ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΑΛΙ...


του Στέφανου Λουκά

Οι ΗΠΑ δέχτηκαν επίθεση και απαντούν με πόλεμο! Οι ΗΠΑ κήρυξαν πόλεμο μαζί με τους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους τους ενεργοποιώντας το άρθρο 5 του ιμπεριαλιστικού συνασπισμού! Το κορυφαίο ηγετικό κράτος στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα δείχνει για μια ακόμη φορά απροκάλυπτα, το χαρακτήρα του καπιταλισμού στο τελευταίο του στάδιο. Και δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά από το να χρησιμοποιεί την κρατική βία και τρομοκρατία στην ανώτατη μορφή της τον πόλεμο, ως μέσο άσκησης της πολιτικής για την προάσπιση των συμφερόντων του κεφαλαίου. Αλλωστε, σύμφωνα με τον Κλαούζεβιτς, ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Αναπόφευκτα λοιπόν οι πολιτικοί εκφραστές του κεφαλαίου των ΗΠΑ, κυβέρνηση και κράτος, με αφορμή το τρομοκρατικό χτύπημα στη Νέα Υόρκη και Ουάσινγκτον, αποφάσισαν να εξαπολύσουν πόλεμο, φαινομενικά ως απάντηση στο συγκεκριμένο χτύπημα, ουσιαστικά προκειμένου να ενισχύσουν τη στρατηγική τους θέση, ως ηγέτιδα δύναμη στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Αλλωστε ο «αόρατος εχθρός» δεν άργησε καθόλου να γίνει ορατός. Το Αφγανιστάν, γενικότερα η Κεντρική Ασία, βρίσκονται ήδη στο στόχαστρο των ιμπεριαλιστικών όπλων αυτού του πολέμου. Και μια ακόμη περιοχή του κόσμου, σημαντικής γεωστρατηγικής σημασίας, γίνεται πεδίο της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας στην πιο άγρια μορφή της.

Τη στιγμή που γράφτηκε αυτό το άρθρο (τέλος Σεπτέμβρη), η πολεμική δράση των ΗΠΑ είχε ήδη αρχίσει με όλες τις αναγκαίες και ικανές προϋποθέσεις να προετοιμάζονται μεθοδικά και γοργά από την αμερικανική κυβέρνηση και όχι μόνο. Αφ' ενός εξαπέλυσαν έναν τεράστιο, πολύμορφο, προπαγανδιστικό πόλεμο. Στόχος του, η διαμόρφωση της συνείδησης του λαού των ΗΠΑ αλλά και άλλων λαών, των σύμμαχων με αυτές κρατών ή των δυνάμει συμμάχων κρατών (δημιουργούνται προϋποθέσεις για διαμόρφωση έστω και προσωρινών και ευμετάβλητων τέτιων συμμαχιών), προκειμένου να αποδεχτούν και να στηρίξουν ενεργητικά την ιμπεριαλιστική δράση στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Αφ' ετέρου προώθησαν όλα τα πρακτικά πολιτικοστρατιωτικά μέτρα που απαιτεί ένας πόλεμος. Από τη στρατιωτικοποίηση της πολιτικής ζωής στο όνομα της ασφάλειας πιθανών στόχων άλλων «τρομοκρατικών χτυπημάτων», ως την ένταση των κατασταλτικών μέτρων, των μέτρων περιστολής των ατομικών και συλλογικών πολιτικοκοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών και την αύξηση των εξοπλισμών. Τα πρακτικά πολιτικοστρατιωτικά μέτρα πρέπει να τύχουν της λαϊκής αποδοχής γεγονός που απαιτεί την ανάλογη μαζική ψυχολογία. Η οποία επίσης αποτελεί μέρος του πολέμου. Η εικόνα που δημιουργούν οι εξελίξεις, μετά τον τυπικό προσδιορισμό του πολέμου ως «πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία», δείχνει και τα τρία κέντρα του ιμπεριαλισμού να συντάσσονται στην αναγκαιότητα λήψης μέτρων (ήδη τα κατασταλτικά μέτρα ενάντια στους λαούς στο εσωτερικό των κρατών έχουν αποφασιστεί), ενώ ταυτόχρονα με τον προσδιορισμό της γεωγραφικής περιοχής για το αποφασιστικό χτύπημα στον «ύποπτο εχθρό», εμφανίζονται τάσεις ελαφράς διαφοροποίησης από τις ΗΠΑ (π.χ. να αποφασίσει ο ΟΗΕ για τον πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία διατείνεται η Ευρωπαϊκή Ενωση και όχι μόνο), αλλά και προσπάθειες δημιουργίας συμμαχιών, σταθερών ή ευμετάβλητων δεν έχει σημασία, πεδίο στο οποίο βρίσκονται η Ρωσία και πρώην Σοβιετικές Ασιατικές Δημοκρατίες, το Ιράν κλπ.

Αυτή η πολύπλοκα εξελισσόμενη πραγματικότητα είναι απόρροια του χαρακτήρα του διεθνούς του ιμπεριαλιστικού συστήματος, για τον οποίο ο Λένιν παρατηρούσε: «...οι «διιμπεριαλιστικές» ή «υπεριμπεριαλιστικές» συμμαχίες στην κεφαλαιοκρατική πραγματικότητα... με οιανδήποτε μορφή κλείνονται αυτές οι συμμαχίες, με τη μορφή ενός ιμπεριαλιστικού συνασπισμού ενάντια σ' έναν άλλον ιμπεριαλιστικό συνασπισμό ή με τη μορφή μιας γενικής συμμαχίας όλων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων αποτελούν αναπόφευκτες απλώς «ανάπαυλες» ανάμεσα στους πολέμους. Οι ειρηνικές συμμαχίες προετοιμάζουν τους πολέμους και με τη σειρά τους ξεπηδούν από τη διαδοχή των μορφών της ειρηνικής και της μη ειρηνικής πάλης πάνω στο ίδιο ακριβώς έδαφος των ιμπεριαλιστικών σχέσεων και των αμοιβαίων σχέσεων της παγκόσμιας οικονομίας και της παγκόσμιας πολιτικής»[1].

ΟΙ ΔΗΘΕΝ ΑΠΡΟΣΜΕΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ

Οι τελευταίες εξελίξεις δε φαίνονται και δεν είναι απροσδόκητες. Οχι τόσο και μόνο σχετικά με το χτύπημα στις ΗΠΑ όσο με τη συνέχεια της αμερικανικής πολιτικής, με όλα τα μέσα που διαθέτει. Αυτή η εκτίμηση δεν πηγάζει μόνο από τη θεωρητική θέση ότι ο ιμπεριαλισμός γεννά τις αιτίες του πολέμου, αλλά και από την ανάλυση της συγκεκριμένης πραγματικότητας της ιμπεριαλιστικής «νέας τάξης».

