Οι οπαδοί της «θεωρίας του κρατικού καπιταλισμού» ισχυρίζονται ότι το κράτος ήταν ενιαίος καπιταλιστής και η εργατική δύναμη εμπόρευμα. Την εργατική δύναμη την αγοράζουν με ένα στόχο - να εξάγουν από αυτήν υπεραξία. Ομως πώς είναι δυνατόν να εξαχθεί υπεραξία, εάν μοναδικός αγοραστής για το κράτος είναι οι ίδιοι οι εργάτες και υπάλληλοί του; Φανταστείτε ότι ο καπιταλιστής πουλάει την παραγωγή του μόνο στους εργαζόμενους της επιχείρησής του. Θα πάρει πολλά από αυτούς; Μόνο αυτά που ο ίδιος τους πλήρωσε. Φανταστείτε ότι το σοβιετικό κράτος πλήρωσε μισθούς σε όλους τους εργάτες και υπαλλήλους του, μέχρι και τον Γενικό Γραμματέα, ας πούμε 100 ρούβλια. Και μετά το κράτος προσπαθεί να πουλήσει στους ίδιους εργάτες και υπάλληλους αντικείμενα κατανάλωσης. Λοιπόν θα βγάλει πολλά το κράτος με αυτόν τον τρόπο; Ούτε τα 100 ρούβλια δε θα πάρει.
Για να γίνει κατανοητό το τι συνέβαινε εδώ στην πραγματικότητα, είναι ενδιαφέρον να δούμε από πού παιρνόταν γενικά ο μισθός στη σοβιετική κοινωνία. Το κονδύλι μισθοδοσίας διαμορφωνόταν συγκεντρωτικά από τα όργανα σχεδιοποίησης, με αφετηρία τη συνολική τιμή των προϊόντων που προορίζονταν για ατομική κατανάλωση. Μετά κατέβαζαν το ντοκουμέντο για τους μισθούς στα κλαδικά υπουργεία, εκείνα με τη σειρά τους στις επιχειρήσεις και έτσι μέχρι την παραγωγική ομάδα και τον ξεχωριστό εργάτη. Η «κερδοφορία» ή «μη κερδοφορία» της επιχείρησης δεν επηρέαζε με κανέναν τρόπο το μισθό. Τα «λογιστικά χρήματα» που υπήρχαν στους λογαριασμούς των επιχειρήσεων δεν επιτρεπόταν να μεταφερθούν στο κονδύλι μισθοδοσίας. Υπήρχε ένα σύστημα άμεσα κοινωνικής κατανομής των προϊόντων. Οπου τα χρήματα ήδη δεν ήταν χρήματα, αλλά εργασιακές αποδείξεις του δικαιώματος απολαβής ενός μέρους του συνολικού κοινωνικού προϊόντος. Στη δεδομένη περίπτωση ο μισθός είναι μια μορφή κατανομής σύμφωνα με την εργασία και δεν έχει τίποτα κοινό με το μισθό ως χρηματική μορφή της αξίας της εργατικής δύναμης. Δυστυχώς, αυτές οι αποδείξεις ήταν πολλών χρήσεων, πράγμα που σε ορισμένες πράξεις, τέτιες όπως η συσσώρευση, η αγορά συναλλάγματος στη μαύρη αγορά, μπορούσε να τις μετατρέψει σε χρήμα. Στην εποχή μας θα άξιζε να τις αλλάξουμε με πλαστικές κάρτες, στις οποίες θα αναγραφόταν το δικαίωμα απολαβής μέρους του κοινωνικού προϊόντος.
«Τα χρηματικά έσοδα του πληθυσμού, όπως αυτό φαίνεται από τις πηγές δημιουργίας τους που απαριθμήθηκαν, στο συντριπτικό τους μέρος δημιουργούνται ως αποτέλεσμα σχεδιοποιημένων ενεργειών της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Τα όργανα σχεδιοποίησης καθορίζουν το γενικό κονδύλι μισθοδοσίας, που πληρώνεται στους εργάτες και υπαλλήλους στους παραγωγικούς και μη παραγωγικούς οργανισμούς. Με τη σχεδιοποίηση των αποθεμάτων αγροτικών προϊόντων και των τιμών τους προκαθορίζεται το ύψος των εσόδων των κολχόζνικων, που καταβάλλονται από τα κολχόζ… Η σοσιαλιστική κοινωνία παίρνει μέτρα στην κατεύθυνση, ώστε η δημιουργία και η πραγματοποίηση των εσόδων του πληθυσμού να μην προκαλέσουν γενική εξύψωση της ενεργού ζήτησης πάνω από την προσφορά»[1].
