«Το 2018 είναι πραγματικά το έτος της Αμερικής στην Ελλάδα»: Με αυτό το σαφή τρόπο συνόψισε ο Αμερικανός πρέσβης την περίοδο της ΔΕΘ –η οποία ήταν αφιερωμένη στις ΗΠΑ– τις σχέσεις ανάμεσα στο αμερικανικό και το ελληνικό κράτος. Προς όφελος των επιδιώξεων της ελληνικής αστικής τάξης, η κυβέρνηση αναπτύσσει την εξωτερική της πολιτική με βασικό πυλώνα την αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας στην προώθηση των ευρωατλαντικών επιδιώξεων στην περιοχή, αδιαφορώντας για τους κινδύνους που συνεπάγεται κάτι τέτοιο για τον ελληνικό λαό. Παράλληλα, με απύθμενο θράσος προβάλλει αυτή την επιλογή σε συνδυασμό με την απαρέγκλιτη συνέχιση της αντιλαϊκής πολιτικής στο εσωτερικό της χώρας ως απαραίτητες προϋποθέσεις για τη δημιουργία «επενδυτικών ευκαιριών» και «ευνοϊκού επενδυτικού περιβάλλοντος» που θα οδηγήσουν στην κοινωνική ευημερία.
Σε αυτό το τεύχος της ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνεται η Απόφαση της 13ης Συνόδου της ΚΕ του ΚΚΕ (Σεπτέμβρης 2018), η οποία παρουσιάζει την τοποθέτηση του Κόμματος σχετικά με τις τρέχουσες διεθνείς και εσωτερικές εξελίξεις. Στο σημείωμα αυτό θα εστιάσουμε στις εξελίξεις που προέκυψαν το διάστημα μετά από αυτή τη συνεδρίαση της ΚΕ.
Ας ξεκινήσουμε όμως από τις δηλώσεις που έκανε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Π. Καμένος στα εγκαίνια του περιπτέρου των Ενόπλων Δυνάμεων στη ΔΕΘ, παρουσία του Αμερικανού πρέσβη, γεγονός που αποτυπώνει τη σημερινή σχέση ανάμεσα στα δύο κράτη: «Ήμασταν πάντα μαζί. Ήμασταν μαζί σε εύκολες, αλλά και σε δύσκολες στιγμές. Στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Και μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σας οφείλουμε την ένταξή μας στο Σχέδιο Μάρσαλ. Αυτή η χώρα χτίστηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χάρη στη βοήθεια των ΗΠΑ».
Μετά από τα ευχαριστήρια του ελληνικού κράτους από τα χείλη του καθ’ ύλην αρμόδιου υπουργού για την οικονομική και στρατιωτική συμβολή των ΗΠΑ στη διάσωση της αστικής εξουσίας στην Ελλάδα τις πιο δύσκολες γι’ αυτήν ώρες, ακολούθησε η γνωστή δήλωσή του κατά τη διάρκεια της επίσημης επίσκεψής του στις ΗΠΑ, στην οποία ανάφερε ότι η Ελλάδα είναι ορθάνοιχτη για να αναπτύξουν οι ΗΠΑ «στρατιωτικές δυνάμεις σε πιο μόνιμη βάση, όχι μόνο στον Κόλπο της Σούδας αλλά επίσης στο Βόλο, στη Λάρισα και την Αλεξανδρούπολη και –γιατί όχι– στο μέλλον και στην Κάρπαθο». Παράλληλα, ο υπουργός παρουσίασε ένα εναλλακτικό –στη λεγόμενη Συμφωνία των Πρεσπών– σχέδιο «ευρωατλαντικής ολοκλήρωσης» των Δυτικών Βαλκανίων το οποίο θα έχει –όπως είπε ο ίδιος– «τους ίδιους γεωστρατηγικούς στόχους» και θα συνίσταται στην υπογραφή αμυντικής συμφωνίας ανάμεσα σε Ελλάδα, ΠΓΔΜ, Αλβανία, Βουλγαρία και σε μεταγενέστερο επίπεδο και τη Σερβία, υπό τη σκέπη του ΝΑΤΟ.
Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας έβγαλε «φόρα παρτίδα» κυβερνητικές επιλογές που σε μεγάλο μέρος τους ήδη υλοποιούνται. Όπως άλλωστε σημείωσε και ο ίδιος: «Δεν έχω μιλήσει με τον πρωθυπουργό γιατί δεν έχει αλλάξει κάτι από τα συμφωνημένα […] Οι περίφημες βάσεις ήδη λειτουργούν». Και πράγματι, όλο το προηγούμενο διάστημα και ιδιαίτερα μετά την επίσκεψη Τσίπρα στην Ουάσινγκτον και τις σχετικές συμφωνίες που υπογράφτηκαν, η αμερικανική παρουσία στην Ελλάδα, οι κοινές ασκήσεις και συνεκπαιδεύσεις διευρύνονται ταχύτατα. Έτσι, πέρα από την επέκταση της βάσης της Σούδας, όλο το προηγούμενο διάστημα είχαμε μεταφορά αμερικανικών drones και προσγείωση αμερικανικών μαχητικών F-22 στη Λάρισα (με σχεδιασμό και για ιπτάμενα τάνκερ), δημιουργία βάσης αμερικανικών ελικοπτέρων στην Αλεξανδρούπολη (με στόχο τον επιχειρησιακό έλεγχο των Βαλκανίων, της Μαύρης Θάλασσας και των Στενών του Βοσπόρου), στάθμευση αμερικανικών ελικοπτέρων στο Στεφανοβίκειο, σχεδιασμό για μεταφορά πυρηνικών στον Άραξο κ.α. Την ίδια περίοδο η κυβέρνηση παραχώρησε το λιμάνι της Θεσσαλονίκης για το ξεφόρτωμα αμερικανικών ελικοπτέρων, τα οποία στη συνέχεια μεταβήκαν στη συνοριογραμμή με τη Ρωσία, για να αποχωρήσουν αργότερα μέσω Αλεξανδρούπολης.
Όσον αφορά τις συνεκπαιδεύσεις και τις κοινές ασκήσεις, οι Αμερικανοί συμμετέχουν σταθερά τα τελευταία χρόνια στις ετήσιες ασκήσεις της Πολεμικής Αεροπορίας «Ηνίοχος», ενώ πριν λίγες μέρες ο «Ριζοσπάστης» αποκάλυψε και την παρουσία μονάδων ειδικών επιχειρήσεων σε «συνεκπαιδεύσεις» με το Λιμενικό Σώμα, καθώς και τα «αιτήματα» και «μνημόνια συνεργασίας» (βλ. έγγραφο με θέμα «Αναβάθμιση Συνεργασίας με Naval Special Warfare») για ανάληψη κοινής δράσης σε επιχειρήσεις των Ελλήνων βατραχανθρώπων. Επίσης, σταθερά συνεισφέρονται ελληνικά πλοία, αεροπλάνα και προσωπικό για τη ΝΑΤΟϊκή παρουσία γύρω από τη Ρωσία (είτε στη Μαύρη Θάλασσα είτε πριν λίγες μέρες με ενισχυμένη συμμετοχή στην άσκηση «Trident Juncture 2018» στη Σκανδιναβία και τη Βαλτική Θάλασσα), ενώ σταθερή είναι και η συμμετοχή στη ΝΑΤΟϊκή αρμάδα SNMG-2 στο Αιγαίο, η οποία ελέγχει τον πλου των ρωσικών πλοίων στην Ανατολική Μεσόγειο. Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των ΗΠΑ με την Κίνα και τη Ρωσία στην περιοχή μας, μεγάλη σημασία έχουν και μια σειρά επιχειρηματικές κινήσεις όπως η εξαγορά του Νεωρίου Σύρου από την αμερικανικών συμφερόντων ΟΝΕΧ, τα σχέδια της οποίας παραπέμπουν σε «μίνι Σούδα», ενώ στη ΔΕΘ ανακοινώθηκε αμερικανικό επιχειρηματικό ενδιαφέρον και για τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά και Ελευσίνας, με διακηρυγμένο στόχο να αποκτήσουν «εμπορικό και στρατιωτικό προσανατολισμό».
Από τα παραπάνω φαίνεται ότι ο υπουργός Εθνικής Άμυνας αποκάλυψε με την περίφημη δήλωσή του ένα μόνο μέρος των σχετικών κυβερνητικών σχεδιασμών που βρίσκονται σε εξέλιξη. Και όλα αυτά χωρίς να υπολογίζουμε όσα έχουν συμφωνηθεί, χωρίς να τα έχουμε δει ακόμα να υλοποιούνται ή να δημοσιεύονται, δεδομένου ότι ο υπουργός Εθνικής Άμυνας επανέλαβε δύο φορές στις δηλώσεις του μετά τις συνομιλίες του με τον Τζ. Μάτις ότι η αμυντική συνεργασία με τις ΗΠΑ περιλαμβάνει και θέματα που «δεν είναι ανακοινώσιμα».
Η παραπάνω κινητικότητα ερμηνεύει και τις συνεχείς επαφές των «στρατηγών» των δύο πλευρών το τελευταίο δίμηνο, με τον Αρχηγό των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων Τζόζεφ Ντάντφορντ να επισκέπτεται στις αρχές Σεπτέμβρη τον ομόλογό του Β. Αποστολάκη στην Αθήνα και τον τελευταίο να ανταποδίδει την επίσκεψη στα τέλη Οκτώβρη στις ΗΠΑ. Ο Αμερικανός Αρχηγός, μάλιστα, δήλωσε στην Αθήνα ότι η Ελλάδα αποτελεί «κλειδί» για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις σε Λιβύη και Συρία και τις «πιθανές επιχειρήσεις» στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς και ότι «οι Έλληνες είναι ανοικτοί στην αυξανόμενη στρατιωτική συνεργασία με τις ΗΠΑ». Υπενθυμίζεται επίσης ότι στις αρχές Σεπτέμβρη ο Αλ. Τσίπρας παρέθεσε δίωρο «γεύμα εργασίας» στο ΓΓ του ΝΑΤΟ Γ. Στόλτενμπεργκ, για το περιεχόμενο της οποίας τηρήθηκε «σιγή ασυρμάτου».
