Με πρωτοβουλία επιστημόνων την πανεπιστημίων της Μόσχας και της Αγίας Πετρούπολης, πρώτα από όλα των καθηγητών Γ. Μ. Οσιπωφ και Β. Τ. Πουλιάεφ ξεκίνησε στη χώρα η δεύτερη (μετά το 1951) μεγάλη οικονομική συζήτηση. Αυτή τη φορά στο κέντρο της προσοχής βρέθηκαν οι θεωρητικές βάσεις της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, ζητήματα της σχέσης της κλασικής οικονομικής θεωρίας και της Οικονομικής (Economics), αναζητήσεις ενός νέου παραδείγματος, που θα επιτρέπει να ξεπεραστεί η κρίση στην οικονομική θεωρία και την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.
Το Δεκέμβρη του 1995 (στις 7 και 8 του μήνα) έγινε η πρώτη επιστημονική συνδιάσκεψη «Θεωρητικές βάσεις και δρόμοι ανάπτυξης της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας» (στη συζήτηση πήραν μέρος σημαντικοί ντόπιοι και ξένοι επιστήμονες)[1]. Επειτα από έναν χρόνο έγινε μια συνδιάσκεψη στα πανεπιστήμια της Αγίας Πετρούπολης (17 Δεκέμβρη 1996) και της Μόσχας (19 Δεκέμβρη 1996), όπου συνεχίστηκε η συζήτηση των προβλημάτων που είχαν τεθεί νωρίτερα. Τον Οκτώβρη του 1997 μπήκε στη συζήτηση το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Αγίας Πετρούπολης, όπου την 23 Οκτώβρη 1997 έγινε συνδιάσκεψη με θέμα: «Η οικονομική επιστήμη στο μεταίχμιο των αιώνων». Αναμένεται η πραγματοποίηση παρόμοιων συζητήσεων στο Ροστόφ του Ντον, το Βορόνιεζ και άλλες πόλεις της Ρωσίας.
Στη διαδικασία της συζήτησης τη μεγαλύτερη προσοχή συγκέντρωσε το ζήτημα της αλλαγής του υπάρχοντος κλασικού παραδείγματος στην οικονομική θεωρία και της ανάδειξης ενός νέου παραδείγματος, που θα μπορούσε να αντικαταστήσει το παλιό και να συμβάλει στο ξεπέρασμα της κρίσης και των αντιφάσεων στη σύγχρονη οικονομική επιστήμη.
Η κατάσταση των πραγμάτων στη Ρωσία δείχνει, ότι την εποχή μας το πέρασμα μιας κοινωνικοποιημένης σε υψηλό βαθμό βιομηχανικά αναπτυγμένης οικονομίας στη βάση της εμπορευματικής - αγοραίας οικονομίας οδηγεί αναπόφευκτα σε κρίση και καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι, ότι οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες δεν θα καταφέρουν να τραβήξουν τη Ρωσία από το οικονομικό πηγάδι και να επιδείξουν στο παράδειγμά της «νέες» δυνατότητες του καπιταλιστικού αγοραίου μοντέλου ανάπτυξης. Η διεθνής κοινότητα στο πρόσωπο της συνδιάσκεψης του ΟΗΕ (Ρίο ντε Τζανέιρο, 1992) έθεσε υπό αμφισβήτηση το μοντέλο ανάπτυξης, που ακολουθούν οι ισχυρές καπιταλιστικές χώρες και δεν το συνέστησε για τις υπόλοιπες χώρες του κόσμου, που μπαίνουν στο ΧΧΙ αιώνα.
Εκτός από την κρισιακή κατάσταση που εμφανίστηκε αντικειμενικά στην οικονομική ζωή της σύγχρονης κοινωνίας, πράγμα που σε συμπυκνωμένη μορφή παρατηρήθηκε στη Ρωσία λόγω του περάσματός της στην τροχιά της μονεταριστικής εμπορευματικής οικονομίας, η ανάγκη για ένα νέο παράδειγμα υπαγορεύεται από την κατάσταση της ίδιας της οικονομικής επιστήμης, τις αντιφάσεις και την κρίση που εμφανίστηκαν στην ίδια, που δεν επιτρέπουν να λύσει πολλά θεωρητικά προβλήματα, ιδιαίτερα το ζήτημα σχετικά με ποια θεωρία μπορούμε να προχωρήσουμε στην τρίτη χιλιετία - την αξιακή ή αυτήν της χρησιμότητας. Γιατί εφόσον γίνεται λόγος για ένα νέο παράδειγμα, τότε πρέπει να ξεπεραστεί το παλιό - το αξιακό, στο οποίο στηρίζεται η κλασική πολιτική οικονομία, και ακόμα να καθοριστεί σε ποιο μέτρο πέτυχε να το κάνει αυτό ο μαρζιναλισμός και η Οικονομική, ή τα τελευταία (σ.μ.: αυτές οι θεωρίες) δεν κατόρθωσαν να υλοποιήσουν το δεδομένο καθήκον και τα ίδια πρέπει να ξεπεραστούν.