Με παρόμοιο τρόπο περιγράφει το σύστημα κατανομής στην ΕΣΣΔ και ο Α. Ζηνόβιεφ:
«Εστω ότι υπάρχει κάποια κατηγορία αντικειμένων κατανάλωσης, που μπορεί να θεωρείται βασική (ψωμί, γάλα, βούτυρο, αλάτι, σαπούνι, σχολικά τετράδια κλπ.). Εστω ότι ο μηνιαίος μισθός της βασικής κατηγορίας των πολιτών ανέρχεται στα 200 ρούβλια (ο «μέσος» μισθός). Οι τιμές στα προϊόντα που αναφέρθηκαν καθορίζονται από το κράτος ανεξάρτητα από τον ανταγωνισμό (ο οποίος δεν υπάρχει) των εταιριών παραγωγής και από τη γενική κατάσταση στην «αγορά», η οποία επίσης δεν υπάρχει, αλλά σε εξάρτηση από τη δυνατότητα των πολιτών να τα αποκτούν στα πλαίσια του μισθού που αναφέρθηκε… Ως αποτέλεσμα είναι πιθανή και στην πραγματικότητα έχει θέση μια τέτια κατάσταση πραγμάτων, που για την παραγωγή αυτών των αντικειμένων κατανάλωσης ξοδεύονται περισσότερα μέσα, από όσα εισπράττονται ως αποτέλεσμα της πώλησής τους»[2].
Τα όργανα σχεδιοποίησης έλεγχαν την ποσότητα των «χρημάτων», που βρισκόταν στα χέρια του πληθυσμού και, ξεκινώντας από αυτό, καθόριζαν τις τιμές. Στόχος ήταν να εξισορροπηθεί το προϊόν και η απόδειξη για την απόκτησή του, ώστε στην κοινωνία να μην υπάρχουν αποδείξεις που δεν καλύπτονται από προϊόν. Ενα τέτιο σύστημα κατ’ αρχήν απέκλειε τις κρίσεις υπερπαραγωγής και εγγυόταν την κατανάλωση όλου του προϊόντος που είχε παραχθεί. Η τιμή εδώ δεν ήταν χρηματική έκφραση της αξίας, αλλά ήταν το όργανο με τη βοήθεια του οποίου κατένεμαν το κοινωνικό προϊόν.
«Στη Ρωσία, το συνολικό ποσό του πραγματικού μισθού και των αποδοχών καθοριζόταν ενωρίτερα αντίστοιχα με την ποσότητα των καταναλωτικών εμπορευμάτων, που είχε σχεδιαστεί να παραχθούν»[3]. Προσέξτε ότι ο μισθός του εργάτη δεν εξαρτιόταν από την κατάσταση της αγοράς ή από το αποτέλεσμα της δουλιάς της επιχείρησης, όπως αυτό συμβαίνει σε κάθε καπιταλισμό, αλλά από «την ποσότητα των καταναλωτικών εμπορευμάτων που είχε σχεδιαστεί να παραχθούν». (Τη λέξη «εμπορευμάτων» στη δεδομένη περίπτωση θα άξιζε να την βάλουμε σε εισαγωγικά, επειδή τα εμπορεύματα δεν κατανέμονται με τέτιον τρόπο). Τι είναι αυτό, εάν όχι μια προσπάθεια άμεσα κοινωνικής κατανομής των προϊόντων; Μέσω του κονδυλίου μισθοδοσίας κατένεμαν το συνολικό κοινωνικό προϊόν.