Στην απόφαση του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ «Για το Αντιιμπεριαλιστικό Αντιμονοπωλιακό Δημοκρατικό Μέτωπο» αναφέρονται, ανάμεσα σε άλλα, και τα παρακάτω για το σύγχρονο κόσμο:

«Στο κατώφλι του 21ου αιώνα οι διεθνείς εξελίξεις σημαδεύονται από τη βάρβαρη και απάνθρωπη επιχείρηση του ιμπεριαλισμού να επιβάλει τη «νέα τάξη πραγμάτων» σε όλο τον κόσμο. Η ανθρωπότητα ζει ζοφερές στιγμές, εξαιτίας της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας που εκδηλώνεται σε έκταση και βάθος στην οικονομία, τις εργασιακές σχέσεις, την κοινωνική πολιτική, στο πολιτικό σύστημα, τον ιδεολογικό, πολιτιστικό τομέα, τις διεθνείς σχέσεις, το περιβάλλον.

Οι συνεχώς εντεινόμενες ανοιχτές επεμβάσεις και οι ανταγωνισμοί των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για το μοίρασμα των αγορών οδηγούν σε νέα δεσμά εξάρτησης και καθυπόταξης χωρών, στην εμφάνιση νέων εστιών έντασης και τοπικών πολέμων...

Οι τεράστιες ζώνες φτώχειας, ασθενειών, οι ανισότητες στη διάδοση και εφαρμογή των τεχνολογικών επιτευγμάτων ανάμεσα στις διάφορες χώρες και περιοχές, και στο εσωτερικό χωρών είναι χαρακτηριστικοί δείκτες του ταξικού χαρακτήρα της ανάπτυξης, αλλά και ενός συστήματος που γερνάει, βρίσκεται σε βαθιά κρίση, ενός συστήματος σε σήψη...

Η καπιταλιστική βαρβαρότητα και επιθετικότητα δεν είναι μόνον απόδειξη δύναμης. Είναι και ένδειξη αδυναμίας να αντιμετωπίσει την απότομη όξυνση του συνόλου των αντιθέσεων, των αντιφάσεων που είναι σύμφυτες με την εξέλιξη του ιμπεριαλιστικού συστήματος.

Το ενδεχόμενο να ζήσει η ανθρωπότητα μια παγκόσμια κρίση είναι υπαρκτό, καθώς έχει προχωρήσει σε ανώτερο επίπεδο η κοινωνικοποίηση της εργασίας από τη μια και η συγκέντρωση του κοινωνικού πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια από την άλλη. Καθώς οι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα διάφορα περιφερειακά κέντρα του ιμπεριαλισμού, αλλά και οι ανταγωνισμοί εντός των κέντρων αυτών, γίνονται όλο και πιο άγριοι, ενώ οι κλασικές συνταγές αντιμετώπισης των κρισιακών φαινομένων ή κάποιες παραλλαγές τους αποδείχνονται ατελέσφορες.

Οι αντικειμενικές συνθήκες μιας πιο γενικευμένης κρίσης που υπάρχουν, θα διαμορφώσουν στην πορεία και αντικειμενικά στοιχεία πανεθνικής κρίσης σε μια ή περισσότερες χώρες, αλλού νωρίτερα, αλλού αργότερα.

Η όξυνση των ανταγωνισμών στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, η αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση, οι πολύμορφες εστίες πολέμου, η νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών που ετοιμάζεται, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι λαοί πρέπει να επαγρυπνούν, γιατί ο κίνδυνος για γενικευμένη σύρραξη παγκόσμιας σημασίας εξακολουθεί να υπάρχει κι από μια άποψη να ενισχύεται».

Ας δούμε λοιπόν τα συγκεκριμένα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, κάτω από το πρίσμα των συγκεκριμένων οικονομικοπολιτικών εξελίξεων των τελευταίων χρόνων.

Οταν το 1997 ξεσπούσε η οικονομική κρίση στη Νοτιοανατολική Ασία, τα οικονομικά και άλλα επιτελεία του παγκόσμιου καπιταλισμού, διάφοροι δημοσιολόγοι και «ειδικοί» επεδίωξαν προπαγανδιστικά να περιορίσουν την υπόθεση στα πλαίσια του χρηματιστηρίου. Ταυτόχρονα δεν έλειψαν και οι φόβοι αλυσιδωτών αντιδράσεων σε άλλα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη λόγω της διεθνοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά και πάλι περιόριζαν το φαινόμενο στα χρηματιστήρια. Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική και δεν άργησε να αποκαλυφθεί από τις ίδιες τις συνέπειες της κρίσης στη συγκεκριμένη περιοχή. Οι «ασιατικές τίγρεις» περνούσαν πραγματική κρίση, κολοσσιαίες βιομηχανίες προσπαθούσαν να αντεπεξέλθουν μειώνοντας τα λειτουργικά τους έξοδα (βλέπε απολύσεις εργατών στη Νότια Κορέα) και κάποιες δε γλίτωσαν τη χρεοκοπία (π.χ. DAEWOO). Η κρίση βεβαίως χτύπησε και το πιστωτικό κεφάλαιο (κατάρρευση ομίλου 7 τραπεζών και ασφαλιστικών εταιριών) στην Ιαπωνία, ενώ ανάλογα φαινόμενα παρουσιάστηκαν με μεγάλη οξύτητα στη Βραζιλία και τη Ρωσία, την ίδια περίπου περίοδο.

Τότε βεβαίως δε δόθηκε η ανάλογη σημασία στο συγκεκριμένο φαινόμενο, θεωρώντας οι αστοί οικονομολόγοι και πολιτικοί, ότι η κρίση μπορεί να ξεπεραστεί χωρίς άλλες επιπτώσεις.

ΠΡΟΔΡΟΜΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΚΑΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ...

Στις αρχές του 2001, έκαναν την εμφάνισή τους δυσοίωνες προβλέψεις για την οικονομία των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αρκετοί αστοί οικονομολόγοι δεν απέκλειαν την ύφεση.

