθνούς οργάνωσης της εργατικής τάξης, αλλά με τη ΔΕΕ έγινε και ιστορική πραγματικότητα. Ο Μαρξ ίδρυσε τη ΔΕΕ και ήταν και αρχηγός της. Ο Φρίντριχ Ενγκελς στον επιτάφιο λόγο του το Μάρτη του 1883, αναφέρθηκε σαφέστατα σε αυτό: «Οσο ακριβή του ήταν η επιστήμη, δεν την εκπλήρωσε ωστόσο τελείως... Διότι ήταν ένας πραγματικός επαναστάτης, όπως χαρακτήρισε και τον εαυτό του. Ο αγώνας για την απελευθέρωση της τάξης των μισθωτών εργατών από τα δεσμά του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής ήταν η αληθινή του αποστολή. Και ποτέ δεν υπήρξε πιο δραστήριος αγωνιστής από αυτόν. Το επιστέγασμα αυτού του μέρους της δημιουργίας του είναι η ίδρυση της Διεθνούς Ενωσης Εργατών, της οποίας τέλεσε αναγνωρισμένος ηγέτης της από το 1864 μέχρι και το 1872...»[5].
Οι ημερομηνίες - αμερικανικός Εμφύλιος πόλεμος 1861-1865, ίδρυση της ΔΕΕ (Διεθνούς Ενωσης Εργατών) το 1864, δημοσίευση του πρώτου τόμου του έργου «Το Κεφάλαιο» το 1867 - ίσως τυχαία βρίσκονται τόσο κοντά η μία στην άλλη, αλλά από άποψη περιεχομένου αποτελούν μια ενότητα θεωρητικής ανάπτυξης, ταξικού αγώνα του διεθνούς προλεταριάτου και αγώνα ενάντια στο ρατσισμό σαν μορφή εμφάνισης αποικιακών απελευθερωτικών επαναστάσεων. Η αγγλική εργατική τάξη αναγνώρισε τη σχέση ανάμεσα στην πάλη για τη χειραφέτησή της και την πάλη της Ενωσης ενάντια στους δουλοκτήτες στο Νότο των ΗΠΑ, όταν με τις θυσίες της εμπόδισε την άρχουσα τάξη στην Αγγλία να επέμβει στο πλευρό των αποσχιστών στον Εμφύλιο πόλεμο. «Η εργασία με λευκό δέρμα δεν μπορεί να χειραφετηθεί εκεί, που η εργασία με μαύρο δέρμα είναι σταμπαρισμένη»[6].
Το επαναστατικό εργατικό κίνημα με την επέμβαση του ευρωπαϊκού προλεταριάτου στον αμερικανικό Εμφύλιο πόλεμο, έγινε πράγματι διεθνές εργατικό κίνημα. Η ίδρυση της ΔΕΕ ήταν η πολιτική του συγκεκριμενοποίηση. Με την ανακάλυψη της θεωρίας της υπεραξίας, την επαλήθευση της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας και την εφαρμογή της, ως επιστημονική μέθοδο, η πρακτική ταξική πάλη της εργατικής τάξης ανέβηκε σε μια ιστορικά ανώτερη βαθμίδα. Η ΔΕΕ ήταν η οργανωτική μορφή της σύνδεσης του επιστημονικού σοσιαλισμού με το διεθνές εργατικό κίνημα. Οι εργάτες της Ευρώπης, έγραφε ο Μαρξ σε ένα χαιρετισμό - που τον σύνταξε ο ίδιος - του Κεντρικού Συμβούλιου της ΔΕΕ προς τον Πρόεδρο Αβραάμ Λίνκολν, το Νοέμβρη του 1864, ένοιωθαν «ενστικτωδώς ότι οι τύχες της τάξης τους κρέμονταν στην αστερόεσσα». Οι εργάτες της Ευρώπης «ακόμα και πριν προειδοποιηθούν, λόγω του ότι ανώτερες τάξεις πήραν φανατικά το μέρος της ομοσπονδοποιημένης αριστοκρατίας, κατάλαβαν αμέσως ότι η εξέγερση των δουλοκτητών θα έκρουε τον κώδωνα για μια γενική σταυροφορία των ιδιοκτητών ενάντια στους εργάτες και ότι για τους άντρες της εργασίας, πέρα από τις ελπίδες τους για το μέλλον, διακυβεύονταν και οι περασμένες τους κατακτήσεις σε αυτόν τον γιγάντιο αγώνα από την άλλη μεριά του ωκεανού...