Στη σοβιετική οικονομία υπήρχαν δυο παραλλαγές «χρημάτων», τα μετρητά και τα «λογιστικά». Τα πρώτα προωθούνταν στον πληθυσμό για την απόκτηση προϊόντων ατομικής κατανάλωσης, με τη βοήθεια των δεύτερων οι επιχειρήσεις έκαναν τον τυπικό λογαριασμό μεταξύ τους. Αυτές οι δυο παραλλαγές «χρημάτων» δεν αναμιγνύονταν (μέχρι έναν ορισμένο χρόνο, τη δεκαετία του ’70 άρχισαν να επιτρέπουν να μεταφέρεται μέρος των χρημάτων από το λογαριασμό της επιχείρησης στο κονδύλι ενθάρρυνσης, κινήτρων, πριμοδότησης των εργαζομένων, πράγμα που αμέσως σε συνθήκες ελέγχου των τιμών άρχισε να οδηγεί σε ακάλυπτη ζήτηση) και με κανέναν τρόπο δεν επηρέαζαν η μια την άλλη. Και η μια, και η άλλη δεν ήταν πια χρήματα. Το «οικονομικό» αποτέλεσμα της δουλιάς της επιχείρησης, δηλαδή η ύπαρξη σε αυτήν κέρδους («λογιστικού χρήματος»), όπως ειπώθηκε ήδη, δεν επηρέαζε με κανέναν τρόπο στην πληρωμή μετρητού «χρήματος» στους εργάτες αυτής της επιχείρησης. Το μετρητό «χρήμα» για τους εργάτες και τους υπαλλήλους δεν προερχόταν από την επιχείρηση, αλλά από τα κρατικά όργανα σχεδιοποίησης, μέσω του ενιαίου για όλη τη χώρα κονδυλίου μισθοδοσίας, που ήταν συνδεδεμένο με τη συνολική ποσότητα των προϊόντων, που προορίζονταν για ατομική κατανάλωση. Τα «λογιστικά χρήματα», που βρίσκονταν στο λογαριασμό της επιχείρησης, εξυπηρετούσαν μόνο τον τυπικό λογαριασμό μεταξύ των επιχειρήσεων και δεν είχαν καμία σχέση με το μισθό των εργατών. Πρακτικά υπήρχαν δύο ανεξάρτητα «χρηματικά» συστήματα: τα «λογιστικά χρήματα» και τα μετρητά.
Η σοβιετική επιχείρηση δεν μπορούσε να διαθέτει τα «λογιστικά χρήματα», όπως διαθέτει τα χρήματά της μια κανονική καπιταλιστική επιχείρηση. Με αυτά τα «χρήματα» δεν μπορούσε ούτε να αγοράζει ούτε να πουλάει ούτε να πληρώνει μισθούς: μπορούσε μόνο να τα μεταβιβάζει σύμφωνα με το κρατικό πλάνο. Η κίνηση αυτών των «χρημάτων» ελεγχόταν αυστηρά από την κρατική τράπεζα.
Σε ό,τι αφορά τα μετρητά «χρήματα», αυτά μπορούσαν να αντικατασταθούν πλήρως από αποδείξεις μιας χρήσης του δικαιώματος λήψης προϊόντος. Αυτά, κυριολεκτικά, και έπαιζαν το ρόλο τέτοιων αποδείξεων. Εκλαμβάνοντας τα μετρητά, που κυκλοφορούσαν στον πληθυσμό, για πραγματικά χρήματα, οι «κρατικοκαπιταλιστές» επαναλαμβάνουν το λάθος του κυρίου Ντύρινγκ με μια λίγο παραλλαγμένη μορφή. Ο κ. Ντύρινγκ θεωρούσε ότι στην «κομμούνα» διατηρούνται τα χρήματα, μη αντιλαμβανόμενος, ότι από αυτά παραμένει μόνο η εξωτερική εμφάνιση, ότι στην πραγματικότητα, μιλώντας με τα λόγια του Ενγκελς, «λειτουργούν όχι ως χρήματα, αλλά ως παραλλαγμένα εργασιακά σύμβολα». Οι «κρατικοκαπιταλιστές» επίσης δε δυσκολεύτηκαν να παρατηρήσουν πίσω από την εξωτερική εμφάνιση των χρημάτων, ότι τα τελευταία πρακτικά μετατράπηκαν σε «παραλλαγμένα εργασιακά σύμβολα». Ομως, σε διάκριση από τον Ντύρινγκ που θεώρησε ότι τα χρήματα παραμένουν και στην «κομμούνα», οι «κρατικοκαπιταλιστές» έφτασαν στο συμπέρασμα, ότι αφού υπήρχαν χρήματα, τότε καμιά «κομμούνα» δεν υπήρξε. Και οι «κρατικοκαπιταλιστές» και ο Ντύρινγκ δεν πρόσεξαν ότι τα χρήματα μπορούν, διατηρώντας την εξωτερική τους όψη, να εκπληρώνουν ήδη εντελώς διαφορετικές λειτουργίες, μπορούν να μετατραπούν σε «παραλλαγμένα εργασιακά σύμβολα». Ακριβώς τέτια «παραλλαγμένα εργασιακά σύμβολα» ήταν τα σοβιετικά μετρητά «χρήματα» τα οποία, θα θυμίσουμε ακόμα μια φορά, δεν είχαν καμία σχέση με τα χρήματα που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στις επιχειρήσεις.