Η μετατροπή της Ελλάδας σε αμερικανοΝΑΤΟϊκή βάση και η ολοένα και βαθύτερη εμπλοκή της στους οξυμένους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς στην περιοχή όχι μόνο δεν συντελεί στην προστασία του ελληνικού λαού από επικίνδυνες περιπέτειες, όπως προπαγανδίζεται από ολόκληρο τον αστικό κόσμο, αλλά αντίθετα πολλαπλασιάζει τους κινδύνους. Για να γίνει αυτό κατανοητό, αρκεί η δήλωση του Ρώσου Προέδρου Βλ. Πούτιν, μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία για τα πυρηνικά όπλα μικρού και μεσαίου βεληνεκούς που ήταν σε ισχύ από το 1987, ότι «αν [σ.σ: οι ΗΠΑ] αναπτύξουν μεσαίου βεληνεκούς πυραύλους στην Ευρώπη, η Ρωσία θα απαντήσει στοχοποιώντας τις χώρες που θα έχουν τις βάσεις τους οι πύραυλοι».
Αυτούς τους κινδύνους επιχειρούν να «κουκουλώσουν» και οι «ημερίδες» που διοργανώνει αυτή την περίοδο σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας η επονομαζόμενη …«Ελληνική Ένωση για την Ατλαντική και Ευρωπαϊκή Συνεργασία» κάτω από το γενικό τίτλο-πρόκληση «Παρέχοντας ασφάλεια σε μια ανασφαλή περιοχή». Ενδεικτικό του εύρους της σύμπνοιας του αστικού κόσμου πάνω στον κεντρικό άξονα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας είναι το γεγονός ότι σε αυτές τις «ημερίδες» συμμετέχουν στελέχη όλων των αστικών κομμάτων, της Τοπικής Διοίκησης και των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η ακολουθούμενη εξωτερική πολιτική της χώρας υλοποιείται στο όνομα της γεωστρατηγικής αναβάθμισης της Ελλάδας, δηλαδή της ελληνικής αστικής τάξης, στην ευρύτερη περιοχή. Η ελληνική αστική τάξη ευελπιστεί –εκμεταλλευόμενη και ορισμένα προσωρινά ρήγματα στις σχέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τουρκία– ότι η ολοένα και πιο στενή σχέση με τις ΗΠΑ θα συντελέσει στην επιδίωξη αυτού του στόχου. Αυτό αναδείχτηκε σε διπλωματική γλώσσα και από τον Αλ. Τσίπρα στην ομιλία του στην ετήσια σύνοδο του «Concoria» στις ΗΠΑ: «Η Ελλάδα είναι ηγέτιδα δύναμη στα Βαλκάνια και ο ιστορικός της ρόλος είναι να αναλάβει δράση, προκειμένου να ηγηθεί της προσπάθειας για το πέρασμα των Βαλκανίων σε μια εποχή συνεργασίας, σταθερότητας και ανάπτυξης. Αυτό είναι το όραμά μας. Έτσι οραματίζομαι τη χώρα μου τα επόμενα χρόνια. Μία χώρα που θα εκμεταλλεύεται το στρατηγικό γεωπολιτικό της ρόλο και θα ηγείται της συνεργασίας στα Βαλκάνια και στη Μεσόγειο. Σε αυτό το πλαίσιο, εκτιμούμε πραγματικά τη στρατηγική συνεργασία μας με τις ΗΠΑ. Η 83η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ήταν σταθμός στις σχέσεις μας, με τις ΗΠΑ να είναι η τιμώμενη χώρα και να δίνει ψήφο εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία».
Γι’ αυτή τη δράση της ελληνικής κυβέρνησης, άλλωστε, ο Αμερικανός πρέσβης χαρακτήρισε την Ελλάδα «προτιμώμενο εταίρο» στην εμπλοκή των ΗΠΑ στα Δ. Βαλκάνια. Ο παραιτηθείς υπουργός Εξωτερικών Ν. Κοτζιάς αποτέλεσε έναν από τους πιο διαπρύσιους οπαδούς αυτών των σχεδιασμών και συντέλεσε με ιδιαίτερη ζέση στην υλοποίησή τους, με εμβληματικό το ρόλο του στη Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία μετά από τρανταχτή και πολύμορφη ευρωατλαντική παρέμβαση υπερψηφίστηκε στο κοινοβούλιο των Σκοπίων παρά την πολύ χαμηλή συμμετοχή στο δημοψήφισμα που είχε προηγηθεί.