Οι εργάτες της Ευρώπης είναι βαθύτατα πεπεισμένοι ότι, όπως και ο αμερικανικός πόλεμος για την ανεξαρτησία εγκαινίασε μια νέα εποχή ανάπτυξης της εξουσίας για τη μεσαία τάξη, έτσι ο αμερικανικός πόλεμος ενάντια στη δουλεία θα εγκαινίαζε μια νέα εποχή ανάπτυξης της εξουσίας για την εργατική τάξη. Εβλεπαν σαν σύμβολο της ερχόμενης εποχής το γεγονός ότι στον Αβραάμ Λίνκολν, το σιδερένιο γυιο της εργατικής τάξης με το δυνατό νου, έπεσε ο λαχνός να οδηγήσει την πατρίδα του στον απαράμιλλο αγώνα για την απελευθέρωση μιας υποδουλωμένης φυλής, καθώς και για το μετασχηματισμό του κοινωνικού κόσμου»[7].
Ο αμερικανικός Εμφύλιος πόλεμος και η ίδρυση της ΔΕΕ (Διεθνούς Ενωσης Εργατών), ήταν αναμφισβήτητα τομές στην παγκόσμια ιστορία που συγκρίνονται, από άποψη επιπτώσεών τους στο 19ο αιώνα, με τις επιπτώσεις της Οκτωβριανής και της Κινεζικής Επανάστασης στον 20ό αιώνα (και 21ο;) αιώνα.
Με τον αμερικανικό Εμφύλιο και την ίδρυση της ΔΕΕ, αναπτύχθηκε μια αντικειμενική, αμοιβαία συνάρτηση ανάμεσα στα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα, αποικιακά καταπιεσμένων λαών και τον αγώνα για χειραφέτηση της εργατικής τάξης, μια αλληλεξάρτηση ανάμεσα στο εργατικό επαναστατικό κίνημα και τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα. Η στάση απέναντι στα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα είχε μπει από εκείνη την εποχή στα προγράμματα του διεθνούς εργατικού κινήματος και έγινε κριτήριο για την επαναστατική πολιτική των εργατικών κομμάτων.
Ο Μαρξ, στην Ιδρυτική Διακήρυξη της ΔΕΕ, υπόδειξε στην εργατική τάξη να υιοθετήσει μια συνεπή διεθνιστική στάση απέναντι στον απελευθερωτικό αγώνα των καταπιεσμένων λαών. «Αν η χειραφέτηση της εργατικής τάξης απαιτεί την αδελφική συνεργασία των εργατών διαφόρων εθνών, πως θα μπορέσουν να εκπληρώσουν αυτή τη μεγάλη αποστολή με μια εξωτερική πολιτική που επιδιώκει εγκληματικά σχέδια, που παίζει με τις εθνικές προκαταλήψεις και που κατασπαταλά σε ληστρικούς πολέμους το αίμα και τον πλούτο του λαού;».
Η εργατική τάξη έχει, έλεγε, το καθήκον «να διεισδύει στα μυστικά της διεθνούς πολιτικής, να επιτηρεί τις διπλωματικές πράξεις των αντίστοιχων κυβερνήσεών της, αν παρουσιαστεί ανάγκη να αντιδρά σ’ αυτές, με κάθε δυνατό μέσο και όταν είναι ανίκανη να τις αποτρέπει, να ενώνεται για ταυτόχρονες καταγγελίες και για να επιβάλλει τους απλούς νόμους της ηθικής και της δικαιοσύνης, που θα έπρεπε να διέπουν τις αμοιβαίες σχέσεις των χωριστών ατόμων, σαν υπέρτατους νόμους των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη.
Ο αγώνας για μια τέτια εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα μέρος του γενικού αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης»[8].