Το ότι τα «χρήματα» στην ΕΣΣΔ εκτελούσαν άλλη λειτουργία από ό,τι τα χρήματα στην καπιταλιστική οικονομία, το ανέφερε και ο Α. Ζηνόβιεφ: «Εδώ η βασική λειτουργία των χρημάτων είναι να αποτελούν μέτρο υπολογισμού της εργασίας, μέτρο επιβράβευσης για την εργασία, μέσο κατανομής των αγαθών, μέσο υπολογισμού και σχεδιοποίησης της δραστηριότητας των ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων. Σε αυτήν τη λειτουργία τα χρήματα είναι σήματα (σ.μ.: σύμβολα), που δεν προϋποθέτουν καμιά εξασφάλιση σε χρυσό, όπως αυτό ισχύει περίπου για το χρήμα στις λειτουργίες του, του μέτρου και του εκφραστή της αξίας. Ταυτόχρονα τα χρήματα σε σημαντικό βαθμό μπορούν να παραμείνουν κάτι το συμβολικό (για παράδειγμα στην περίπτωση των λογαριασμών, που γίνονται χωρίς μετρητά)»[4].
Στους «κρατικοκαπιταλιστές» αρέσει να συγκρίνουν τους σοβιετικούς εργάτες με τους εργάτες των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων (σ.μ.: ομίλων). Και απευθύνουν για αυτό το θέμα διάφορες πολύπλοκες, όπως τους φαίνεται, ερωτήσεις. Για παράδειγμα: «Τι είναι οι εργάτες των ομίλων επιχειρήσεων - ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής ή μισθωτοί εργαζόμενοι;». Εννοείται, ότι εάν στη σοβιετική επιχείρηση οι εργάτες δεν ήταν μισθωτοί εργαζόμενοι, τότε, μπορεί να τους πούμε, ότι και στην καπιταλιστική επιχείρηση το θέμα έχει επίσης έτσι. Να εδώ μας έπιασαν. Δε θα προλάβετε (σ.μ.: να το δείτε αυτό)!
Στην καπιταλιστική επιχείρηση ο εργάτης είναι μισθωτός εργαζόμενος, επειδή η εργατική του δύναμη ενώνεται με τα μέσα παραγωγής μέσω της αγοράς, όπου λειτουργούν άλλες επιχειρήσεις, φίρμες, εταιρίες κλπ. Ο εργάτης, πουλώντας την εργατική του δύναμη, εισέρχεται στις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις. Το προϊόν, που καταναλώνει για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης ο εργάτης της καπιταλιστικής επιχείρησης, είναι εμπόρευμα, επειδή το αγοράζει στην αγορά, όπου δρουν διάφοροι μεμονωμένοι παραγωγοί. Το προϊόν, που έχει παραχθεί από τον εργάτη, αποτελεί ιδιοκτησία της επιχείρησης, η οποία σύμφωνα με την προϋπόθεση ύπαρξής της πρέπει να το πουλάει στην αγορά. Εδώ συνεχώς λαμβάνει χώρα η διαδικασία αποξένωσης του προϊόντος, δηλαδή το πέρασμα από τον ένα ιδιοκτήτη στον άλλο.