Στον Οικονομικό Ταχυδρόμο (5.1.2001) αναφέρονταν τα εξής: «Εδώ και αρκετό καιρό η ατμομηχανή της διεθνούς οικονομίας -που υπήρξαν σταθερά οι ΗΠΑ και η οικονομία τους για τα 10 χρόνια που πέρασαν- κάνει περίεργους θορύβους. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι το τρίτο τρίμηνο του 2000 έδινε ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 2,4%, ενώ το 1999 είχε κλείσει με ένα ασιατικό (προ της κρίσης εννοείται) 8,3%, έκανε πολλούς οικονομολόγους να μειώσουν αισθητά τις προβλέψεις τους για το 2001 της αμερικάνικης οικονομίας. Η National Association of Business Economic μιλάει για 3,4%, Η Blue Chip Economic Indicators αναφέρει 3,1%, ο Stepfen Roach της Morgan Stanley Dean Witter στοιχηματίζει σε 2,5%». Στο ίδιο δημοσίευμα αναφερόταν για την Ευρωπαϊκή Ενωση ότι: «... ο ίδιος ο επίτροπος Σόλμπες σημειώνει: «υπάρχει ο κίνδυνος (ιδίως λόγω της αδυναμίας του ευρώ) να έχει εγκατασταθεί στην ευρωπαϊκή οικονομία μια μη ισόρροπη δομή αύξησης του ΑΕΠ, όπου οι εξαγωγές και όχι η εγχώρια ζήτηση αποτελούν το πιο δυναμικό στοιχείο της τελικής ζήτησης. Διαβάστε το, αυτό, με την αμερικάνικη οικονομία να παύει να λειτουργεί σαν σφουγγάρι εισαγωγών καθώς και με τη διεθνή οικονομία σε αναταραχή, αν το δολάριο σκοντάψει». Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι το εμπορικό ισοζύγιο για την Ευρωπαϊκή Ενωση είναι θετικό, ενώ για τις ΗΠΑ αρνητικό και μάλιστα το έλλειμμα αυξάνεται, αφού «βρισκόταν στα 20 δισ. δολάρια το μήνα στα μέσα του 1999, ξεπέρασε το 30 δισ. δολάρια αρχές του 2000 και άγγιξε πλέον τα 35 δισ. δολάρια».

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά τα σημάδια που εμφάνιζαν την καπιταλιστική οικονομία να βρίσκεται στα πρόθυρα κρίσης. Οι εφημερίδες γέμισαν ειδήσεις και ρεπορτάζ για μείωση εργασιών και απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων σε ισχυρά μονοπώλια. Σταχυολογούμε λίγα χαρακτηριστικά.

Σε δημοσίευμα της «Εξουσίας» (25.1.2001) αναφερόταν ότι η Lucent Technologies, αμερικάνικη εταιρία και η μεγαλύτερη στον κόσμο που κατασκευάζει εξοπλισμό για τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών και του διαδικτύου, με απώλειες 1,6 δισ. δολάρια, προχώρησε στην απόλυση 16.000 εργαζομένων, προκειμένου να μειώσει το κόστος της και να επιστρέψει στην κερδοφορία. Επίσης ότι μια άλλη αμερικάνικη εταιρία, η Time Warner απέλυσε 7.000 εργαζόμενους, ενώ εκτιμούσε ότι οι μαζικές απολύσεις στην General Motors, (μείωσε το προσωπικό της κατά 10%), στη Ford και στην Chrysler ήταν «η κορυφή του παγόβουνου». Σημασία όμως είχε το σχόλιο σχετικά με τη «νέα οικονομία», όπως την ονομάζουν: «Η νέα οικονομία είχε υποσχεθεί πριν από δύο περίπου χρόνια την πλήρη απασχόληση, το τέλος των οικονομικών κρίσεων και συνεχείς εκρηκτικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Σήμερα αποδεικνύεται ότι διατηρεί όλα τα «ελαττώματα» και τις αδυναμίες της παλιάς οικονομίας η οποία βρίσκεται στην ίδια κατάσταση». Τέλος, το ίδιο δημοσίευμα ανέφερε ότι «το φαινόμενο αυτό που άρχισε να εμφανίζεται σήμερα στη νέα οικονομία (εννοεί στις ΗΠΑ) είναι πιθανό να επεκταθεί τις επόμενες βδομάδες και μήνες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού».

Στο «Ριζοσπάστη» (27.1.2001) δημοσιεύθηκαν τα εξής: «Σε εκποίηση της περιουσίας της και απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων προχωρά η «Ericsson», η τρίτη μεγαλύτερη εταιρία κατασκευής τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού στον κόσμο».

Στο γενικότερο κατήφορο των τηλεπικοινωνιακών επιχειρήσεων -με μειώσεις κερδών και πτώση της τιμής των μετοχών τους- μόλις δύο μέρες μετά την ανακοίνωση της «Deutsche Telecom» για ζημιές ενός δισ. ευρώ το τελευταίο τρίμηνο 2000, η «Ericsson» ανακοίνωσε ότι τα προ φόρων κέρδη της για το τέταρτο τρίμηνο του 2000 έπεσαν κατά 46%.

Σύμφωνα με ειδησεογραφικά πρακτορεία, προκειμένου να περιορίσει τις απώλειες, η εταιρία ανακοίνωσε ότι πουλά τον τομέα της κατασκευής κινητών τηλεφώνων (με εργοστάσια σε Βραζιλία, Μαλαισία, Σουηδία, Βρετανία και ΗΠΑ) σε εταιρία αμερικανικών συμφερόντων. Συνακόλουθα, θα μειωθούν οι εργαζόμενοι της «Ericsson» στον κλάδο σε 7.000 από 16.800 που είναι σήμερα».

... 8 ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ

Ποια είναι η πραγματικότητα 8 μήνες μετά; Στο 5% έχει φτάσει το ποσοστό ανεργίας στην Ιαπωνία. Πρόκειται για τα μεγαλύτερα επίπεδα ανεργίας που έχει γνωρίσει η χώρα από το 1953, τη χρονιά που ξεκίνησαν εκεί οι μετρήσεις της ανεργίας. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της ιαπωνικής κυβέρνησης, οι άνεργοι τον Ιούλιο ανέρχονταν σε 3,3 εκατομμύρια.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου εργασίας των ΗΠΑ, η ανεργία έφτασε στο υψηλότερο από τετραετίας επίπεδο τον Αύγουστο, καθώς οι εργοδότες προχώρησαν σε περικοπή θέσεων εργασίας πολύ μεγαλύτερη απ' ό,τι προέβλεπαν οι αναλυτές. Συγκεκριμένα, ο δείκτης ανεργίας έφθασε στο 4,9% έναντι 4,5% τον Ιούλιο, ενώ οι θέσεις εργασίας που χάθηκαν -μη συμπεριλαμβανομένου του αγροτικού τομέα- ήταν 113.000, έναντι αύξησης κατά 13.000 που είχε σημειωθεί τον Ιούλιο.