Στην «Ιδρυτική Διακήρυξη», καθώς και στο «Καταστατικό και Κανονισμό της Διεθνούς Ενωσης Εργατών» - και στα δύο ντοκουμένα των οποίων η επεξεργασία έγινε κάτω από την ευθύνη του Μαρξ - επαναλαμβάνονται τα βασικά γνωρίσματα από το «Μανιφέστο» και το «Καταστατικό της Ενωσης των Κομμουνιστών»: Ο μεγάλος τελικός σκοπός είναι η οικονομική χειραφέτηση της εργατικής τάξης στον οποίο πρέπει να υποταχθεί σαν μέσο κάθε πολιτικό κίνημα. «Το μεγάλο χρέος τώρα της εργατικής τάξης» είναι να κατακτήσει την πολιτική εξουσία. Η εργατική τάξη διαθέτει ένα στοιχείο της επιτυχίας: τον αριθμό. «Οι αριθμοί, όμως, μετράνε μονάχα, όταν ο συνδυασμός τους ενώνει και η γνώση τους καθοδηγεί». Ξανά υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα το επαναστατικό κόμμα να καθοδηγεί την τάξη. Ο διεθνισμός, στο διεθνές επίπεδο, τονίζεται ακόμα περισσότερο μετά από τις εμπειρίες των ταξικών αγώνων, σύμφωνα με τον οποίο «η χειραφέτηση των εργατών δεν είναι ούτε τοπικό, ούτε εθνικό αλλά ένα κοινωνικό καθήκον που αγκαλιάζει όλες τις χώρες στις οποίες υπάρχει η σύγχρονη κοινωνία και που η λύση του εξαρτάται από την πραχτική και θεωρητική συνεργασία των πιο προχωρημένων χωρών...». Η αλήθεια, η δικαιοσύνη και η ηθικότητα σαν κανόνες συμπεριφοράς των κοινωνιών και των ατομικών μελών της Ενωσης απέναντι σε «όλους τους ανθρώπους, άσχετα από το χρώμα της επιδερμίδας τους, από την πίστη ή την εθνικότητα»[9]. «Η οργανωτική διάρθρωση δομείται στη βάση των αρχών του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού».
Η ΔΕΕ δεν ήταν καθόλου μια ιδεολογικά ενιαία οργάνωση. Στη σύνθεσή της από ατομικά μέλη, τμήματα και συνδεδεμένες οργανώσεις, όπως τα συνδικάτα, οι κοινότητες, τα κόμματα και άλλα, υπήρχαν διαφορετικά ρεύματα. Ηταν οι Προυντονιστές, που ονειρεύονταν μια κοινωνία δικαίως διανεμημένης μικροϊδιοκτησίας, που απόρριπταν την επαναστατική ταξική πάλη και που δρούσαν ακόμα και ενάντια στον απεργιακό αγώνα της εργατικής τάξης. Οι αντιπρόσωποι του ADAV έβλεπαν στο γενικό εκλογικό δικαίωμα την πανάκεια για τον παραμερισμό όλων των κοινωνικών δεινών. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη ΔΕΕ προερχόταν από τους Μπακουνιστές.
Ο Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν (1814-1876), Ρώσος ιδεολόγος και δημοσιολόγος του αναρχισμού και του πανσλαβισμού, συμμετείχε στην Επανάσταση του 1848/’49 στη Γερμανία, μπήκε το 1868 στη ΔΕΕ σαν άσπονδος εχθρός του Μαρξ και του επιστημονικού σοσιαλισμού, δημιούργησε για λογαριασμό του ένα ειδικό εργαλείο διάλυσης, τη «Διεθνή Συμμαχία της σοσιαλιστικής Δημοκρατίας» με στόχο να γίνει αυτή μια «Διεθνής» μέσα στην ίδια τη ΔΕΕ για να τον τινάξει στον αέρα από μέσα[10]. Στο τέλος της δεκαετίας του ’60, ξεκίνησε μια αποσυνθετική δραστηριότητα με τη διάδοση της αναρχικής του αντίληψης περί «αποχής της εργατικής τάξης από την πολιτική».