Η ΕΣΣΔ όμως ήταν, στη ουσία, μια μεγάλη «φυσική οικονομία», όπου υπήρχε ένα συγκεντρωτικό σύστημα κατανομής των προϊόντων. Στην ΕΣΣΔ το προϊόν δεν αλλοτριωνόταν, επειδή δεν άλλαζε ιδιοκτήτη, δε μετέβαινε σε δεδομένη μορφή ιδιοκτησίας, μιλώντας χοντρικά, όλοι δούλευαν για το ένα μεγάλο καλάθι. «… Με τη μετατροπή της δραστηριότητας των ατόμων σε άμεσα καθολική ή κοινωνική, από τις εμπράγματες στιγμές της παραγωγής αίρεται αυτή η μορφή αποξένωσης»[5]. Η κάθε εργασία στην ΕΣΣΔ ήταν άμεσα κοινωνική εργασία, επειδή το κάθε προϊόν που είχε παραχθεί ήταν ιδιοκτησία όλης της κοινωνίας. Κανείς υπάλληλος, διευθυντής ή άλλος εκπρόσωπος της σοβιετικής κομματικοοοικονομικής ελίτ δεν μπορούσε να ανακηρύξει τα προϊόντα που παράγονταν ή τα μέσα παραγωγής ιδιοκτησία του. Αυτοί μπορούσαν μόνο να εγγυηθούν κάποιο πλεονέκτημα κατά την κατανομή των αντικειμένων ατομικής κατανάλωσης.
Και ακόμα μια κάποια θεία Λιούσια από κάποιο μαγαζί τροφίμων, κρύβοντας παράνομα κάποιο σπάνιο προϊόν, ως προς το επίπεδο κατανάλωσης μπορούσε να ξεπεράσει και το μεγάλο κομματικό προϊστάμενο και το διευθυντή. Η ευημερία της θείας Λιούσιας στηριζόταν στο ότι μπορούσε να παρασιτεί με επιτυχία στο κοινωνικό σύστημα κατανομής. Σε κανέναν καπιταλισμό δε θα μπορούσε να εμφανιστεί μια παρόμοια θεία Λιούσια από το μαγαζί των τροφίμων, ακριβώς όπως και δε θα μπορούσαν να εμφανιστούν ελλείψεις που θα έβαζαν τη θεία Λιούσια σε προνομιακή θέση. Η θεία Λιούσια είναι αρρώστια της μεταβατικής περιόδου, όταν το σύστημα της άμεσα κοινωνικής κατανομής δεν έχει ακόμα ρυθμιστεί, όταν (σε ό,τι αφορά την ΕΣΣΔ) τεράστια ποσότητα εργασίας δαπανάται στην άμυνα, στα κοινωνικά κονδύλια κατανάλωσης, πράγμα που στο συνολικό κοινωνικό προϊόν μειώνει το ποσοστό που προορίζεται για την ατομική κατανάλωση.
Ακόμα και αν η «σχιζοφρένεια» στο ΚΚΣΕ έφτανε εκείνο το επίπεδο, που δίπλα στον «καθοδηγητικό και κατευθυντήριο ρόλο» του κόμματος γραφόταν ότι όλα τα μέσα παραγωγής αποτελούν ιδιοκτησία των αποσπασμένων (σ.μ.: από την παραγωγή) κομματικών υπαλλήλων, τότε και αυτό δε θα άλλαζε τίποτα. Τα μέσα παραγωγής εξίσου θα παρέμεναν στη άμεσα κοινωνική ιδιοκτησία, επειδή κατά την απουσία της αγοράς στόχος της λειτουργίας τους μπορούσε να είναι μόνο η ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας. Η συνένωση της εργατικής δύναμης με τα μέσα παραγωγής θα παρέμενε ευθεία (σ.μ.: άμεση), η κατανομή των προϊόντων θα μπορούσε επίσης να έχει μόνο άμεσα κοινωνικό χαρακτήρα. Η παραγωγή χάριν του κέρδους είναι δυνατή μόνο κατά την παρουσία πλήθους ιδιοκτητών, που συναλλάσσονται ο ένας με τον άλλο στην αγορά.