H «British Airways», η μεγαλύτερη αεροπορική εταιρία της Ευρώπης, επιβεβαίωσε ότι αναμένονται περισσότερες περικοπές το 2002 και τις επόμενες χρονιές, εκτός από τις περικοπές 1.800 θέσεων εργασίας που προγραμματίστηκαν για φέτος.

Η χρεοκοπία της γαλλικής εταιρίας οικιακών συσκευών «Moulinex SA» σηματοδοτεί μία ακόμα ένδειξη των δυσχερειών που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή οικονομία. Υπό το βάρος του ανταγωνισμού και των ύψους 818 εκατ. ευρώ χρεών της, η «Moulinex» έδινε μάχη επιβίωσης τους τελευταίους μήνες. Το πρόσφατο σχέδιο αναδιάρθρωσης περιελάμβανε το κλείσιμο έξι εργοστασίων της στην Ευρώπη, με απολύσεις 4.000 ατόμων, δηλαδή το 19% του εργατικού της δυναμικού.

Στην Αγγλία και την Ουαλία, για παράδειγμα, ο αριθμός χρεοκοπιών εταιρειών αυξήθηκε κατά 9,3% στο β΄ τρίμηνο του 2001 και η τάση αναμένεται να επιταχυνθεί σε όλη την Ευρώπη, εάν επιδεινωθεί το επιχειρηματικό κλίμα, σύμφωνα με ειδικούς αναλυτές[2].

Στις 26.9.2001, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην έκθεσή του, σημείωνε: «Η ραγδαία επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας, που είχε ξεκινήσει στα μέσα του 2000, συνέχισε τους πρώτους οκτώ μήνες του τρέχοντος έτους και οι τρομοκρατικές επιθέσεις έχουν εντείνει τον κίνδυνο ύφεσης». Την ίδια μέρα ανακοινώθηκε και η πτώση του τελευταίου «οχυρού» της οικονομίας των ΗΠΑ, της εμπιστοσύνης των καταναλωτών. Σύμφωνα με την ερευνητική εταιρία της Νέας Υόρκης «Conference Board», ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε το Σεπτέμβρη στο 97,6, από το αναθεωρημένο 114 του Αυγούστου, διαψεύδοντας τις προβλέψεις για υποχώρησή του μόνον στο 105,1. Πρόκειται για την πλέον ραγδαία υποχώρηση του δείκτη από τον Οκτώβρη του 1990, οπότε η αμερικανική οικονομία βρισκόταν σε ύφεση και οι ΗΠΑ είχαν εμπλακεί στον πόλεμο του Κόλπου.

Δύο ακόμη στοιχεία, τα οποία συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η κρίση αν δεν είναι εντός των τειχών, είναι σίγουρα προ των πυλών της αμερικανικής οικονομίας, δόθηκαν από το υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ. Οι παραγγελίες για τα διαρκή αγαθά υποχώρησαν τον Αύγουστο για τρίτο συνεχή μήνα. Συνολικά, η αξία των νέων παραγγελιών για διαρκή αγαθά μειώθηκε κατά 0,3% περιοριζόμενη στα 180,83 δισ. δολάρια, μετά τις πολύ σημαντικότερες πτώσεις κατά 1,1% που είχε σημειώσει τον Ιούλιο και κατά 2,5% τον Ιούνιο. Οπως επισήμαιναν στελέχη του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου, ήταν η πρώτη φορά μετά δύο και πλέον έτη που οι παραγγελίες υποχώρησαν επί τρεις συναπτούς μήνες. Εξάλλου, ο όγκος των εμπορευμάτων που παραδίδουν τα εργοστάσια και θεωρείται ενδεικτικός της δραστηριότητας μειώθηκε επίσης για τρίτο συνεχή μήνα κατά 1,2% τον Αύγουστο, μετά την κατά 0,2% υποχώρηση του Ιουλίου και την κατά 2,4% του Ιουνίου[3].

Το χτύπημα στις ΗΠΑ επιτάχυνε την εκδήλωση των κρισιακών φαινομένων σε μια σειρά κλάδους. Οπως ανέφερε ο «Ριζοσπάστης», η κρίση στον τομέα της αεροπορικής βιομηχανίας και των αερομεταφορών ήταν γνωστή πριν την 11η Σεπτέμβρη. Η πιο εντυπωσιακή εξέλιξη ήταν ασφαλώς η ανακοίνωση της «Μπόινγκ» -του μεγαλύτερου ομίλου κατασκευής αεροσκαφών στον κόσμο- για 30.000 απολύσεις εργαζομένων μέχρι τα τέλη του 2002, με τη δικαιολογία ότι αναμένει σημαντική μείωση των παραγγελιών για νέα αεροπλάνα. Παρόμοια τακτική ακολούθησαν οι δύο μεγάλες αεροπορικές εταιρίες των ΗΠΑ, η «United Airlines» και η «US Airlines». Η πρώτη ανακοίνωσε την απόλυση τουλάχιστον 20.000 εργαζομένων ή ποσοστό 20% του εργατικού της δυναμικού, ενώ η δεύτερη αναμένεται να απολύσει 11.000 εργαζόμενους[4].

Τα τηλεγραφήματα των ειδησεογραφικών πρακτορείων συνόψιζαν σε λίγες γραμμές δυσοίωνους δείκτες και έκδηλες ανησυχίες διεθνών ή εθνικών καπιταλιστικών οργανισμών.