Ιδιαίτερα στις ρωμανικές χώρες, στις οποίες ο καπιταλισμός δεν ήταν πολύ αναπτυγμένος και το εργατικό κίνημα βρισκόταν ακόμα στις αρχές της πολιτικής του διαμόρφωσης, η αντίληψη αυτή είχε καταστρεπτικές επιπτώσεις. Ξεκινώντας από μια υποκειμενική ιδεαλιστική βασική αντίληψη, ιδίως από μια αφηρημένη, ανιστορική και βουλησιαρχική αντίληψη για την ιστορία, ο Μπακούνιν έβλεπε στο κράτος και όχι στο κεφάλαιο τον κύριο εχθρό της εργατικής τάξης. «Το κράτος», έλεγε, «έχει δημιουργήσει το κεφάλαιο, ο κεφαλαιοκράτης είναι κάτοχος του κεφαλαίου του μόνον ελέω κράτους. Επειδή λοιπόν το κράτος είναι το κυριότερο κακό, θα πρέπει πριν απ’ όλα να καταργήσουμε το κράτος και τότε το κεφάλαιο μονάχο του θα πάει στο διάβολο». Ενώ εμείς αντίθετα λέμε: «Καταργήστε το κεφάλαιο, την ιδιοποίηση όλων των μέσων παραγωγής από λίγους και τότε το κράτος πέφτει μονάχο του». Η διαφορά είναι ουσιαστική: «Η κατάργηση του κράτους χωρίς προηγούμενη κοινωνική ανατροπή, είναι ανοησία - η κατάργηση του κεφαλαίου ε ί ν α ι ακριβώς η κοινωνική ανατροπή και κλείνει μέσα της μια μεταβολή ολόκληρου του τρόπου παραγωγής. Τώρα όμως, μια που για το Μπακούνιν το κράτος είναι το βασικό κακό, δεν επιτρέπεται να κάνουμε τίποτα που μπορεί να συγκρατήσει στη ζωή στο κράτος, δηλαδή οποιοδήποτε κράτος, δημοκρατία μοναρχία ή ό,τι άλλο. Γι’ αυτό λοιπόν πλέρια αποχή από κάθε πολιτική. Το να κάνεις μια πολιτική πράξη, ιδιαίτερα όμως το να παίρνεις μέρος σε εκλογές, θα ήταν προδοσία των αρχών σου. Πρέπει να κάνουμε προπαγάνδα, να βρίζουμε το κράτος, να οργανωνόμαστε, κι όταν θα έχουμε με το μέρος μας ό λ ο υ ς τους εργάτες, δηλαδή την πλειοψηφία, τότε καθαιρούμε όλες τις αρχές, καταργούμε το κράτος και βάζουμε στη θέση του την οργάνωση της Διεθνούς, χωρίς αρχηγούς και χωρίς αρχές, αλλά με πλήρη αυτονομία. Αυτή τη διαδικασία ο Μπακούνιν την αποκάλεσε «κοινωνική εκκαθάριση»[11]. Οι μέθοδοι της «κοινωνικής εκκαθάρισης» είναι το στιλέτο, το πιστόλι, το σχοινί, η γενική καταστροφή, ατομικοί φόνοι, μαζικοί φόνοι. Καταρτίζονται κατάλογοι επικήρυξης με μια ακριβή απαρίθμηση των «κατηγοριών» των μελών της κοινωνίας που προορίζονταν για άμεση ή κατοπινή εξόντωση, καθώς και αυτών που έπρεπε να τους κερδίσουν αμέσως ή αυτών που έπρεπε πιο μετά να αναδιαπαιδαγωγηθούν. Αυτές τις συνταγές μπορούμε να τις αντλήσουμε από την «Κατήχηση της Επανάστασης» που είχε συντάξει το 1869. Ο ληστής ήταν για τον Μπακούνιν το αρχέτυπο του επαναστάτη.
Η «θεωρία της αποχής» του Μπακούνιν δεν ήταν καθόλου καινούργια. Στα παιδικά χρόνια του εργατικού κινήματος, βρίσκουμε την ιστορική προέλευση της πολιτικής αδιαφορίας μέσα στα αιρετικά κινήματα. Το αιρετικό κίνημα αποκλείει αναγκαστικά τη συμμετοχή στην πολιτική δραστηριότητα. Ομως, η «πολιτική αποχή» είναι αδύνατη για την εργατική τάξη. Με το να οργανώνεται πολιτικά -με οποιαδήποτε μορφή- κάνει ήδη πολιτική. Για τον επαναστατικό αγώνα της εργατικής τάξης για την κοινωνική της απελευθέρωση, οι πολιτικές ελευθερίες είναι ουσιώδεις, ιδιαίτερα η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, του συνέρχεσθαι και του Τύπου και δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη προς αυτές. Η θέση κατά την οποία η πολιτική δραστηριότητα θα σήμαινε αναγνώριση του υπαρκτού κράτους ήταν τελείως ανόητη. Αναλόγως, μια απεργία για το μισθό θα σήμαινε αναγνώριση του καπιταλιστικού συστήματος μισθών.
Η πολιτική καταπίεση εκ μέρους των εκμεταλλευτριών τάξεων για να εξασφαλίσουν την κοινωνική τους κυριαρχία, αναγκάζει τους εργάτες να ανακατευτούν στην πολιτική. Η πολιτική εξουσία στα χέρια του προλεταριάτου είναι
το μόνο μέσο για την κατάργηση των τάξεων. «Ωστόσο, η επανάσταση είναι η ανώτατη πολιτική πράξη και όσοι τη θέλουν πρέπει επίσης να θέλουν τα μέσα για την επίτευξή της, δηλαδή την πολιτική δράση, που προετοιμάζει το έδαφος για την επανάσταση...»[12].