Τα εισαγόμενα προϊόντα που καταναλώνονταν στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ, επίσης δε μετατρέπονταν σε εμπορεύματα, μια και περνούσαν μέσα από το συγκεντροποιημένο σύστημα κατανομής. Το κράτος δεν μπορούσε να πουλήσει στο εσωτερικό της χώρας τα αγορασμένα στο εξωτερικό εμπορεύματα, μπορούσε μόνο να τα κατανείμει. Γιατί; Επειδή στο εσωτερικό της χώρας δεν υπήρχε πραγματικό χρήμα. Σημειώσαμε, ήδη, ότι το χρήμα στην πραγματικότητα μετατράπηκε σε εργασιακές αποδείξεις. Το κράτος αγόραζε εμπόρευμα στο εξωτερικό με πλήρες χρήμα - δολάρια ή άλλο συνάλλαγμα. Ενώ στο εσωτερικό το προϊόν κατανεμόταν με τα συνηθισμένα ρούβλια, τα οποία κανείς και πουθενά στο εξωτερικό δε θα δεχόταν για πληρωμή. Το κλασικό σχήμα Χ - Ε - Χ δε λειτουργούσε. Προέκυπτε Χ - Ε … Ηταν αδύνατον να μετατραπούν τα ρούβλια σε δολάρια, επειδή δεν ήταν χρήμα, αλλά ήταν εργασιακές αποδείξεις. Με αυτά τα ρούβλια δεν ήταν δυνατόν να αγοραστεί ούτε γη ούτε ένα αεροπλάνο ούτε ένα εργοστάσιο. Δεν υπήρχε ούτε αγορά συναλλάγματος ούτε χρηματιστήριο, όπου το ρούβλι θα μπορούσε να ανταλλαγεί με άλλο συνάλλαγμα. Στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ δεν υπήρχε χρήμα. Και οι «κρατικοκαπιταλιστές» όλο οραματίζονται εμπορευματοχρηματικές σχέσεις.
Το ίδιο αφορά και το εξωτερικό εμπόριο. Ούτε εδώ ήταν δυνατό να ληφθεί υπεραξία. Επειδή στο εξωτερικό πουλιόταν άμεσα κοινωνικό προϊόν, που δεν είχε παραχθεί από μισθωτό εργαζόμενο, αλλά από όλη την κοινωνία. Από το σχήμα Χ - Ε - Χ αυτή τη φορά χανόταν το πρώτο Χ. Προέκυπτε … - Ε - Χ. Για την παραγωγή προϊόντος στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ δεν χρησιμοποιούνταν αξίες, γι’ αυτό και το προϊόν της σοβιετικής κοινωνίας δεν αποτελούσε αξία. Η ΕΣΣΔ μπορούσε να δίνει εντελώς δωρεάν το μη καταναλωμένο στο εσωτερικό προϊόν, πράγμα που και έκανε συχνά. Σε ό,τι αφορά την ΕΣΣΔ, αυτό πια δεν ήταν ανταλλαγή ανταλλακτικών αξιών, αλλά ανταλλαγή δραστηριοτήτων. Ομως αυτό μόνο σε ό,τι αφορά την ΕΣΣΔ. Το εξαγόμενο από την ΕΣΣΔ προϊόν εμφανιζόταν ως εμπόρευμα μόνο σχετικά με την εξωτερική αγορά. Σχετικά με την ΕΣΣΔ δεν ήταν εμπόρευμα, αλλά εμφανιζόταν ως δραστηριότητα μεταβιβασμένη στο εξωτερικό.
Θα φέρουμε ένα κάπως ασυνήθιστο παράδειγμα. Θα φανταστούμε ότι στον πλανήτη γη νίκησε ο πλήρης κομμουνισμός. Ομως υπάρχει διαπλανητική αγορά, καπιταλιστικοί πλανήτες, γαλαξιακός χρυσός κλπ. Εάν οι γήινοι ασχοληθούν με την ανταλλαγή σε αυτήν την αγορά, αυτό δε σημαίνει ότι στη γη η εργατική δύναμη είναι εμπόρευμα. Για μας αυτή θα είναι ανταλλαγή δραστηριοτήτων, αν και σε σχέση με τη γαλαξιακή αγορά το προϊόν μας θα εμφανίζεται σαν εμπόρευμα.