Τηλεγράφημα του ΑΠΕ (1.10.2001) ανέφερε ότι: Οι κίνδυνοι για παγκόσμια ύφεση εμφανίζονται πιο απειλητικοί μετά τις δυσοίωνες εκθέσεις που είδαν σήμερα το φως της δημοσιότητας και αφορούν και τα τρία οικονομικά μπλοκ, ενώ η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι μικρότερη ανάπτυξη σημαίνει μεγαλύτερη φτώχεια στον κόσμο. Ο δείκτης NAPM που έπεσε στο 47 τον Σεπτέμβριο, από το 47,9 τον Αύγουστο, δείχνει συρρίκνωση της μεταποιητικής δραστηριότητας στις ΗΠΑ για 14ο συνεχή μήνα και ξεφτίζει τις ελπίδες ότι το χειρότερο είχε μείνει πίσω και η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου πήγαινε για ανάκαμψη. Η πτώση του αντίστοιχου δείκτη PMI, για τη μεταποιητική δραστηριότητα την Ευρώπη τον ίδιο μήνα, δείχνει επίσης μείωση της εν λόγω δραστηριότητας - και μάλιστα στο κατώτερο σημείο της τετραετίας και με τον ταχύτερο ρυθμό του τελευταίου εξαμήνου, που παρατηρείται η κάμψη. Ο δείκτης βρέθηκε τον Σεπτέμβριο στο 45,9 από το 47,5 του Αυγούστου. Το σκηνικό ήρθε να συμπληρώσει η πτώση της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης στην Ιαπωνία, όπως φαίνεται στην έκθεση «Tankan» της κεντρικής τράπεζας, ένδειξη που σημαίνει εμβάθυνση της κρίσης στη χώρα... Στην ευρωζώνη, ο δείκτης του Ρόιτερ PMI έπεσε τον Σεπτέμβριο, στο χαμηλότερο σημείο της τετραετούς ζωής του, δείχνοντας σημαντική πτώση στην παραγωγή, τις νέες παραγγελίες και τη συνολική δραστηριότητα. Είναι ο έκτος συνεχής μήνας που ο μεταποιητικός τομέας σημειώνει πτώση στην ευρωζώνη. Το πλήγμα οφείλεται στην επιβράδυνση των επιχειρηματικών επενδύσεων και ιδίως στην πτώση των εξαγωγών. Εικόνα αδυναμίας εμφανίζουν και οι οικονομίες της Σουηδίας, της Δανίας και της Βρετανίας, γεγονός που σημαίνει ότι καμιά χώρα δε μένει αλώβητη από την υφέρπουσα ύφεση.

«Αυτοί οι αριθμοί υποδηλώνουν ότι δεν είδαμε ακόμη το χειρότερο. Η κάμψη στην ευρωζώνη θα επιδεινωθεί κι άλλο πριν δούμε σημεία ανάκαμψης», είναι η πρόβλεψη του Ντέιβιντ Μπράουν, αναλυτή στο Bear Sterns στο Λονδίνο. Κι αυτό γιατί με τα στοιχεία που έρχονται σήμερα στη δημοσιότητα ανατρέπεται η πρόβλεψη ότι η οικονομία θα «έπιανε πάτο» το δεύτερο τρίμηνο, δείχνοντας ότι δέχτηκε νέο πλήγμα το καλοκαίρι, ενώ δεν έχουν προσμετρηθεί στις εκθέσεις του Σεπτεμβρίου το σύνολο των επιπτώσεων από τα πλήγματα της 11ης Σεπτεμβρίου.

Η έκθεση του ΔΝΤ εκτιμούσε ότι με τα προ της επίθεσης δεδομένα η οικονομία των ΗΠΑ θα φθάσει από το 4,1% το 2000 στο 1,3% το 2001 και 2,2% το 2002... Για την ΕΕ, πρόβλεπε 1,8% το 2001 από 3,4 το 2000. Η επιβράδυνση αποδιδόταν στην αβεβαιότητα στις ΗΠΑ και στη «συνολική στασιμότητα» στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία. Για την Ιαπωνία πρόβλεπε μείωση του ΑΕΠ κατά 0,5% το 2001, από 1,5% το 2000[5].

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΣΤΑ ΗΓΕΤΙΚΑ ΚΛΙΜΑΚΙΑ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ

Οι οικονομικές τάσεις ήταν ορατές στα ηγετικά κλιμάκια, πιο πριν από την επιβεβαίωσή τους με μετρήσιμα στοιχεία. Σε αυτό το κλίμα ή πιο σωστά σε αυτή την πραγματικότητα, διεξήχθησαν οι αμερικανικές εκλογές το Νοέμβρη του 2000. Ανατρέχοντας σε αυτές, αυτό που έχει εντυπωθεί στη μνήμη καθενός είναι το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Μπους αναδείχτηκε στο αξίωμά του, ένα μήνα μετά τη διεξαγωγή τους, και μετά από αλλεπάλληλες καταμετρήσεις και ανάμειξη της δικαιοσύνης. Αν και τότε το γεγονός δεν αξιολογήθηκε στις πραγματικές του διαστάσεις, σήμερα είναι φανερό ότι δεν τα έβρισκαν «οι κορυφές» της ολιγαρχίας. Σε μια χώρα σαν τις ΗΠΑ, αυτό δεν είναι διόλου απλό. Δείχνει ότι η όξυνση των αντιθέσεων συνολικά είναι τέτια και τόση που αντανακλάται κατά έντονο τρόπο στις ηγετικές κορυφές του πολιτικού συστήματος της χώρας. Βρίσκει έκφραση στην όξυνση της διαπάλης για την τακτική προκειμένου να υλοποιηθεί η στρατηγική της παγκόσμιας επικράτησης και οι άλλοι στόχοι της ολιγαρχίας.

Επιπλέον, η αστική τάξη δεν είναι ενιαία. Υπάρχουν διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της και αντικειμενικά μαζί με τα γενικά της συμφέροντα υπάρχουν και τα ιδιαίτερα συμφέροντα των διαφόρων τμημάτων της. Στα διαφορετικά αστικά κόμματα - των οποίων η ύπαρξη και η εναλλαγή στην κυβερνητική εξουσία είναι απαραίτητος παράγοντας για την ενσωμάτωση των καταπιεζόμενων και την ομαλή λειτουργία του αστικού πολιτικού συστήματος - εκφράζονται και συμφέροντα ιδιαίτερων τμημάτων της άρχουσας τάξης, κατά τρόπο μόνιμο ή συγκυριακό - αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης ανάλυσης - κατά περίπτωση. Ταυτόχρονα, ανάμεσα στα διάφορα τμήματα του κεφαλαίου υπάρχουν και αντιθέσεις οι οποίες ενίοτε οξύνονται. Ιδιαίτερα σε περίοδο ύφεσης ή κρίσης. Σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, τον Τ. Μπους το «νεώτερο» επέβαλαν ως Πρόεδρο των ΗΠΑ τα μονοπώλια του πετρελαίου και το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα.

Η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ ξεκίνησε καμπάνια για την αντιπυραυλική άμυνα, ως πρωταρχικό στοιχείο στην εξωτερική της πολιτική. Το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα απαιτεί παραγγελίες, ενώ δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που με τη στρατιωτικοποίηση της οικονομίας ελπίζουν σε ανάκαμψη από την κρίση. Αντικειμενικά όμως η στρατιωτικοποίηση προϊδεάζει για πόλεμο με δεδομένη την κατάσταση της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων στη δεκαετία.