Η επιδίωξη της αστικής τάξης στην Ελλάδα να παίξει το ρόλο της «ηγέτιδας δύναμης» στα Βαλκάνια κρύβεται πίσω από την εκκωφαντική σύμπνοια στον ευρωατλαντικό προσανατολισμό της χώρας όχι μόνο του συνόλου της κυβέρνησης (συμπεριλαμβανομένου και πρωτοστατούντος του παραιτηθέντος Ν. Κοτζιά), αλλά και του συνόλου του αστικού κόσμου της χώρας, από τη ΝΔ, που έχει πάγια θέση της την ανανέωση της παραμονής της βάσης της Σούδας με 5χρονη ή 10χρονη σύμβαση αντί της ετήσιας που ισχύει μέχρι σήμερα, μέχρι την εγκληματική ναζιστική «Χρυσή Αυγή» που ζητούσε αγωνιωδώς «αποτελεσματικό παζάρι» και «ανταλλάγματα» στις συνομιλίες με τις ΗΠΑ.
Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι αυτή η αντιπαράθεση δεν αφορά τον κοινό γενικό προσανατολισμό της κυβερνητικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά μερικότερες πολιτικές επιδιώξεις των εμπλεκομένων. Στο έδαφος αυτό και παρά τη διαφωνία μεταξύ τους όσον αφορά την ονομασία της γείτονος, οι θέσεις τους έχουν μάλλον συμπληρωματικό παρά αντιθετικό χαρακτήρα. Χαρακτηριστικό γι’ αυτό είναι ότι σε σχετικό άρθρο τους στην εφημερίδα «New York Times», οι Τζορτζ και Άλεξ Σόρος (πατέρας και υιός) υπερασπίζονται με πάθος τόσο τη Συμφωνία των Πρεσπών όσο και τη δημιουργία μιας «βαλκανικής οικονομικής ένωσης που θα βασίζεται στους νόμους της ΕΕ» ή ακόμα και «μιας ανεπίσημης ένωσης», προκειμένου –όπως έγραφαν– να ανακοπεί η ρωσική και κινεζική επιρροή στη Βαλκανική (πρόταση που μοιάζει πολύ με αυτή του Π. Καμμένου).
Παρόλ’ αυτά, η αντιπαράθεση Π. Καμμένου - Ν. Κοτζιά φαίνεται ότι βγάζει στη φόρα μια σειρά «άπλυτα» της αστικής εξωτερικής πολιτικής, με πολύ σοβαρές κατηγορίες να εξαπολύονται εκατέρωθεν –από τον τρόπο αξιοποίησης των «μυστικών κονδυλίων» των σχετικών υπουργείων μέχρι τη χρηματοδότηση της κυβέρνησης από τον Σόρος– ενώ στο πλαίσιό της ανοίγουν με απαράδεκτη προχειρότητα σοβαρά ζητήματα, όπως η επέκταση της υφαλοκρηπίδας της χώρας σε μέρος της ελληνικής επικράτειας στα 12 ν.μ., η οποία τελικά θα συζητηθεί μετά από απόφαση του Αλ. Τσίπρα στη Βουλή.
Όσον αφορά τα ελληνοτουρκικά, τόσο η συζήτηση γύρω από την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης της Ελλάδας στα 12 ν.μ. όσο και οι αντιπαραθέσεις ενόψει της συνέχισης των ερευνών στη Ν/Α Μεσόγειο (μέσα στο Νοέμβρη προγραμματίζονται έρευνες και στη συνέχεια γεωτρήσεις της Exxon Mobil στο «οικόπεδο 10» της Κυπριακής ΑΟΖ) θρυμματίζουν για πολλοστή φορά την προσπάθεια εφησυχασμού που καλλιεργεί η κυβέρνηση. Η παρουσία του τουρκικού ερευνητικού σκάφους «Μπαρμπαρός» στην κυπριακή ΑΟΖ συνοδεία πλοίων του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού, η δέσμευση περιοχών της με NAVTEX, η τουρκική στρατιωτική άσκηση που περιλάμβανε τη βύθιση αντίπαλου πλοίου από τουρκικό υποβρύχιο προς υποστήριξη του «Μπαρμπαρός», η προετοιμασία του τουρκικού γεωτρύπανου «Φατίχ», η διαρκής και έμπρακτη αμφισβήτηση από την Τουρκία των ελληνικών και κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων, οι προκλητικές δηλώσεις στελεχών του τουρκικού κράτους με τις οποίες μεταξύ άλλων υπενθυμίζεται συνεχώς ότι το τουρκικό κοινοβούλιο έχει ανακηρύξει ως casus belli την επέκταση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας στα 12 ν.μ., αναδεικνύουν την αποφασιστικότητα του τουρκικού κράτους να υπερασπιστεί τα συμφέροντα της τουρκικής αστικής τάξης στην περιοχή.