Οι Μπακουνιστές απόδειξαν και στην πράξη ότι η θεωρία τους δε στεκόταν με τίποτα. Στην ισπανική Επανάσταση από το 1868 μέχρι το 1874 (η πέμπτη επανάσταση στην Ισπανία), στην οποία οι εργάτες ακολούθησαν τις συστάσεις των Μπακουνιστών, υπέστησαν μια φοβερή ήττα. Ο Ενγκελς στο σύγγραμμά του: «Οι Μπακουνιστές στη Δουλειά», περιέγραψε τη συμπεριφορά των Μακουνιστών σε αυτή την Επανάσταση: Πρώτα, οι Μπακουνιστές έδρασαν ενάντια στη δική τους θέση, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται η συμμετοχή σε κυβέρνηση, ούτε σε μια επαναστατική κυβέρνηση. Στο Αλκόϊ, σχημάτισαν μια «επιτροπή ευημερίας», δηλαδή μια «επαναστατική» κυβέρνηση, αλλά δεν ήξεραν τι να κάνουν την κυριαρχία τους. Δεν πρόβαλαν αντίσταση ενάντια σε μερικούς λόχους στρατιωτών της αντεπανάστασης όταν αυτοί ξεναπήραν την πόλη, παρ’ όλο το γεγονός ότι μπορούν να στηριχτούν σε 5.000 ένοπλους εργάτες, σύμφωνα με τις δικές τους δηλώσεις. Επίσης, οι Μπακουνιστές μετείχαν σε όλες τις επαναστατικές κυβερνήσεις των πόλεων της Ανδαλουσίας, παρ’ όλο που μερικούς μήνες πριν, στην Κόρντομπα, είχαν διακηρύξει την εγκαθίδρυση επαναστατικών κυβερνήσεων ως προδοσία και απάτη των εργατών. Οι Μπακουνιστές αποδείχθηκαν εντελώς ανίκανοι να οργανώσουν τον αγώνα των Ισπανών εργατών και τους οδήγησαν σε μια ήττα που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Ενα λαμπρό δείγμα «επαναστατικής» δραστηριότητας έδοσαν οι Μπακουνιστές στην Καρταχένα, υποκινώντας την εκεί επαναστατική κυβέρνηση να αφήσει ελεύθερους 1.800 κατάδικους των κάτεργων, «τους χειρότερους ληστές και δολοφόνους της Ισπανίας», για να ενισχύσουν τις γραμμές των μαχητών για την ελευθερία. Αυτό οδήγησε στην πλήρη απώλεια του ηθικού και στην παράλυση των υπερασπιστών και επέτρεψε την υποταγή της πόλης στα αντεπαναστατικά στρατεύματα[13]. Οι Μπακουνιστές είχαν οδηγήσει την από πριν καλά οργανωμένη και πολυάριθμη ισπανική Διεθνή στην έμπρακτη διάλυσή της.
Χρόνια αργότερα, ο Ενγκελς εξέφρασε σημαντικές περαιτέρω σκέψεις στην αντιπαράθεση με τον αναρχισμό, σε μια επιστολή του στο Φίλιπ φον Πάτεν (Philip von Patten) της 18ης Απρίλη 1883. Σύμφωνα με τις απόψεις των αναρχικών «η προλεταριακή επανάσταση θα έπρεπε να ξεκινήσει με την κατάργηση της πολιτικής οργάνωσης του κράτους. Ομως, η μοναδική οργάνωση που βρίσκει έτοιμη μπροστά του το νικηφόρο προλεταριάτο, είναι ακριβώς το κράτος»[14]. Το κράτος μπορεί να χρειαστεί αλλαγές πριν μπορέσει να εκπληρώσει τις νέες του λειτουργίες, αλλά το να καταστρέψεις το κράτος θα σήμαινε να καταστρέψεις «το μοναδικό οργανισμό, μέσω του οποίου το νικηφόρο προλεταριάτο μπορεί να επιβάλει τη μόλις κατακτημένη εξουσία του, να κουμαντάρει τον καπιταλιστικό του αντίπαλο» και να κάνει τις αναγκαίες οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Χωρίς την κρατική δύναμη η νίκη της εργατικής τάξης δεν μπορούσε παρά να τελειώσει με ήττα και μαζική σφαγή, παρόμοια με την ήττα της Παρισινής Κομμούνας[15].