Το χτύπημα στις ΗΠΑ προκάλεσε -και όχι αβάσιμα- ορισμένα ερωτηματικά, ως προς την εκτέλεσή του. Ενα από αυτά είναι και το αν ένα τέτιο εγχείρημα, όσο παράτολμο και αν φαίνεται, όσο και αν στο πρακτικό του μέρος απαιτούσε ανθρώπους αποφασισμένους να πεθάνουν (σύμφωνα με τις ΗΠΑ εκτελέστηκε από αεροπειρατές), μπορεί να γίνει μόνο από τις λεγόμενες τρομοκρατικές οργανώσεις του δικτύου του Μπιν Λάντεν ή και σε συνεργασία με άλλες ανάλογες οργανώσεις. Βεβαίως, τα προπαγανδιστικά επιτελεία των ΗΠΑ φρόντισαν να αποδώσουν σε αυτές το χτύπημα. Είναι επίσης γνωστό ότι αυτές οι οργανώσεις για τις οποίες γίνεται λόγος είναι δημιουργήματα των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ. Ο Τζ. Μπους (ο πατέρας του αμερικανού Προέδρου) αποκάλυψε επίσημα, αυτό που οι πάντες γνώριζαν, ότι σε τέτιες οργανώσεις υπάρχουν και πράκτορες της CIA. Επίσης κάτι ψέλλισαν επίσημα επιτελεία των ΗΠΑ, ότι δε λειτούργησαν ορισμένα μέτρα ασφαλείας. Ταυτόχρονα, όμως, αποκαλύφθηκε ότι οι αεροπειρατές γνώριζαν ακόμη και τους κωδικούς συνεννόησης της CIA. Το ερώτημα που προκύπτει απ’ όλα αυτά, είναι αν πράγματι μπορούσε να εκτελεστεί το συγκεκριμένο χτύπημα χωρίς ερείσματα στους μηχανισμούς ασφαλείας στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Επομένως, στην εκτίμηση της κατάστασης και των γεγονότων, δεν μπορεί κανείς να αφαιρεθεί από τρεις αλληλοσυνδεόμενες παραμέτρους. Η πρώτη είναι η κατάσταση της οικονομίας των ΗΠΑ σε συνδυασμό με των άλλων κέντρων του ιμπεριαλισμού. Η δεύτερη είναι οι αντιθέσεις ανάμεσα σε διαφορετικές μερίδες του κεφαλαίου στις ΗΠΑ. Η τρίτη, είναι η όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και εξαιτίας της κρίσης, αλλά και της αλλαγής των συσχετισμών μεταξύ τους, πλευρά που χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Η όξυνση αυτή αναζητά διέξοδο στο ήδη δρομολογημένο μοίρασμα των αγορών, των σφαιρών επιρροής. «Οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί έχουν οξυνθεί και οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται να ενισχύσουν τη θέση τους ως παγκόσμιου χωροφύλακα, ενώ η ΕΕ διεκδικεί ένα ανάλογο ευρύτερο ρόλο σε διεθνές επίπεδο, πέρα από το ρόλο του χωροφύλακα που κατέχει στη γηραιά ήπειρο»[6].

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΕΙΡΑ

Ιστορικά στον 20ό αιώνα, η όξυνση όλων των αντιθέσεων στο ιμπεριαλιστικό σύστημα οδήγησε σε δύο παγκοσμίους πολέμους. Αλλά οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι είναι πόλεμοι για το εδαφικό ξαναμοίρασμα του κόσμου - είτε κατά κυριολεξία είτε σε σφαίρες επιρροής - ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη ή συνασπισμούς κρατών. Είναι η διέξοδος που αναζητούν τα διεθνικά μονοπώλια και τα κράτη που υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους στη μεταξύ τους διαπάλη.

Σχετικά με τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ο Λένιν εκτιμούσε τα εξής: «Ο ευρωπαϊκός πόλεμος που προετοίμαζαν επί δεκαετίες οι κυβερνήσεις και τα αστικά κόμματα όλων των χωρών ξέσπασε. Η αύξηση των εξοπλισμών, η όξυνση στο έπακρο της πάλης για τις αγορές στην εποχή του νεότατου, του ιμπεριαλιστικού σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού των προηγμένων χωρών, τα δυναστικά συμφέροντα των πιο καθυστερημένων μοναρχιών, της Ανατολικής Ευρώπης, έπρεπε αναπόφευκτα να οδηγήσουν και οδήγησαν σ' αυτό τον πόλεμο. Η αρπαγή εδαφών και η υποδούλωση ξένων εθνών, η καταστροφή του ανταγωνιζόμενου έθνους, η καταλήστευση του πλούτου του, η απόσπαση της προσοχής των εργαζομένων μαζών από τις εσωτερικές πολιτικές κρίσεις της Ρωσίας, της Γερμανίας, της Αγγλίας και των άλλων χωρών, η διαίρεση και η εθνικιστική εξαπάτηση των εργατών και η εξόντωση της πρωτοπορίας τους με σκοπό την εξασθένηση του επαναστατικού κινήματος του προλεταριάτου- αυτό είναι το μοναδικό πραγματικό περιεχόμενο, το νόημα και η σημασία του σημερινού πολέμου»[7].

Στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο αντιπαρατέθηκαν δύο ιμπεριαλιστικοί συνασπισμοί. Επικεφαλής του ενός συνασπισμού ήταν ο γερμανικός καπιταλισμός. Επικεφαλής του άλλου συνασπισμού, της ΑΝΤΑΝΤ ήταν ο αγγλικός και ο γαλλικός καπιταλισμός.

«Στην πραγματικότητα η γερμανική κεφαλαιοκρατία επιχείρησε ληστρική εκστρατεία ενάντια στη Σερβία, θέλοντας να την υποτάξει και να καταπνίξει την εθνική επανάσταση του νοτιοσλαβισμού, κατευθύνοντας ταυτόχρονα τον κύριο όγκο των στρατιωτικών της δυνάμεων ενάντια σε πιο ελεύθερες χώρες, ενάντια στο Βέλγιο και τη Γαλλία, για να ληστέψει έναν πλουσιότερο συναγωνιστή... Στην πραγματικότητα σκοπός της πάλης της αγγλικής και γαλλικής κεφαλαιοκρατίας είναι η αρπαγή των γερμανικών αποικιών και η καταστροφή του συναγωνιζόμενου έθνους που το διακρίνει πιο γοργή ανάπτυξη»[8].