Στην εσωτερική πολιτική σκηνή, την περίοδο αυτή διαμορφώνεται σε συνεργασία με τους «θεσμούς» το σχέδιο προϋπολογισμού το οποίο κινείται εντός του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, ενώ εμπίπτει –πέρα από τον έλεγχο που προβλέπεται στη διαδικασία των «Ευρωπαϊκών Εξαμήνων»– και στον έλεγχο του μεταμνημονιακού «ενισχυμένου εποπτικού πλαισίου». Η κυβέρνηση προσπαθεί να διαχειριστεί επικοινωνιακά την αντιλαϊκή πολιτική θέτοντας αντιλαϊκά διλήμματα, όπως π.χ. το δίλημμα για το αν θα πρέπει να μειωθούν για 21η φορά οι συντάξεις ή αν –αντί αυτού– θα πρέπει να περιοριστούν περαιτέρω τα προνοιακά επιδόματα κι εκείνο το μέρος των λεγόμενων «αντίμετρων» που αφορά τη διαχείριση της φτώχειας μέσω της ανακατανομής της. Και όλα αυτά με απόλυτο σεβασμό στα όρια που επιβάλλουν τα –συνεχώς διογκούμενα μέχρι το 2022 και διατηρούμενα σε ψηλά επίπεδα μέχρι το 2060(!)– πλεονάσματα, δηλαδή στα όρια στα οποία επιβάλλει η κρατική στήριξη της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι στα «αντίμετρα» περιλαμβάνονται και «καραμπινάτα» μέτρα άμεσης στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, όπως η μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη κατά τέσσερις μονάδες (από το 29 στο 25%) και η κρατική επιδότηση του συνόλου των ασφαλιστικών εισφορών για νέους μισθωτούς έως 25 ετών σε ορίζοντα διετίας ως συμπλήρωμα του υποκατώτατου μισθού που παραμένει σε ισχύ σε αυτές τις ηλικίες.
Τη στιγμή που γράφονταν πάντως αυτές οι γραμμές, αρκετά πιθανό ήταν και το σενάριο της «μερικής» αναστολής της μείωσης των συντάξεων σε συνδυασμό με τη «μερική» εφαρμογή του προνομοθετημένου για το 2020 μέτρου για την κατακρεούργηση του αφορολόγητου (και την αντίστοιχη μείωση των καθαρών μισθών σε όλο το εύρος της μισθοδοσίας των εργαζόμενων), προκειμένου να καλυφθεί το «δημοσιονομικό κενό» του 2019, αφού όπως δήλωσε ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), Κλ. Ρέγκλινγκ «είναι θετικό πως ήδη υπάρχει υπεραπόδοση (υπερπλεόνασμα), όχι όμως τόσο μεγάλη που να δικαιολογεί αυτόματα την κατάργηση του μέτρου της μείωσης των συντάξεων».
Η παραπάνω συζήτηση έχει ως μοναδικό επίδικο το πότε ακριβώς, με ποιο τρόπο και με ποια σειρά θα πληρώσουν για άλλη μία φορά τα διάφορα τμήματα του λαού την προσπάθεια ανάκαμψης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Το γεγονός μάλιστα ότι το τσάκισμα των λαϊκών δικαιωμάτων δεν αποτελεί προϊόν εξωτερικής επιβολής αλλά αναγκαιότητα του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος στη συγκεκριμένη συγκυρία αναδεικνύεται και από το καμάρι με το οποίο ο Αλ. Τσίπρας διαφημίζει στους «επενδυτές» το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής. Τελευταίο κρούσμα ήταν η επιμονή του πρωθυπουργού στη φράση «Τώρα είναι η ώρα για επενδύσεις», κατά τη διάρκεια δύο συζητήσεων που διοργάνωσαν οι Bank of America/Merril Lynch και Morgan Stanley, με ακροατές τραπεζικούς κολοσσούς και επενδυτικά funds, στο πλαίσιο της επίσκεψής του στη Ν. Υόρκη για τις εργασίες της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στα τέλη Σεπτέμβρη.
Η προσπάθεια της κυβέρνησης για ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας εξελίσσεται σε ένα διεθνές οικονομικό περιβάλλον το οποίο κυοφορεί μεγάλους κινδύνους. Όπως αναφέρεται και σε πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ: «Η αίσθηση (σ.σ. κυβερνητικής) εγρήγορσης θα πρέπει να είναι ακόμη περισσότερο έντονη, με δεδομένο πως στο διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον δεν αποκλείεται επιδείνωση στο επόμενο διάστημα ή ακόμη και στοιχεία κρίσης».
Τέτοια «στοιχεία κρίσης» αποτελούν η έντονη αστάθεια των διεθνών χρηματοπιστωτικών αγορών και η συγχρονισμένη παραπέρα επιβράδυνση των ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη και στην παγκόσμια οικονομία. Στην Ελλάδα αυτή η κατάσταση δημιουργεί μεγάλους κινδύνους λόγω των προβλημάτων που σχετίζονται με την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, δηλαδή με την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της καπιταλιστικής οικονομίας, είτε σε περίοδο αναταράξεων είτε σε περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Αυτή η ικανότητα συνδέεται με τη σειρά της άμεσα με τη μεγάλη επιβάρυνση των τραπεζικών ισολογισμών από τα λεγόμενα «κόκκινα δάνεια», η οποία δυσχεραίνει τη χορήγηση νέων δανείων σε «βιώσιμες» επιχειρήσεις.