Ακόμα στους «κρατικοκαπιταλιστές» αρέσει να μιλούν για τον καταμερισμό εργασίας στην ΕΣΣΔ, εξάγοντας από αυτό την ύπαρξη εμπορευματοχρηματικών σχέσεων. Συνάμα συγχέουν τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας με τον καταμερισμό της κοινωνικής εργασίας. Ο πρώτος είναι απαραίτητη προϋπόθεση της εμπορευματικής παραγωγής. Ο δεύτερος είναι φυσική κατάσταση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Δεν οδηγεί στις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις κάθε καταμερισμός εργασίας, αλλά μόνο ο καταμερισμός εργασίας που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία. Στην «Κριτική της πολιτικής οικονομίας» ο Μαρξ γράφει: «Ομως εάν δούλευαν σαν συλλογικοί ιδιοκτήτες, τότε δε θα είχε θέση η ανταλλαγή, αλλά η συλλογική κατανάλωση. Γι’ αυτό οι δαπάνες ανταλλαγής θα εξαλείφονταν. Θα εξαφανιζόταν όχι ο καταμερισμός εργασίας (γενικά), αλλά ο καταμερισμός εργασίας, που βασίζεται στην ανταλλαγή. Γι’ αυτό δεν είναι σωστή η θεώρηση του Τ. Σ. Μιλλ των εξόδων κυκλοφορίας σαν της απαραίτητης τιμής του καταμερισμού της εργασίας. Αυτά είναι έξοδα μόνο του αυθόρμητου καταμερισμού εργασίας, που δε βασίζεται στην κοινότητα της ιδιοκτησίας, αλλά στην ατομική ιδιοκτησία»[6]. Κατά τη σχεδιοποιημένη διαχείριση της οικονομίας (της παραγωγής και της κατανομής) η κάθε εργασία, συμπεριλαμβανομένου και του σκαψίματος χαντακιών, μετατρέπεται σε άμεσα κοινωνική, επειδή γίνεται σύμφωνα με το κοινωνικό πλάνο και για το κοινωνικό όφελος.
Το να εξαλειφθεί πλήρως ο καταμερισμός της εργασίας, ιδιαίτερα της πνευματικής και της χειρωνακτικής, είναι δυνατό μόνο στην πιο πλήρη ανάπτυξη του κομμουνισμού.
«Η οικονομική βάση για την ολοκληρωτική απονέκρωση του κράτους είναι μια τόσο υψηλή ανάπτυξη του κομμουνισμού, που εξαφανίζει την αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και στη σωματική εργασία και συνεπώς εξαφανίζει μια από τις σπουδαιότερες πηγές της σύγχρονης κοινωνικής ανισότητας, και μάλιστα μια τέτια πηγή, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξαλειφθεί μεμιάς, με μόνο το πέρασμα των μέσων παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία, με μόνη την απαλλοτρίωση των καπιταλιστών»[7].
Μιλώντας για το ρόλο των ειδικών στην εργασία, στο έργο: «Για το ρόλο και τα καθήκοντα των συνδικάτων», ο Λένιν σημείωνε ότι οι ειδικοί θα παραμείνουν ιδιαίτερο στρώμα «στο μέλλον μέχρι την επίτευξη του υψηλότερου σταδίου ανάπτυξης της κομμουνιστικής κοινωνίας». Η ΕΣΣΔ εκινείτο στην κατεύθυνση της κατάργησης του καταμερισμού εργασίας. Εκστρατείες στις βάσεις (σ.μ.: παραγωγής) λαχανικών και ταξίδια «για την πατάτα» για τους διοικητικούς υπαλλήλους και τους εργαζόμενους της επιστήμης. Ποιοτική και ίση για όλα τα στρώματα της κοινωνίας σχολική εκπαίδευση. Προσπελασιμότητα των ΑΕΙ. Αναπτυγμένο σύστημα κινηματογράφων, θεάτρων, λεσχών κλπ. Η ΕΣΣΔ ήταν η χώρα που διάβαζε περισσότερο. Θυμηθείτε, το γραμματοκιβώτιο του κάθε εργάτη ξεχείλιζε από τα περιοδικά, στα οποία ήταν συνδρομητής.
Στην ΕΣΣΔ οι άνθρωποι απολάμβαναν ίσες προϋποθέσεις ανάπτυξης. Και αυτό είναι εκείνη η βάση, στην οποία στο μέλλον θα γίνει δυνατή η εξάλειψη της διαφοράς μεταξύ της πνευματικής και της χειρωνακτικής εργασίας.