Οι πιο πάνω εκτιμήσεις δείχνουν και το μέγεθος και την οξύτητα των αντιθέσεων και των ανταγωνισμών ανάμεσα στους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς που οδήγησαν στον πόλεμο. Ταυτόχρονα, ο Λένιν δίνει και την απάντηση για την αναγκαιότητα του εδαφικού ξαναμοιράσματος ως εξής: «Αν συγκρίνουμε λόγου χάρη τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιαπωνία, που δε διαφέρουν και πολύ σε έκταση και πληθυσμό, θα δούμε ότι η πρώτη απ' αυτές τις χώρες απόκτησε σχεδόν τρεις φορές περισσότερες αποικίες (σε έκταση) από τη δεύτερη και την τρίτη μαζί παρμένες. Οσον αφορά όμως τις διαστάσεις του χρηματιστικού κεφαλαίου, η Γαλλία ήταν ίσως, στις αρχές τις περιόδου που εξετάζουμε, κάμποσες επίσης φορές πλουσιότερη από τη Γερμανία και την Ιαπωνία μαζί παρμένες»[9].

Αλλά και τις παραμονές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου η διεθνής καπιταλιστική πραγματικότητα εμφάνιζε αντίστοιχες αναλογίες. Είναι χαρακτηριστικές οι εκτιμήσεις των Σοβιετικών Κομμουνιστών στον «ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΣΤΟ 18ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΠΚΚ (μπ) 10 Μάρτη 1939»[10]: «Για τις καπιταλιστικές χώρες η περίοδος αυτή, (σ.σ. από το 17ο Συνέδριο), ήταν μια περίοδος σοβαροτάτων τρανταγμών τόσο στον τομέα της οικονομίας, όσο και στον τομέα της πολιτικής. Στον οικονομικό τομέα τα χρόνια αυτά ήταν χρόνια ύφεσης και ύστερα, αρχίζοντας από το δεύτερο μισό του 1937, χρόνια νέας οικονομικής κρίσης, χρόνια νέας πτώσης της βιομηχανίας στις ΗΠΑ, την Αγγλία, τη Γαλλία, συνεπώς, χρόνια νέων οικονομικών περιπλοκών. Στον πολιτικό τομέα τα χρόνια αυτά, ήταν χρόνια σοβαρών πολιτικών συγκρούσεων και τρανταγμών. Για δεύτερο κιόλας χρόνο συνεχίζεται ο νέος ιμπεριαλιστικός πόλεμος που διαδραματίζεται σε μια τεράστια έκταση από τη Σαγκάη ως το Γιβραλτάρ και που αγκάλιασε πάνω από 500 εκατομμύρια πληθυσμό. Ξαναχαράσσεται βίαια ο χάρτης της Ευρώπης, της Αφρικής, της Ασίας. Κλονίστηκε συθέμελα όλο το σύστημα του μεταπολεμικού λεγόμενου ειρηνικού καθεστώτος... Η οικονομική κρίση, που άρχισε στις καπιταλιστικές χώρες το δεύτερο μισό του 1929, συνεχίστηκε ως το τέλος του 1933. Υστερα από αυτό, η κρίση πέρασε σε ύφεση και αργότερα άρχισε μια ορισμένη αναζωογόνηση της βιομηχανίας, μια ορισμένη άνοδός της. Αυτή όμως η αναζωογόνηση της βιομηχανίας δεν πέρασε σε άνθηση, όπως συμβαίνει συνήθως κατά την περίοδο της αναζωογόνησης.

Αντίθετα, από το δεύτερο μισό του 1937 άρχισε μια νέα οικονομική κρίση, που αγκάλιασε πριν απ’ όλα τις ΗΠΑ και στη συνέχεια την Αγγλία, τη Γαλλία και μια σειρά άλλες χώρες.

Ετσι, οι καπιταλιστικές χώρες, πριν προλάβουν ακόμα να συνέλθουν από τα χτυπήματα της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, βρέθηκαν μπροστά σε μια νέα οικονομική κρίση...

Είναι ευνόητο ότι μια τέτια δυσμενής τροπή των οικονομικών υποθέσεων δεν μπορούσε να μην οδηγήσει στην όξυνση των σχέσεων ανάμεσα στις δυνάμεις. Ηδη η προηγούμενη κρίση ανακάτεψε όλα τα χαρτιά και οδήγησε στην όξυνση της πάλης για τις αγορές και για τις πηγές πρώτων υλών. Η κατάληψη της Μαντζουρίας και της Βόρειας Κίνας από την Ιαπωνία, η κατάληψη της Αβησσυνίας από την Ιταλία, όλα αυτά αντανακλούσαν την οξύτητα της πάλης ανάμεσα στις δυνάμεις. Η νέα οικονομική κρίση θα έπρεπε να οδηγήσει και πραγματικά οδηγεί στην παραπέρα όξυνση της ιμπεριαλιστικής πάλης. Δε γίνεται πλέον λόγος για ανταγωνισμό, για αγορές, για εμπορικό πόλεμο, για ντάμπιγκ. Αυτά τα μέσα πάλης από καιρό πια θεωρούνται ανεπαρκή. Τώρα γίνεται λόγος για ένα νέο ξαναμοίρασμα του κόσμου, των σφαιρών επιρροής, των αποικιών με πολεμικές ενέργειες».

Η ιστορική πείρα επιβεβαιώνει ότι ο πόλεμος τοπικός, περιφερειακός ή παγκόσμιος είναι σύμφυτος με τον ιμπεριαλισμό.

ΠΟΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ;

Με τον πόλεμο που κήρυξαν οι ΗΠΑ, ορίζοντας ως εχθρό την «τρομοκρατία» και τον Μπιν Λάντεν, δείχνουν ότι ενδιαφέρονται να κατευθύνουν τις πολεμικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν, ή γενικότερα στην Κεντρική Ασία.

Η ανάδειξη της στρατηγικής σημασίας του Αφγανιστάν για τις ΗΠΑ δεν είναι καινούριο ζήτημα. Το 1997, ο πρώην σύμβουλος επί θεμάτων Εθνικής Ασφαλείας του αμερικανού προέδρου Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι θα χαρακτηρίσει σαν «πρωταρχικό συμφέρον» των ΗΠΑ την απόκτηση ελέγχου της παρακασπιανής περιοχής της κεντρικής Ασίας. Την εποχή αυτή θα εκδηλωθούν σημαντικές αμερικανικές πρωτοβουλίες στο οικονομικό επίπεδο. Πρωτοβουλίες για την ενίσχυση μιας από τις τρεις δυνατές διαδρομές μεταφοράς του πετρελαίου της περιοχής.