Προς βοήθεια των τραπεζικών ομίλων προστρέχει για ακόμα μία φορά το αστικό κράτος που από τη μία χτίζει τούβλο-τούβλο το νομοθετικό πλαίσιο για την ενίσχυση των πιέσεων και των πλειστηριασμών σε βάρος της λαϊκής στέγης, ενώ από την άλλη απεργάζεται σχέδια άμεσης κρατικής οικονομικής στήριξης των τραπεζών. Έχουν προταθεί διάφορα σενάρια στήριξης, όπως η δημιουργία «κακής τράπεζας» ή εταιρικών σχημάτων «ειδικού σκοπού», στα οποία θα περάσει η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων και ο λεγόμενος «αναβαλλόμενος φόρος» στις τράπεζες, ο οποίος ουσιαστικά συνίσταται στην απαλλαγή τους από κάθε φορολογική υποχρέωση. Και στις δύο περιπτώσεις ο ελληνικός λαός φορτώνεται για μία ακόμα φορά τη διάσωση των τραπεζών, ενώ οι όποιοι κλυδωνισμοί του τραπεζικού συστήματος θα αξιοποιηθούν για την εκ νέου επίθεση στο λαϊκό εισόδημα, στο όνομα της επιδίωξης της δημοσιονομικής και νομισματικής σταθερότητας.
Σε επίπεδο ΕΕ, το τελευταίο διάστημα κυριάρχησαν οι αντιπαραθέσεις και τα παζάρια ανάμεσα στην Κομισιόν και την Ιταλία, με την πρώτη να απορρίπτει –στο πλαίσιο του ελέγχου που περιλαμβάνει η διαδικασία των «Ευρωπαϊκών Εξαμήνων»– το προσχέδιο κρατικού προϋπολογισμού της ιταλικής κυβέρνησης και την τελευταία να οξύνει τα παζάρια για την απόκτηση μεγαλύτερων περιθωρίων κρατικής στήριξης της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Πίσω από τα παζάρια της ιταλικής κυβέρνησης κρύβεται το άνοιγμα της «ψαλίδας» ανάμεσα στη γερμανική –καταρχήν– και την ιταλική οικονομία (η οποία αποτελεί την 3η σε μέγεθος οικονομία της Ευρωζώνης) και η προσπάθεια μείωσής της. Μέσα και από αυτή την περίσταση –όπως και μέσα από το BREXIT και τις σχετικές διαπραγματεύσεις, τις διάφορες ομαδοποιήσεις κρατών στο εσωτερικό της ΕΕ και της Ευρωζώνης κλπ.– αναδεικνύεται ότι, πέρα από τη συνεργασία, οι συμμαχίες ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη διέπονται και από οξυμένους ανταγωνισμούς, οι οποίοι σε συγκεκριμένες συνθήκες μπορούν να οδηγήσουν μέχρι και στη διάρρηξή τους. Αυτοί οι ανταγωνισμοί και διεργασίες αναμένεται να εκφραστούν με πιο συγκροτημένο τρόπο ενόψει των επερχόμενων Ευρωεκλογών.
Στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, οξύνεται η κινητικότητα και τα παζάρια ενόψει των εκλογικών διαδικασιών που θα λάβουν χώρα το 2019. Ενδεικτικό γι’ αυτή την κινητικότητα είναι, για παράδειγμα, το «φλερτ» του «ανεξάρτητου» βουλευτή –προερχόμενου από το «ΠΟΤΑΜΙ»– Χ. Θεοχάρη, ο οποίος δήλωσε ότι «θα πρέπει να χειροκροτήσουμε» τον προϋπολογισμό γιατί είναι… φιλελεύθερος, καθώς και οι επαναλαμβανόμενες αναφορές του Γ. Παπανδρέου στην ανάγκη «συμμαχίας των προοδευτικών δυνάμεων». Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να νεκραναστήσει το ψευτοδίλημμα «πρόοδος ή συντήρηση» για να ασκήσει πίεση σε ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΑΓΗΣ (ΚΑ) και ΠΟΤΑΜΙ για συνεργασία μαζί του, αλλά και για γενικότερες συγκλίσεις, π.χ. στο ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης. Παράλληλα, προσπαθώντας να ενδυθεί το μανδύα του «νέου και άφθαρτου», αξιοποιεί υποθέσεις όπως αυτή με τον Γ. Παπαντωνίου –η οποία φυσικά πρέπει να διερευνηθεί σε βάθος– «ξεχνώντας», πρώτον, ότι στις γραμμές της κυβέρνησής του συνωστίζονται κεντρικά στελέχη του «παλιού πολιτικού συστήματος» και συγκεκριμένα πρώην υπουργοί των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και, δεύτερον, ότι η πολιτική που ασκεί κινείται πάνω στις ίδιες ράγες με αυτό, μονιμοποιώντας όλες τις αντιλαϊκές επιλογές του και πηγαίνοντάς τες ακόμα παραπέρα.