Με την πρώτη ματιά, θα μπορούσε να μοιάζει σαν να διορθώνει ο Ενγκελς τη θέση του Μαρξ σχετικά με το «τσάκισμα» του παλαιού κρατικού μηχανισμού. Πρώτα, πρέπει να ξεχωρίσουμε ανάμεσα στην αναρχική θέση της «κατάργησης» ή της «καταστροφής» του κράτους και το «τσάκισμα» του παλαιού κρατικού μηχανισμού». Το τελευταίο έχει σχέση με τα όργανα καταστολής του παλαιού αστικού κρατικού οργανισμού και όχι με το κράτος σαν ολικό οργανισμό, προπαντός όχι με τα διοικητικά του όργανα και τις αναγκαίες λειτουργίες που πρέπει να αποσπαστούν από την παλαιά κυρίαρχη τάξη. Ο Ενγκελς μετά από την Παρισινή Κομμούνα, την «πολιτική μορφή που επιτέλους αποκαλύφθηκε και στην οποία μπορεί να συντελεστεί η οικονομική χειραφέτηση του προλεταριάτου», διευκρίνισε τη σκέψη ότι το νικηφόρο προλεταριάτο πρέπει να αναλάβει τον παλαιό καθοδηγητικό μηχανισμό, να τον μετατρέψει, να τον αλλάξει προς το συμφέρον του, για να οδηγήσει τη νέα σοσιαλιστική κοινωνία. Χωρίς την ανάληψη - και μετατροπή - του παλαιού καθοδηγητικού μηχανισμού δεν μπορεί να εξασφαλιστεί η πολιτική εξουσία του προλεταριάτου. Αυτή τη σκέψη τη συνέχισε ο Λένιν μετά από την Οκτωβριανή Επανάσταση με την οικοδόμηση της σοβιετικής εξουσίας* .
Η πολιτική δράση της εργατικής τάξης δε νοείται χωρίς οργάνωση. Αλλά η οργάνωση απαιτεί καθοδήγηση και μαζί με αυτή κάποια αρχή. Αυτό σημαίνει ταυτόχρονα υποταγή, από την άλλη πλευρά. Δεν υπάρχει κοινή δράση, δεν υπάρχει συνεργασία χωρίς μια βούληση καθοδηγητική, χωρίς αρχή[16]. Οι Μπακουνιστές αμφισβήτησαν αυτές τις βασικές αρχές, οι οποίοι αντιπαράθεσαν την αυτονομία των ομάδων και των ατόμων στην αρχή των καθοδηγητικών κομματικών επιτροπών και κομματικών αρχηγών του προλεταριάτου. Οπως έβλεπαν αφηρημένα το κράτος οι Μπακουνιστές, έτσι έβλεπαν και τις αρχές σαν κάτι που είναι βασικά «κακό». Ο αγώνας κατά των Μπακουνιστών απαίτησε πολύ χρόνο και πολλές δυνάμεις από το Μαρξ και τον Ενγκελς, που αφαιρέθηκαν από το χρόνο για την επιστημονική δουλιά.
Εξαιτίας των αυξανόμενων διώξεων της ΔΕΕ (Διεθνούς Ενωσης Εργατών) εκ μέρους της διεθνούς αντίδρασης, μετά από την Παρισινή Κομμούνα, καθώς και της διασπαστικής δραστηριότητας των Μπακουνιστών, το Συνέδριο της Χάγης αποφάσισε το 1872 να μεταφέρει την έδρα του Γενικού Συμβουλίου στη Νέα Υόρκη.
Οι μέχρι τότε μορφές οργάνωσης δεν ανταποκρίνονταν πια στη νέα φάση ανάπτυξης του εργατικού κινήματος, στην οποία η ίδρυση εργατικών κομμάτων στη βάση του επιστημονικού σοσιαλισμού - σήμερα θα λέγαμε στη βάση του μαρξισμού - έγινε αποφασιστικό καθήκον σε κάθε χώρα. Η συνδιάσκεψη της ΔΕΕ στη Φιλαδέλφεια διακήρυξε, στις 15 Ιουλίου 1876, επίσημα τη διάλυσή της. Είχε συμπληρώσει το ιστορικό της καθήκον, τη διάδοση δηλαδή του επιστημονικού σοσιαλισμού στο διεθνές εργατικό κίνημα σαν θεωρητικής και ιδεολογικής προϋπόθεσης για τη δημιουργία εθνικών επαναστατικών κομμάτων της εργατικής τάξης.