Οπως εκτιμούν ειδικοί, τα κοιτάσματα πετρελαίου της Κασπίας είναι τα μεγαλύτερα που ανακαλύφτηκαν ποτέ και επίσης οι ήδη υπάρχοντες αγωγοί δεν αρκούν για τη μεταφορά τους. Η υπόθεση του ελέγχου όλων των αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, όλων των ενεργειακών δρόμων μαζί βεβαίως με τα κοιτάσματα της Κασπίας, βρίσκονται πίσω από τη στόχευση στον «εχθρό» που κατοικεί στο Αφγανιστάν.

Σε σχετικό άρθρο στο «Ριζοσπάστη» αναφέρεται ότι τον Απρίλη του 2000 το ισραηλινό ινστιτούτο IASPS (Institute for Advanced Strategic and Political Studies), σε έρευνα του Elie Krakowski, αναδεικνύει τη στρατηγική σημασία ελέγχου του Αφγανιστάν για τη μείωση της δύναμης της Ρωσίας και του Ιράν στο παιχνίδι των αγωγών[11].

Φυσικά οι αμερικανικές ενέργειες στην περιοχή δε στοχεύουν αποκλειστικά και μόνο στον έλεγχο των ενεργειακών δρόμων. Υπηρετούν και το στόχο ελέγχου και πίεσης στη Ρωσία και την Κίνα, αλλά και άλλων κρατών που προέκυψαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ, ενώ πέρα από τον έλεγχο του Αφγανιστάν, μπορούν να αξιοποιούν υπαρκτά προβλήματα, όπως την υπόθεση του Κασμίρ και τη διαμάχη Ινδίας-Πακιστάν ή την υπόθεση του Θιβέτ για την Κίνα κλπ.

Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ δε σταμάτησαν να βομβαρδίζουν το Ιράκ, έχοντας στρατό στον Περσικό Κόλπο και τη Σαουδική Αραβία, ενώ ενδιαφέρονται και για τη Μέση Ανατολή γενικότερα. Τη στιγμή που γράφονται τούτες οι γραμμές εκδηλώθηκε το «όραμα» των ΗΠΑ για ύπαρξη παλαιστινιακού κράτους, σε μια προσπάθεια συσπείρωσης των Αραβικών κρατών στην «αντιτρομοκρατική» εκστρατεία.

Αξίζει όμως να θυμίσουμε ότι οι ΗΠΑ, προσδιορίζοντας ως εχθρό την «τρομοκρατία» και ιδιαίτερα την «Ισλαμική», προσδιόρισαν και τα κράτη, στο έδαφος των οποίων υπάρχει και δρα. Αυτά τα κράτη είναι το Ιράν, το Ιράκ, η Συρία, ο Λίβανος, το Σουδάν, η Λιβύη, η Αλγερία. Δηλαδή κράτη στα οποία έχουν επιβάλλει εμπάργκο ή βρίσκονται στην επιρροή της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Βόρεια Αφρική) ή στη Μέση Ανατολή. Αυτό καλλιεργεί όξυνση των αντιθέσεων ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ενωση, αλλά επιβεβαιώνει ταυτόχρονα την εκτίμηση του ΚΚΕ, ότι η ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, της Βόρειας Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, μαζί με τα Βαλκάνια (ουσιαστικά την Ευρασία), είναι περιοχές που εκφράζονται οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί.

... ΚΑΙ ΠΟΙΑ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Πού θα οδηγήσουν αυτές οι εξελίξεις ή πιο σωστά τι πρέπει να κάνουν οι λαοί; Αυτό βεβαίως πρέπει να απαντηθεί από τη σκοπιά των ταξικών συμφερόντων της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Και σε αυτό άλλη απάντηση δεν μπορεί να υπάρξει από την κοινωνικοπολιτική πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Τα κινήματα της εργατικής τάξης, των ΕΒΕ, της αγροτιάς, της νεολαίας, των γυναικών, όλα τα κινήματα που εναντιώνονται στο νέο δόγμα του ΝΑΤΟ, στην πολιτική των ΗΠΑ, των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, μπορούν και πρέπει να συστρατευτούν ενάντια στην πολεμική εκστρατεία, στη συμμετοχή της χώρας μας σ' αυτήν με οποιαδήποτε μορφή, πολιτική, στρατιωτική, ενάντια στις συνέπειες από την ενεργοποίηση του άρθρου πέντε. Να αντιμετωπίσουν την προσχεδιασμένη επίθεση ακόμα μεγαλύτερης περιστολής και κατάργησης δημοκρατικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών, κάτω από το σύνθημα της υπεράσπισης της «διεθνούς έννομης τάξης», δηλαδή των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων των ιμπεριαλιστών. Να δυναμώνουν τον αγώνα κατά της συμμετοχής της Ελλάδας στις νατοϊκές επιχειρήσεις, κατά του καθεστώτος των αμερικανικών και νατοϊκών βάσεων στην Ελλάδα, που αποτελούν πρόσθετη απειλή σε συνθήκες πολλαπλασιασμού των πολεμικών εστιών. Ολα αυτά τα μέτωπα πάλης μπορούν να δημιουργούν τις συνθήκες της εναντίωσης στον ιμπεριαλισμό, την πολιτική του στην Ελλάδα, την εξουσία που την ασκεί, αλλά και τις πολιτικές δυνάμεις που τη στηρίζουν - ανοιχτά, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ή συγκαλυμμένα, ΣΥΝ - ως την ανατροπή τους για να ανοίξει ο δρόμος της οριστικής εξάλειψης των αιτιών του πολέμου. Μια τέτια δράση μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη των διεθνών αντιιμπεριαλιστικών, αντικαπιταλιστικών κινημάτων, για να διαμορφωθεί ένα παγκόσμιο κίνημα καταδίκης του νέου γύρου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ένα κίνημα που στρέφεται στην καρδιά της πολιτικής και κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, αναγκαίο για να απαλλαγούν οι λαοί από το βραχνά του ιμπεριαλιστικού πολέμου.


ΣημειώσειςΣημειώσεις

Ο Στέφανος Λουκάς είναι μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ.

[1] Β. Ι. Λένιν: Απαντα, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», τ. 27, σελ. 424-425.

[2] Τα στοιχεία από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης», 16.9.2001.

[3] «Ριζοσπάστης», 30.9.2001.

[4] «Ριζοσπάστης», 23.9.2001.

[5] ΒΗΜΑ, 30.9.2001.

[6] Ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ, «Ριζοσπάστης», 18.9.2001.

[7] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 26, σελ. 15.

[8] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 26, σελ. 16.

[9] Β. Ι. Λένιν, Απαντα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, τ. 27, σελ. 384.

[10] Εισήγηση του Ι. Β. Στάλιν. Από το έργο «Ζητήματα Λενινισμού», σελ. 741- 745.

[11] «Ριζοσπάστης», 16.9.2001.