Για την αναστύλωση του φθαρμένου αστικού πολιτικού συστήματος, εκτός από τη σκανδαλολογία, αξιοποιείται και η κυβερνητική πρόταση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Η πρόταση του Αλ. Τσίπρα στοχεύει στη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του αστικού κράτους για την εφαρμογή των αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων, σε περιπτώσεις κυβερνητικής αστάθειας ή όξυνσης της ταξικής πάλης. Αυτό το στόχο εξυπηρετούν οι αντιδραστικές προτάσεις για ενίσχυση του ρόλου του Προέδρου της Δημοκρατίας και θωράκιση των ανεξάρτητων κρατικών αρχών.
Παράλληλα επιχειρείται η όξυνση και τεχνητή πόλωση με τη ΝΔ και η διερεύνηση συγκλίσεων με άλλες σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις, όπως το «Κίνημα Αλλαγής», μετά από ψευδεπίγραφα συνθήματα για «εμβάθυνση της δημοκρατίας» που μεταφράζονται σε ημίμετρα για υπερώριμα αιτήματα, όπως ο διαχωρισμός Κράτους - Εκκλησίας και υποκριτικές διακηρύξεις για δημόσιο έλεγχο σε τομείς που ήδη βασιλεύει η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως της ηλεκτρικής ενέργειας και του νερού.
Απέναντι στις εξελίξεις στο αστικό στρατόπεδο, το ΚΚΕ και το ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα πρωτοστατούν στην προσπάθεια ενημέρωσης και αγωνιστικής εγρήγορσης του λαού. Σε αυτή την προσπάθεια εντάσσεται το διήμερο πανελλαδικής δράσης που οργάνωσε το ΚΚΕ ενάντια στη μετατροπή της Ελλάδας σε ένα απέραντο αμερικανοΝΑΤΟϊκό στρατόπεδο. Οι δυνάμεις που συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ ανέπτυξαν μία πολύπλευρη δράση που εκτείνονταν από την έμπρακτη απάντηση στην επιχείρηση νοθείας σε μια σειρά σωματεία και Εργατικά Κέντρα (ακόμα και με την παρέμβαση της αστυνομίας) μέχρι την πάλη για ενιαία απεργιακή απάντηση απέναντι στην αντιλαϊκή πολιτική. Παρά τα εμπόδια και τους ελιγμούς του εργοδοτικού συνδικαλισμού, τη στιγμή που γραφόταν το κείμενο, διευρυνόταν συνεχώς το απεργιακό μέτωπο για την απεργία της 14ης Νοέμβρη. Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στον αγώνα των εργαζομένων στις προβλήτες ΙΙ και ΙΙΙ του ΟΛΠ, οι οποίοι συσπειρωμένοι στο σωματείο τους κατάφεραν να ικανοποιηθεί το αίτημά τους για ένταξη στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα.
Όσον αφορά το περιεχόμενο του τεύχους, πέρα από την Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ στην οποία αναφερθήκαμε, περιλαμβάνονται δύο κείμενα κριτικής στις θέσεις της ΝΔ και του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΑΓΗΣ αντίστοιχα, συμπληρώνοντας έτσι τα κείμενα προηγούμενων τευχών που αφορούσαν τον ΣΥΡΙΖΑ, τη ΧΑ και τις θέσεις των οπορτουνιστικών ομάδων, κείμενο που περιστρέφεται γύρω απ’ τη σχέση έθνους και εθνικού ζητήματος με την ταξική πάλη και δύο κείμενα στην ενότητα «Ιδεολογία - 200 χρόνια Μαρξ» που αφορούν τη λογικο-ιστορική ανάπτυξη του Κεφαλαίου και μια συνοπτική παρουσίαση απόψεων του Μαρξ για την εργασία και την προσωπικότητα.
Συγκεκριμένα, στην ενότητα «Ιδεολογία - Πολιτική» περιλαμβάνεται κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ με τίτλο «Νέα Δημοκρατία: θέσεις και προτάσεις για τη στήριξη της καπιταλιστικής ανάπτυξης». Το κείμενο εστιάζει στις ιδεολογικές θέσεις και στο οικονομικό πρόγραμμα της ΝΔ, με έμφαση ιδιαίτερα στις ποικιλότροπες προσπάθειες της ΝΔ να πείσει την αστική τάξη ότι είναι ικανότερος διαχειριστής της αστικής εξουσίας, απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ που έχει μετατραπεί σε «αγαπημένο παιδί των καπιταλιστών» και ιμπεριαλιστικών επιτελείων με βαρύνοντα λόγο στη διαμόρφωση των περιφερειακών εξελίξεων που παρέχουν σήμερα προνομιακή στήριξη στο ΣΥΡΙΖΑ (κυρίως οι ΗΠΑ, αλλά και η ΕΕ). Αναδεικνύει την ολοένα και μεγαλύτερη σύγκλιση του προγράμματος των δύο μεγάλων κομμάτων στο έδαφος της σημερινής συγκυρίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Στην ίδια ενότητα περιλαμβάνεται επίσης κείμενο του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ του ΚΚΕ με τίτλο «Για τη διαμόρφωση και το οικονομικό πρόγραμμα του ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΑΛΛΑΓΗΣ. Το κείμενο επιχειρεί να αποτυπώσει τις «γενεσιουργές αιτίες» που βρίσκονται πίσω από το ΚΑ, την εξέλιξή του και τις δυνατότητες συμμετοχής του στην αστική κυβέρνηση. Στέκεται επίσης στην έκφραση στο εσωτερικό του ΚΑ της διαμάχης –και της αντανάκλασής της στην εγχώρια αστική τάξη– μεταξύ ΗΠΑ - Γερμανίας, που επιδρά ευθέως στις κυβερνητικές συμμαχίες που θα αναπτύξει το ΚΑ. Κεντρικός στόχος του κειμένου είναι να αναδείξει πώς το οικονομικό του πρόγραμμα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κεφαλαίου.
Τέλος, στην ενότητα «Ιδεολογία - Πολιτική» περιλαμβάνεται κείμενο του Απ. Χαρίση με τίτλο «Μορφές κοινωνικής συμβίωσης και πάλη των τάξεων. Μερικές μεθοδολογικές αρχές». Στο κείμενο επιχειρείται μια συνοπτική προσέγγιση όσον αφορά την ιστορική διαδικασία διαμόρφωσης των εθνών και του εθνικού ζητήματος και των εθνικών, άρα και των δι-εθνικών, σχέσεων στην πάλη των τάξεων, στο πλαίσιο του αγώνα του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος για την επαναστατική ανατροπή των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και το ξεκίνημα της οικοδόμησης των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών.
Η ενότητα «Ιδεολογία - 200 χρόνια Μαρξ» εστιάζει σε πλευρές της αντιπαράθεσης με σύγχρονες οπορτουνιστικές «αναγνώσεις» του Μαρξισμού, κυρίως από τη Δυτική Ευρώπη, που επιχειρούν να αναδείξουν πως ο Μαρξισμός διέπεται από πολλές εσωτερικές αγεφύρωτες αντιφάσεις, όπως αντιφάσεις ανάμεσα στον Μαρξ και στον Ενγκελς, ανάμεσα στο νεαρό και τον ώριμο Μαρξ, ανάμεσα στον Μαρξ και τον Λένιν ή ανάμεσα στον Μαρξ και τη «Σοβιετική ερμηνεία του». Στη βάση του, πρόκειται για ερμηνείες που, ενώ τάχα αποδέχονται το Μαρξισμό, τον αποδέχονται ως ένα στείρο ιδεολογικό ρεύμα, αποστεωμένο απ’ το πολιτικό - επαναστατικό του περιεχόμενο.
Ειδικότερα περιλαμβάνεται κείμενο του Holger Wendt με τίτλο «Λογικά; Ιστορικά; Λογικο-Ιστορικά!». Πρόκειται για ομιλία μεταπλασμένη σε κείμενο που περιστρέφεται γύρω απ’ τη σχέση ανάμεσα στη λογική και την ιστορική ανάπτυξη στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ και ειδικότερα μια αντιπαράθεση με την ιδεολογικά λαθεμένη και πολιτικά επικίνδυνη μονόπλευρη θεώρηση της λεγόμενης «Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ», που επιμένει πως η ανάπτυξη στο «Κεφάλαιο» γίνεται ακολουθώντας τη μονοδιάστατη λογική προσέγγιση, σε αντιδιαστολή με τον «παραδοσιακό Μαρξισμό». Στη βάση της, η αντιπαράθεση αφορά το αν στο «Κεφάλαιο» ο Μαρξ αναλύει έναν αφηρημένο καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αναπτύσσοντας τις κατηγορίες με «λογικό» τρόπο ή, αντίθετα, αν αναλύει έναν ιστορικά καθορισμένο τρόπο παραγωγής ακολουθώντας την ιστορική του διαδρομή. Αναδεικνύει, σωστά, τη λογικο-ιστορική ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στο «Κεφάλαιο», δηλαδή τη περιγραφή του καπιταλισμού ως ενός συστήματος που ωριμάζει και θα πεθάνει όταν η εργατική τάξη εκπληρώσει την ιστορική της αποστολή για την κοινωνική απελευθέρωση που διέπεται από αξεπέραστες αντιφάσεις και αντιθέσεις που οξύνονται.
Περιλαμβάνεται επίσης ένα μικρό κείμενο του Hans Peter Brenner με τίτλο «Ο Μαρξ για την εργασία και την προσωπικότητα», που αναδεικνύει τη μαρξιστική προσέγγιση της διαμόρφωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας, η οποία φωτίζει το ρόλο της εργασίας στην διαμόρφωσή της.
Τέλος, στο παρόν τεύχος περιλαμβάνονται τα Περιεχόμενα του 2018, καθώς και τα Κομματικά Ντοκουμέντα της περιόδου από 10.8.2018 έως 20.10.2018.